Ένας άνδρας κοιμάται δίπλα σε μια αφίσα του Οσάμα μπιν Λάντεν, στο μνημείο Chauburji στην Λαχώρη, στις 13 Μαΐου 2011. Η αφίσα γράφει: «Η ερήμην προσευχή για μάρτυρα του ισλαμικού έθνους είναι καθήκον και χρέος». REUTERS/Mani Rana

Γιατί η αντιτρομοκρατία δεν θα σταματήσει την πιο πρόσφατη τζιχαντιστική απειλή*

Γράφει η Audrey Kurth Cronin

Μετά από την 11η Σεπτεμβρίου 2001, πολλοί μέσα στο οικοδόμημα της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ ανησυχούσαν ότι, μετά από δεκαετίες προετοιμασίας για την αντιμετώπιση συμβατικών εχθρών, η Ουάσιγκτον ήταν ανέτοιμη για την πρόκληση που θέτει ένας αντισυμβατικός αντίπαλος όπως η αλ Κάιντα. Έτσι, κατά την επόμενη δεκαετία, οι Ηνωμένες Πολιτείες οικοδόμησαν μια περίτεχνη γραφειοκρατική δομή για την καταπολέμηση της τζιχαντιστικής οργάνωσης, προσαρμόζοντας τον στρατό και τις Υπηρεσίες πληροφοριών και επιβολής του νόμου στα καθήκοντα της αντιτρομοκρατίας και της αντεξέγερσης.

 Τώρα, όμως, μια διαφορετική ομάδα, το Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και της αλ-Σαμ (ISIS), που αυτοαποκαλείται επίσης ως Ισλαμικό Κράτος, έχει αντικαταστήσει την αλ Κάιντα ως την τζιχαντιστική απειλή που φέρνει την μεγαλύτερη ανησυχία. Η ιδεολογία, η ρητορική και οι μακροπρόθεσμοι στόχοι του ISIS είναι παρόμοια με της αλ Κάιντα, και οι δύο ομάδες ήταν κάποτε επισήμως σύμμαχες. Έτσι, πολλοί παρατηρητές αναφέρουν ότι η σημερινή πρόκληση είναι απλά να επικεντρωθεί η τρομερή πλέον δομή αντιτρομοκρατίας της Ουάσινγκτον σε έναν νέο στόχο.

Αλλά το ISIS δεν είναι η αλ Κάιντα. Δεν είναι μια απόφυση ή ένα κομμάτι της παλαιότερης ριζοσπαστικής οργάνωσης Ισλαμιστών, ούτε αντιπροσωπεύει την επόμενη φάση στην εξέλιξή της. Παρά το γεγονός ότι η αλ Κάιντα παραμένει επικίνδυνη -ιδιαίτερα οι συνεργάτες της στην Βόρεια Αφρική και την Υεμένη- το ISIS είναι ο διάδοχός της. Το ISIS αντιπροσωπεύει την μετα-αλ Κάιντα τζιχαντιστική απειλή.

Σε μια πανεθνική τηλεοπτική ομιλία του τον περασμένο Σεπτέμβριο, εξηγώντας το σχέδιό του για να «υποβαθμίσει και τελικά να καταστρέψει» το ISIS, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, χάραξε μια ευθεία γραμμή μεταξύ της οργάνωσης και της αλ Κάιντα και υποστήριξε ότι το ISIS είναι «μια τρομοκρατική οργάνωση, απλά και καθαρά». Αυτό ήταν λάθος˙ το ISIS δύσκολα ταιριάζει με αυτή την περιγραφή, και μάλιστα, αν και χρησιμοποιεί την τρομοκρατία ως τακτική, δεν είναι πραγματικά καθόλου μια τρομοκρατική οργάνωση. Τα τρομοκρατικά δίκτυα, όπως η αλ Κάιντα, έχουν γενικά μόνο δεκάδες ή εκατοντάδες μέλη, που επιτίθεται κατά αμάχων, μη καταλαμβάνοντας έδαφος, και δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν άμεσα στρατιωτικές δυνάμεις. Το ISIS, από την άλλη πλευρά, μπορεί να υπερηφανεύεται για κάπου 30.000 μαχητές, κατέχει έδαφος τόσο στο Ιράκ όσο και στην Συρία, έχει εκτεταμένες στρατιωτικές δυνατότητες, ελέγχει γραμμές επικοινωνίας, διοικεί υποδομές, αυτοχρηματοδοτείται, και εμπλέκεται σε εξελιγμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Αν το ISIS είναι απλά και καθαρά κάτι, αυτό είναι ένα ψευδο-κράτος υπό την ηγεσία ενός συμβατικού στρατού. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι στρατηγικές αντιμετώπισης της τρομοκρατίας και των εξεγέρσεων που σμίκρυναν την απειλή της αλ Κάιντα δεν θα λειτουργήσουν εναντίον του ISIS.

Η Ουάσιγκτον άργησε να αναπροσαρμόσει τις πολιτικές της στο Ιράκ και την Συρία προς την αληθινή φύση της απειλής από το ISIS. Στην Συρία, η αμερικανική αντιτρομοκρατία έδωσε ως επί το πλείστον προτεραιότητα στον βομβαρδισμό των θυγατρικών της αλ Κάιντα, κάτι που έδωσε ένα πλεονέκτημα στο ISIS και επίσης προσέφερε στο καθεστώς Άσαντ την ευκαιρία να συντρίψει τους συμμάχους των ΗΠΑ μετριοπαθείς αντάρτες της Συρίας. Στο Ιράκ, η Ουάσιγκτον συνεχίζει να βασίζεται σε μια μορφή αντεξέγερσης, εξαρτώμενη από την κεντρική κυβέρνηση στην Βαγδάτη για να ανακτήσει την χαμένη νομιμοποίησή της, να ενώσει την χώρα, και να οικοδομήσει εγχώριες δυνάμεις για να νικήσουν το ISIS. Αυτές οι προσεγγίσεις έχουν αναπτυχθεί για να αντιμετωπίσουν μια διαφορετική απειλή, και έχουν ξεπεραστεί από τα γεγονότα. Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι μια στρατηγική «επιθετικής ανάσχεσης»: Ένας συνδυασμός περιορισμένων στρατιωτικών τακτικών και μιας ευρείας διπλωματικής στρατηγικής για τον τερματισμό της επέκτασης του ISIS, την απομόνωση της οργάνωσης και την υποβάθμιση των δυνατοτήτων του.

ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ

Οι διαφορές μεταξύ της αλ Κάιντα και του ISIS πηγάζουν εν μέρει από την ιστορία τους. Η αλ Κάιντα δημιουργήθηκε στον απόηχο της σοβιετικής εισβολής στο Αφγανιστάν το 1979. Οι κοσμοθεωρίες και η στρατηγική σκέψη των ηγετών της διαμορφώθηκαν από τον δεκαετή πόλεμο ενάντια στην σοβιετική κατοχή, όταν χιλιάδες Μουσουλμάνων μαχητών, συμπεριλαμβανομένου του Οσάμα Μπιν Λάντεν, συνέκλιναν στην χώρα. Καθώς η οργάνωση συγκροτείτο, πήρε τη μορφή ενός παγκόσμιου δικτύου επικεντρωμένου στην εκτέλεση θεαματικών επιθέσεων εναντίον Δυτικών ή συμμαχικών της Δύσης στόχων, με στόχο να συσπειρώσει τους Μουσουλμάνους ώστε να ενταχθούν σε μια παγκόσμια σύγκρουση με τις κοσμικές δυνάμεις, εγγύς και μακριά.

Το ISIS δημιουργήθηκε χάρη στην αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003. Στην πρώτη ενσάρκωσή του, ήταν μόνο μια από τις πολλές σουνιτικές εξτρεμιστικές ομάδες που μάχονταν τις δυνάμεις των ΗΠΑ και επιτίθεντο εναντίον Σιιτών αμάχων σε μια προσπάθεια να υποδαυλίσουν έναν σεχταριστικό εμφύλιο πόλεμο. Εκείνη την εποχή, ονομαζόταν αλ Κάιντα στο Ιράκ (AQI), και ο ηγέτη της, ο Αμπού Μουσάμπ αλ Ζαρκάουι, είχε υποσχεθεί υποταγή στον Μπιν Λάντεν. Ο Ζαρκάουι σκοτώθηκε από αμερικανική αεροπορική επιδρομή το 2006, και αμέσως μετά, η AQI σχεδόν εξαλείφθηκε όταν σουνιτικές φυλές αποφάσισαν να συνεργαστούν με τους Αμερικανούς για να αντιμετωπίσουν τους τζιχαντιστές. Αλλά η ήττα ήταν προσωρινή˙ η AQI ανανεώθηκε μέσα στις φυλακές που λειτουργούσαν οι Αμερικανοί στο Ιράκ, όπου αντάρτες και τρομοκράτες συνδέθηκαν και σχημάτισαν δίκτυα -και όπου ο σημερινός επικεφαλής της ομάδας και αυτοαποκαλούμενος χαλίφης, ο Αμπού Μπακρ αλ-Μπαγκντάντι, ξεχώρισε ως ηγέτης για πρώτη φορά.

Το 2011, καθώς η εξέγερση ενάντια στο καθεστώς Άσαντ στην Συρία επεκτάθηκε σε έναν ολομέτωπο εμφύλιο πόλεμο, η ομάδα εκμεταλλεύτηκε το χάος, καταλαμβάνοντας έδαφος στα βορειοανατολικά της Συρίας, παγιώνοντας μια βάση για επιχειρήσεις, και επανονομάζοντας τον εαυτό της ως ISIS. Στο Ιράκ, η οργάνωση συνέχισε να επωφελείται από την αδυναμία του κεντρικού κράτους και να εκμεταλλεύεται την θρησκευτική σύγκρουση της χώρας, η οποία εντάθηκε αφότου αποσύρθηκαν οι αμερικανικές δυνάμεις. Με τους Αμερικανούς να έχουν φύγει, ο Ιρακινός πρωθυπουργός Νούρι αλ Μαλίκι ακολούθησε σκληρή φιλο-σιιτική ατζέντα, αποξενώνοντας περαιτέρω τους Σουνίτες σε όλη τη χώρα. Το ISIS αριθμεί σήμερα μεταξύ των μελών του Ιρακινούς Σουνίτες φύλαρχους, πρώην αντι-αμερικανούς αντάρτες, και ακόμη και κοσμικούς πρώην αξιωματικούς του ιρακινού στρατού, οι οποίοι επιδιώκουν να ανακτήσουν την δύναμη και την ασφάλεια που απολάμβαναν κατά την διάρκεια της εποχής του Σαντάμ Χουσεΐν.

Οι εδαφικές κατακτήσεις της οργάνωσης στο Ιράκ ήταν ένα σοκ. Όταν το ISIS κατέλαβε την Φαλούτζα και το Ραμάντι τον Ιανουάριο του 2014, οι περισσότεροι αναλυτές προέβλεπαν ότι οι αμερικανο-εκπαιδευμένες ιρακινές δυνάμεις ασφαλείας θα αντιμετώπιζαν την απειλή. Αλλά τον Ιούνιο, εν μέσω μαζικών λιποταξιών από τον ιρακινό στρατό, το ISIS κινήθηκε προς την Βαγδάτη, καταλαμβάνοντας την Μοσούλη, την Τικρίτ, την al-Qaim, και πολλές άλλες ιρακινές πόλεις. Μέχρι το τέλος του μήνα, το ISIS είχε μετονομαστεί σε Ισλαμικό Κράτος και κήρυξε την περιοχή υπό τον έλεγχό του ως ένα νέο χαλιφάτο. Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αμερικανικών μυστικών Υπηρεσιών, περίπου 15.000 ξένοι μαχητές από 80 χώρες συνέρρευσαν στην περιοχή για να ενταχθούν στο ISIS, περίπου 1.000 ανά μήνα. Αν και οι περισσότερες από αυτές τις στρατολογήσεις προήλθαν από Μουσουλμανικές χώρες όπως η Τυνησία και η Σαουδική Αραβία, κάποιοι ήρθαν επίσης από την Αυστραλία, την Κίνα, την Ρωσία και χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Το ISIS μέχρι που κατάφερε να προσελκύσει ορισμένους Αμερικανούς εφήβους, εξίσου αγόρια και κορίτσια, από συνηθισμένα σπίτια της μεσαίας τάξης στο Ντένβερ, την Μινεάπολη και τα προάστια του Σικάγο.

Καθώς το ISIS αναπτύχθηκε, οι στόχοι και οι προθέσεις του έχουν γίνει σαφέστερα. Η αλ Κάιντα εξέλαβε τον εαυτό της ως την εμπροσθοφυλακή μιας παγκόσμιας εξέγερσης κινητοποιώντας μουσουλμανικές κοινότητες ενάντια στην κοσμική εξουσία. Το ISIS, αντίθετα, επιδιώκει να ελέγξει εδάφη και να δημιουργήσει ένα «καθαρό» σουνιτικό ισλαμιστικό κράτος που να διέπεται από μια βάναυση ερμηνεία της σαρία˙ να εξαλείψει αμέσως τα πολιτικά σύνορα της Μέσης Ανατολής που δημιουργήθηκαν από τις Δυτικές δυνάμεις στον 20ο αιώνα˙ και να εδραιώσει την θέση του ως την μοναδική πολιτική, θρησκευτική και στρατιωτική εξουσία πάνω σε όλους τους Μουσουλμάνους του κόσμου.

ΟΧΙ ΟΙ ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΥΠΟΠΤΟΙ

Καθώς οι ρίζες και οι στόχοι του ISIS διαφέρουν σημαντικά από της αλ Κάιντα, οι δύο ομάδες λειτουργούν με τελείως διαφορετικό τρόπο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μια αμερικανική στρατηγική αντιτρομοκρατίας ειδικά φτιαγμένη για την καταπολέμηση της αλ Κάιντα δεν ταιριάζει στον αγώνα κατά του ISIS.

Στην εποχή μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, οι Ηνωμένες Πολιτείες δημιούργησαν μια υποδομή τρισεκατομμυρίων δολαρίων σε Υπηρεσίες πληροφοριών, επιβολής του νόμου, και στρατιωτικές επιχειρήσεις με στόχο την αλ Κάιντα και τους συνεργάτες της. Σύμφωνα με μια έρευνα του 2010 από την εφημερίδα Washington Post, δημιουργήθηκαν ή αναδιοργανώθηκαν κάπου 263 κυβερνητικοί οργανισμοί των ΗΠΑ ως απάντηση στις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, συμπεριλαμβάνοντας το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ (Department of Homeland Security), το Εθνικό Κέντρο Αντιτρομοκρατίας (National Counterterrorism Center) και την Υπηρεσία Ασφάλειας των Μεταφορών (Transportation Security Administration). Κάθε χρόνο, οι Υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ παράγουν περίπου 50.000 εκθέσεις σχετικά με την τρομοκρατία. Πενήντα μια αμερικανικές ομοσπονδιακές οργανώσεις και στρατιωτικές διοικήσεις παρακολουθούν την ροή των χρημάτων προς και από τα τρομοκρατικά δίκτυα. Αυτή η δομή έχει βοηθήσει να γίνουν εξαιρετικά σπάνιες οι τρομοκρατικές επιθέσεις στο έδαφος των ΗΠΑ. Υπό αυτή την έννοια, το σύστημα έχει λειτουργήσει. Αλλά δεν είναι κατάλληλο για την αντιμετώπιση του ISIS, κάτι που παρουσιάζει ένα διαφορετικό είδος πρόκλησης.

Εξετάστε πρώτα την τεράστια αμερικανική εκστρατεία του στρατού και των Υπηρεσιών πληροφοριών για να συλλάβουν ή να σκοτώσουν τον πυρήνα της ηγεσίας της αλ Κάιντα μέσω χτυπημάτων από μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) και επιδρομές των Ειδικών Δυνάμεων. Περίπου το 75% των ηγετών της βασικής ομάδας της αλ Κάιντα έχουν σκοτωθεί από επιδρομές και οπλισμένα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, μια τεχνολογία κατάλληλη για το έργο του κυνηγητού στόχων που κρύβονται σε αγροτικές περιοχές, όπου ο κίνδυνος κατά λάθος φόνου αμάχων είναι χαμηλότερος.

Τέτοιου είδους τακτικές, ωστόσο, δεν υπόσχονται πολλά για την καταπολέμηση του ISIS. Οι μαχητές και οι ηγέτες της οργάνωσης συγκεντρώνονται στις αστικές περιοχές, όπου έχουν ενσωματωθεί πλήρως στον άμαχο πληθυσμό και συνήθως περιβάλλονται από κτίρια, κάνοντας τα χτυπήματα των drones και τις επιδρομές πολύ πιο δύσκολο να πραγματοποιηθούν. Και απλά το να σκοτώνονται οι ηγέτες του ISIS δεν θα ακρωτηριάσει την οργάνωση. Κυβερνούν ένα λειτουργικό ψευδοκράτος με μια σύνθετη διοικητική δομή. Στην κορυφή της στρατιωτικής διοίκησης είναι το εμιράτο, το οποίο αποτελείται από τον Μπαγκντάντι και δύο υπαρχηγούς, αμφότεροι υπηρετήσαντες στο παρελθόν ως στρατηγοί στον ιρακινό στρατό την εποχή του Σαντάμ: Ο Abu Ali al-Anbari, ο οποίος ελέγχει τις λειτουργίες του ISIS στην Συρία, και ο Abu Muslim al-Turkmani, ο οποίος ελέγχει τις επιχειρήσεις στο Ιράκ. Η πολιτική γραφειοκρατία του ISIS εποπτεύεται από 12 διαχειριστές που κυβερνούν τα εδάφη του Ιράκ και της Συρίας, εποπτεύοντας συμβούλια που χειρίζονται θέματα όπως τα οικονομικά, τα μέσα ενημέρωσης, και τα θρησκευτικά. Παρά το γεγονός ότι έχει απόσταση από το μοντέλο διακυβέρνησης που απεικονίζεται στα προπαγανδιστικά βίντεο του ISIS, αυτό το ψευδο-κράτος θα συνεχίσει αρκετά επιδέξια, χωρίς τον Μπαγκντάντι ή τους πιο κοντινούς υπασπιστές του.

Το ISIS αποτελεί επίσης μια αποθαρρυντική πρόκληση για τις παραδοσιακές τακτικές αντιτρομοκρατίας των ΗΠΑ που στοχεύουν στην χρηματοδότηση των τζιχαντιστών, την προπαγάνδα και τις στρατολογήσεις. Το να κοπεί η χρηματοδότηση της αλ Κάιντα υπήρξε μια από τις πιο εντυπωσιακές ιστορίες επιτυχίας της αμερικανικής αντιτρομοκρατίας. Λίγο μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, το FBI και η CIA άρχισαν να συντονίζουν στενά τις οικονομικές πληροφορίες, και σύντομα εντάχθηκε και το Υπουργείο Άμυνας. Πράκτορες του FBI ενσωματώθηκαν στις αμερικανικές στρατιωτικές μονάδες κατά την διάρκεια της εισβολής στο Ιράκ το 2003 και ανέκριναν ύποπτους για τρομοκρατία που κρατούνταν στις εγκαταστάσεις των ΗΠΑ στον Κόλπο του Γκουαντάναμο, στην Κούβα. Το 2004, το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ ίδρυσε το Γραφείο Τρομοκρατίας και Οικονομικών Πληροφοριών (Office of Terrorism and Financial Intelligence), το οποίο περιέκοψε σοβαρά την ικανότητα της αλ Κάιντα να επωφελείται από το ξέπλυμα χρήματος και να λαμβάνει κεφάλαια υπό την κάλυψη φιλανθρωπικών δωρεών. Αναδύθηκε επίσης ένα παγκόσμιο δίκτυο για την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, υποστηριζόμενο από τον ΟΗΕ, την ΕΕ, και εκατοντάδες συνεργαζόμενες κυβερνήσεις. Το αποτέλεσμα ήταν μια σοβαρή συμπίεση της χρηματοδότησης της αλ Κάιντα˙ μέχρι το 2011, το Υπουργείο Οικονομικών ανέφερε ότι η αλ Κάιντα «αγωνίζεται για να εξασφαλίσει σταθερή χρηματοδότηση για να προγραμματίσει και να εκτελέσει τρομοκρατικές επιθέσεις».

Αλλά αυτά τα εργαλεία συμβάλλουν ελάχιστα στην καταπολέμηση του ISIS, επειδή το ISIS δεν χρειάζεται εξωτερική χρηματοδότηση. Η κατάληψη εδάφους επέτρεψε στην ομάδα να χτίσει ένα αυτοσυντηρούμενο οικονομικό μοντέλο αδιανόητο για τις περισσότερες τρομοκρατικές ομάδες. Ξεκινώντας το 2012, το ISIS σταδιακά κατέλαβε πετρελαϊκά περιουσιακά στοιχεία-«κλειδιά» στην ανατολική Συρία˙ εκτιμάται ότι ελέγχει τώρα το 60% της πετρελαϊκής παραγωγικής ικανότητας της χώρας. Εν τω μεταξύ, κατά την διάρκεια της προώθησής του στο Ιράκ το περασμένο καλοκαίρι, το ISIS κατέλαβε επίσης επτά επιχειρήσεις παραγωγής πετρελαίου στην χώρα αυτή. Η οργάνωση κατάφερε να πουλήσει κάποιο από αυτό το πετρέλαιο στην μαύρη αγορά στο Ιράκ και την Συρία -συμπεριλαμβανομένου, σύμφωνα με ορισμένες εκθέσεις, και του ίδιου του καθεστώτος Άσαντ. Το ISIS επίσης βγάζει λαθραία πετρέλαιο από το Ιράκ και την Συρία, στην Ιορδανία και την Τουρκία, όπου βρίσκει άφθονους αγοραστές στην ευχάριστη θέση να πληρώσουν κάτω από τις τιμές της αγοράς για το παράνομο αργό. Συνολικά, τα έσοδα του ISIS από το πετρέλαιο υπολογίζονται μεταξύ ενός εκατομμυρίου και τριών εκατ. δολαρίων ανά ημέρα.
Και το πετρέλαιο είναι μόνο ένα στοιχείο στο οικονομικό χαρτοφυλάκιο της οργάνωσης. Τον περασμένο Ιούνιο, όταν το ISIS πήρε τον έλεγχο της Μοσούλης στο βόρειο Ιράκ, λεηλάτησε την επαρχιακή Κεντρική Τράπεζα και άλλες μικρότερες τράπεζες αλλά και αρχαιότητες προκειμένου να τις πουλήσει στην μαύρη αγορά. Έκλεψε κοσμήματα, αυτοκίνητα, μηχανήματα και ζωικό κεφάλαιο από τους κατακτημένους κατοίκους. Η οργάνωση ελέγχει επίσης σημαντικές αρτηρίες μεταφοράς στο δυτικό Ιράκ, κάτι που της επιτρέπει να φορολογεί την κυκλοφορία των εμπορευμάτων και να επιβάλλει διόδια. Κερδίζει έσοδα ακόμη και από το βαμβάκι και το σιτάρι που καλλιεργείται στην Raqqa, τον σιτοβολώνα της Συρίας.

Φυσικά, όπως και οι τρομοκρατικές ομάδες, το ISIS επίσης παίρνει ομήρους, ζητώντας δεκάδες εκατομμύρια δολάρια σε λύτρα. Αλλά το πιο σημαντικό για τα οικονομικά της ομάδας είναι ένα ευρύ σχήμα εκβιασμών που απευθύνεται σε ιδιοκτήτες και παραγωγούς στην επικράτεια του ISIS, φορολογώντας τα πάντα, από μικρές οικογενειακές εκμεταλλεύσεις μέχρι μεγάλες επιχειρήσεις, όπως τους παρόχους κινητής τηλεφωνίας, τις εταιρείες διανομής νερού και τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας. Η επιχείρηση είναι τόσο πολύπλοκη ώστε το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ αρνήθηκε να εκτιμήσει το σύνολο του ενεργητικού και των εσόδων του ISIS, αλλά το ISIS είναι σαφώς μια άκρως διαφοροποιημένη επιχείρηση της οποίας ο πλούτος επισκιάζει εκείνον κάθε τρομοκρατικής οργάνωσης. Και υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι η Ουάσινγκτον έχει καταφέρει να μικρύνει τα χρηματοκιβώτια της ομάδας.

ΤΟ ΣΕΞ ΚΑΙ Ο ΑΝΥΠΑΝΤΡΟΣ ΤΖΙΧΑΝΤΙΣΤΗΣ

Μια άλλη πτυχή της αμερικανικής αντιτρομοκρατίας που έχει λειτουργήσει καλά εναντίον της αλ Κάιντα είναι η προσπάθεια να απονομιμοποιήσει την ομάδα μέσω της δημοσιοποίησης των λανθασμένων στοχεύσεών της και των βίαιων υπερβολών της -είτε βοηθώντας τους συμμάχους των ΗΠΑ να το πράξουν. Οι επιθέσεις της αλ Κάιντα συχνά σκοτώνουν Μουσουλμάνους, και οι ηγέτες της ομάδας είναι εξαιρετικά ευαίσθητοι στον κίνδυνο που ενέχει αυτό για την εικόνα τους ως η εμπροσθοφυλακή ενός μαζικού μουσουλμανικού κινήματος. Οι επιθέσεις στο Μαρόκο, την Σαουδική Αραβία και την Τουρκία το 2003˙ στην Ισπανία το 2004˙ και στην Ιορδανία και στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2005, όλες κατέληξαν σε μουσουλμανικές απώλειες που εξόργισαν μέλη των ισλαμικών κοινοτήτων παντού και μείωσαν την υποστήριξη για την αλ Κάιντα σε ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο. Η ομάδα έχει σταθερά χάσει λαϊκή υποστήριξη, περίπου από το 2007˙ Σήμερα, η αλ Κάιντα είναι ευρέως στιγματισμένη στον μουσουλμανικό κόσμο. Το Pew Research Center ρώτησε περίπου 9.000 Μουσουλμάνους σε 11 χώρες το 2013 και βρήκε ένα υψηλό μέσο επίπεδο αποδοκιμασίας για την αλ Κάιντα: 57%. Σε πολλές χώρες, ο αριθμός ήταν πολύ υψηλότερος: Το 96% των Μουσουλμάνων που συμμετείχαν στην δημοσκόπηση στον Λίβανο, το 81% στην Ιορδανία, το 73% στην Τουρκία και το 69% στην Αίγυπτο είχαν κακή άποψη για την αλ Κάιντα.

Το ISIS, ωστόσο, φαίνεται αδιαπέραστο στον κίνδυνο μιας αντίδρασης. Με το να ανακηρύξει τον εαυτό του χαλίφη, ο Μπαγκντάντι έκανε μια τολμηρή (αν και παράλογη) αξίωση για την θρησκευτική Αρχή. Αλλά το βασικό μήνυμα του ISIS είναι η ωμή δύναμη και η εκδίκηση, όχι η νομιμοποίηση. Η βιαιότητά του –οι μαγνητοσκοπημένοι αποκεφαλισμοί, οι μαζικές εκτελέσεις- έχουν σχεδιαστεί για να εκφοβίσουν τους εχθρούς και να καταστείλουν τις διαφωνίες. Η αποστροφή των Μουσουλμάνων σε τέτοια σκληρότητα μπορεί τελικά να υπονομεύσει το ISIS. Αλλά προς το παρόν, η εστίαση της Ουάσιγκτον στην αγριότητα του ISIS μόνο βοηθά την ομάδα να αυξήσει την αύρα της ισχύος της.

Για παρόμοιους λόγους, έχει αποδειχθεί δύσκολο για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συνεργάτες τους να καταπολεμήσουν τις προσπάθειες στρατολόγησης που έχουν προσελκύσει τόσους πολλούς νέους Μουσουλμάνους στις τάξεις του ISIS. Η βασική ομάδα της αλ Κάιντα προσήλκυε οπαδούς με θρησκευτικά επιχειρήματα και το ψευδο-ακαδημαϊκό μήνυμα του αλτρουισμού για χάρη της Ummah, της παγκόσμιας μουσουλμανικής κοινότητας. Ο Μπιν Λάντεν και ο από παλιά δεύτερος στην ιεραρχία και διάδοχός του, Αϊμάν αλ Ζαουάχρι, κατασκεύασαν προσεκτικά μιαν εικόνα θρησκευτικής νομιμότητας και ευλάβειας. Στα προπαγανδιστικά τους βίντεο, οι άνδρες εμφανίζονταν ως ασκητές πολεμιστές, κάθονταν στο έδαφος μέσα σε σπηλιές, μελετούσαν σε βιβλιοθήκες ή έβρισκαν καταφύγιο σε απομακρυσμένους καταυλισμούς. Αν και ορισμένες από τις θυγατρικές της αλ Κάιντα έχουν καλύτερες επιδόσεις στις στρατολογήσεις, η βασική ομάδα έθεσε την δημιουργία ενός χαλιφάτου ως έναν μακροπρόθεσμο, σχεδόν ουτοπικό στόχο: Η εκπαίδευση και η κινητοποίηση της Ummah ερχόταν πρώτη. Στην αλ Κάιντα, δεν υπάρχει χώρος για αλκοόλ ή γυναίκες. Υπό την έννοια αυτή, η εικόνα της αλ Κάιντα είναι βαθιά μη-σέξι˙ πράγματι, για τους νεο-στρατολογημένους της αλ Κάιντα, το σεξ έρχεται μόνο μετά τον γάμο -ή αν γίνουν μάρτυρες.

Ακόμη και τον πιο οργισμένο νεαρό Μουσουλμάνο άνδρα, αυτό θα μπορούσε να είναι κάπως δύσκολο να τον πείσει. Οι προσπάθειες των ηγετών της αλ Κάιντα να απεικονίζονται ως ηθικές -ακόμη και ηθικολογικές- προσωπικότητες περιόρισε το πόσο δελεαστικοί ήταν. Επιτυχή προγράμματα απο-ριζοσπαστικοποίησης σε μέρη όπως η Ινδονησία και η Σιγκαπούρη μηδένισαν την αναντιστοιχία ανάμεσα στο τι προσφέρει η αλ Κάιντα και σε αυτά για τα οποία ενδιαφέρονται πραγματικά οι περισσότεροι νέοι, ενθαρρύνοντας τους μαχητές να επανενταχθούν στην κοινωνία, όπου οι πιο πεζές ελπίδες και επιθυμίες τους ίσως να εκπληρωθούν ευκολότερα.

Το ISIS, σε αντίθεση, προσφέρει ένα πολύ διαφορετικό μήνυμα στους νέους άνδρες, και μερικές φορές στις γυναίκες. Η ομάδα προσελκύει οπαδούς που λαχταρούν όχι μόνο την θρησκευτική ορθότητα αλλά και την περιπέτεια, την προσωπική δύναμη, και μια αίσθηση ατομικότητας και κοινότητας. Και, βέβαια, μερικοί άνθρωποι απλά θέλουν να σκοτώσουν -και το ISIS τους καλωσορίζει, επίσης. Η ωμή βία της ομάδας προσελκύει την προσοχή, καταδεικνύει την κυριαρχία, και προσελκύει ανθρώπους της δράσης.

Το ISIS επιχειρεί σε αστικές περιοχές και προσφέρει στους στρατολογηθέντες άμεσες ευκαιρίες να πολεμήσουν. Διαφημίζεται με την διανομή συναρπαστικών βίντεο που παράγονται από μεμονωμένους μαχητές στην πρώτη γραμμή. Η ομάδα προμηθεύεται επίσης ερωτικούς συντρόφους για τους άνδρες νεοσύλλεκτούς της˙ μερικές από αυτές τις γυναίκες αναλαμβάνουν εθελοντικά τον ρόλο αυτό, αλλά οι περισσότερες εξαναγκάζονται ή ακόμα και σκλαβώνονται. Η ομάδα μόλις και μετά βίας ενοχλείται για να δικαιολογήσει αυτή την συμπεριφορά με θρησκευτικούς όρους˙ η καλύτερη πειθώ της είναι η κατάκτηση σε όλες τις μορφές της, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής. Και έχει ήδη δημιουργήσει ένα ιδιότυπο χαλιφάτο, με τον Μπαγκντάντι ως χαλίφη, καθιστώντας έτσι πραγματικό (έστω και σε περιορισμένο βαθμό, προς το παρόν) αυτό που η αλ Κάιντα θεωρούσε γενικώς ως κάτι που έμοιαζε περισσότερο με ένα ουτοπικό μέλλον.

Εν ολίγοις, το ISIS προσφέρει βραχυπρόθεσμη, πρωτόγονη ικανοποίηση. Δεν ριζοσπαστικοποιεί ανθρώπους με τρόπους που μπορούν να αντιμετωπιστούν από εκκλήσεις προς την λογική. Οι έφηβοι έλκονται από την οργάνωση χωρίς καν να κατανοούν τι είναι, και οι μεγαλύτερης ηλικίας μαχητές απλά θέλουν να συνδεθούν με την επιτυχία του ISIS. Σε σύγκριση με την καταπολέμηση του σχετικά αυστηρού μηνύματος της αλ Κάιντα, η Ουάσιγκτον έχει βρει πολύ πιο δύσκολο να αντιμετωπίσει το πιο ενστικτώδες δέλεαρ του ISIS, ίσως για έναν πολύ απλό λόγο: Η επιθυμία για εξουσία, ενέργεια, και άμεσα αποτελέσματα διαποτίζει επίσης την αμερικανική κουλτούρα.

2015 ≠ 2006

Η αντιτρομοκρατία δεν ήταν το μόνο στοιχείο της πρακτικής της εθνικής ασφάλειας που η Ουάσιγκτον ξανα-ανακάλυψε και ανανέωσε μετά την 11η Σεπτεμβρίου˙ η αντεξέγερση επίσης απόλαυσε μια αναγέννηση. Καθώς το χάος ξέσπασε στο Ιράκ ως συνέπεια της αμερικανικής εισβολής και κατοχής του 2003, ο στρατός των ΗΠΑ απρόθυμα άρχισε να σκέπτεται την αντεξέγερση, ένα θέμα που είχε πέσει σε δυσμένεια στο οικοδόμημα της εθνικής ασφάλειας μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ. Η πιο επιτυχημένη εφαρμογή του αμερικανικού δόγματος αντεξέγερσης ήταν η «ώθηση» το 2007 στο Ιράκ, η οποία εποπτεύθηκε από τον στρατηγό Ντέιβιντ Πετρέους. Το 2006, καθώς η βία κορυφώθηκε στην κυριαρχούμενη από σουνίτες επαρχία Anbar, αξιωματούχοι των ΗΠΑ κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες χάνουν τον πόλεμο. Σε απάντηση, ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους αποφάσισε να στείλει επιπλέον 20.000 αμερικανούς στρατιώτες στο Ιράκ. Ο στρατηγός John Allen, που τότε υπηρετούσε ως αναπληρωτής διοικητής των πολυεθνικών δυνάμεων στο Ανμπάρ, καλλιέργησε σχέσεις με τις τοπικές σουνιτικές φυλές και τροφοδότησε το λεγόμενο σουνιτικό ξύπνημα, κατά το οποίο περίπου 40 σουνιτικές φυλές ή υποφυλές ουσιαστικά άλλαξαν πλευρά και αποφάσισαν να αγωνιστούν με τη νέα επαυξημένη αμερικανική δύναμη εναντίον της AQI. Μέχρι το καλοκαίρι του 2008, ο αριθμός των ανταρτικών επιθέσεων είχε μειωθεί κατά περισσότερο από 80%.

Κοιτάζοντας την έκταση των πρόσφατων κερδών του ISIS σε σουνιτικές περιοχές του Ιράκ, που έχουν αναιρέσει μεγάλο μέρος της προόδου που σημειώθηκε στην «ώθηση», ορισμένοι υποστήριξαν ότι η Ουάσιγκτον θα πρέπει να απαντήσει με μια δεύτερη εφαρμογή της στρατηγικής αντεξέγερσης του πολέμου στο Ιράκ. Και ο Λευκός Οίκος φαίνεται τουλάχιστον να πείσθηκε εν μέρει από αυτή την γραμμή σκέψης: Πέρσι, ο Ομπάμα ζήτησε από τον Allen να ενεργήσει ως ειδικός απεσταλμένος για την οικοδόμηση μιας συμμαχίας εναντίον του ISIS στην περιοχή. Υπάρχει μια ορισμένη λογική σε αυτή την προσέγγιση, δεδομένου ότι το ISIS αντλεί υποστήριξη από πολλές από τις ίδιες τις ομάδες εξεγερμένων που η «ώθηση» και το σουνιτικό ξύπνημα εξουδετέρωσαν -ομάδες που έχουν αναδυθεί ως απειλές χάρη στο κενό που δημιουργήθηκε από την απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων το 2011 και την σεχταριστική διακυβέρνηση του Μαλίκι στην Βαγδάτη.

Αλλά υπάρχουν τεράστιες διαφορές μεταξύ της κατάστασης σήμερα και εκείνης που αντιμετώπιζε η Ουάσιγκτον το 2006, και η λογική των ΗΠΑ για την αντεξέγερση δεν ταιριάζει στον αγώνα κατά του ISIS. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να κερδίσουν τις καρδιές και τα μυαλά των Αράβων Σουνιτών του Ιράκ, επειδή η κυβέρνηση Μαλίκι τους έχει ήδη χάσει. Η κυριαρχούμενη από Σιίτες ιρακινή κυβέρνηση είχε μειώσει τόσο άσχημα την δική της πολιτική νομιμοποίηση που ίσως να είναι αδύνατο να την επαναφέρει. Επιπλέον, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν κατέχουν πλέον το Ιράκ. Η Ουάσιγκτον μπορεί να στείλει περισσότερα στρατεύματα, αλλά δεν μπορεί να δανείσει νομιμοποίηση σε μια κυβέρνηση την οποία δεν ελέγχει πλέον. Το ISIS είναι λιγότερο μια επαναστατική ομάδα που μάχεται ενάντια σε μια καθιερωμένη κυβέρνηση από όσο είναι ένα τμήμα ενός συμβατικού εμφύλιου πολέμου ανάμεσα σε μια αποσχισθείσα περιοχή και ένα αδύναμο κεντρικό κράτος.

ΔΙΑΙΡΕΙ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΥΕ;

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν βασιστεί στην στρατηγική της αντεξέγερσης, όχι μόνο για να αντιστρέψουν την διολίσθηση του Ιράκ στην αποτυχία του κράτους, αλλά επίσης για να χρησιμεύσει [το Ιράκ] ως πρότυπο για το πώς να καταπολεμάται το ευρύτερο τζιχαντιστικό κίνημα. Η αλ Κάιντα επεκτάθηκε πείθοντας μουσουλμανικές μαχητικές ομάδες σε όλο τον κόσμο να στρέψουν τις πιο στενά στοχευμένες εθνικιστικές τους καμπάνιες σε κόμβους της παγκόσμιας τζιχάντ της αλ Κάιντα -και μερικές φορές, να τις μετατρέψουν σε θυγατρικές της αλ Κάιντα. Αλλά υπήρχαν λίγα κοινά στα οράματα που επιδιώκονταν από Τσετσένους, Φιλιππινέζους, Ινδονήσιους, Κασμιρινούς, Παλαιστίνιους και Ουιγούρους μαχητές, τους οποίους ο Μπιν Λάντεν προσπάθησε να προσελκύσει στην ομπρέλα της αλ Κάιντα, και η αλ Κάιντα συχνά είχε πρόβλημα να συνδυάσει πλήρως τους δικούς της στόχους με τα συμφέροντα των μακρινών θυγατρικών της.

Αυτό δημιούργησε μια ευπάθεια, και οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους προσπάθησαν να την εκμεταλλευτούν. Οι κυβερνήσεις στην Ινδονησία και τις Φιλιππίνες κατήγαγαν δραματικές νίκες εναντίον των θυγατρικών της αλ Κάιντα στις χώρες τους, συνδυάζοντας αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις με την οικοδόμηση σχέσεων στις τοπικές κοινωνίες, θεσπίζοντας προγράμματα απο-ριζοσπαστικοποίησης, παρέχοντας θρησκευτική εκπαίδευση στις φυλακές, χρησιμοποιώντας αποκαταστημένους πρώην τρομοκράτες ως εκπροσώπους της κυβέρνησης, και μερικές φορές διαπραγματευόμενες για τοπικές αδικίες.

Ορισμένοι παρατηρητές έχουν ζητήσει από την Ουάσιγκτον να εφαρμόσει την ίδια στρατηγική για το ISIS προσπαθώντας να εκθέσει τα ρήγματα μεταξύ των κοσμικών πρώην αξιωματικών του ιρακινού στρατού στην οργάνωση, των ηγετών των σουνιτικών φυλών και των Σουνιτών μαχητών της αντίστασης, από τη μια πλευρά, και των βετεράνων τζιχαντιστών του [ISIS], από την άλλη. Αλλά είναι πολύ αργά για να λειτουργήσει αυτή η προσέγγιση. Το ISIS οδηγείται τώρα από καλά εκπαιδευμένους, ικανούς πρώην ηγέτες του ιρακινού στρατού που ξέρουν τις αμερικανικές τεχνικές και συνήθειες επειδή η Ουάσιγκτον βοήθησε στην εκπαίδευσή τους. Και αφότου κατατρόπωσε μονάδες του ιρακινού στρατού και πήρε τον παρεχόμενο από τις ΗΠΑ εξοπλισμό τους, το ISIS είναι τώρα οπλισμένο με αμερικανικά τανκς, πυροβολικό, τεθωρακισμένα Humvees, και ανθεκτικά σε νάρκες οχήματα.

Ίσως ο σκληρός θρησκευτικός φανατισμός του ISIS τελικά να αποδειχθεί πάρα πολύ βαρύς για τους κοσμικούς πρώην Μπααθιστές συμμάχους του. Αλλά για την ώρα, οι αξιωματικοί της εποχής του Σαντάμ απέχουν πολύ από το να είναι απρόθυμοι πολεμιστές του ISIS: Αντί γι’ αυτό, ηγούνται της επίθεσης. Στα χέρια τους, το ISIS έχει αναπτύξει έναν υπερσύγχρονο στρατό ελαφρού πεζικού, κραδαίνοντας αμερικανικά όπλα.

Φυσικά, αυτό ανοίγει μια τρίτη πιθανή προσέγγιση για το ISIS, εκτός από την αντιτρομοκρατία και την αντεξέγερση: Έναν πλήρη συμβατικό πόλεμο εναντίον της οργάνωσης, με στόχο την πλήρη καταστροφή της. Ένας τέτοιος πόλεμος θα ήταν τρέλα. Αφότου βίωσε περισσότερο από μια δεκαετία συνεχούς πολέμου, το αμερικανικό κοινό απλά δεν θα υποστηρίξει την μακροχρόνια κατοχή και έντονη μάχη που θα απαιτείτο για να εξαλειφθεί το ISIS. Η επιδίωξη μιας ολοκληρωμένης στρατιωτικής εκστρατείας θα εξαντλούσε αμερικανικούς πόρους και θα προσέφερε λίγη ελπίδα να επιτευχθεί ο στόχος. Οι πόλεμοι που επιδιώκονται σε αντίθεση με την πολιτική πραγματικότητα δεν μπορούν να κερδηθούν.

ΠΕΡΙΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΠΕΙΛΗ

Το απογοητευτικό γεγονός είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν καλές στρατιωτικές επιλογές στον αγώνα τους κατά του ISIS. Ούτε η αντιτρομοκρατία, ούτε η αντεξέγερση, ούτε ο συμβατικός πόλεμος είναι πιθανό να δώσουν στην Ουάσιγκτον μια ξεκάθαρη νίκη εναντίον της οργάνωσης. Προς το παρόν, τουλάχιστον, η πολιτική που ταιριάζει καλύτερα στους στόχους και τα μέσα, και αυτή που έχει την καλύτερη ευκαιρία να εξασφαλίσει τα συμφέροντα των ΗΠΑ είναι εκείνη της επιθετικής ανάσχεσης: Συνδυάζει μια περιορισμένη στρατιωτική εκστρατεία με μια σημαντική διπλωματική και οικονομική προσπάθεια να αποδυναμωθεί το ISIS και να ευθυγραμμίσει τα συμφέροντα των πολλών χωρών που απειλούνται από την προώθηση της οργάνωσης.

Το ISIS δεν είναι απλώς ένα αμερικανικό πρόβλημα. Οι πόλεμοι στο Ιράκ και την Συρία εμπλέκουν όχι μόνο περιφερειακούς παίκτες, αλλά και μεγάλους παγκόσμιους παράγοντες, όπως η Ρωσία, η Τουρκία, το Ιράν, η Σαουδική Αραβία και άλλες χώρες του Κόλπου. Η Ουάσιγκτον πρέπει να σταματήσει να συμπεριφέρεται σαν να μπορεί να διορθώσει τα προβλήματα της περιοχής με στρατιωτική δύναμη και αντί γι’ αυτό να αναβιώσει τον ρόλο της ως διπλωματικής υπερδύναμης.

Φυσικά, η στρατιωτική δύναμη των ΗΠΑ θα είναι ένα σημαντικό κομμάτι μιας επιθετικής πολιτικής ανάσχεσης. Οι αεροπορικές επιδρομές μπορούν να καθηλώσουν το ISIS, και η διακοπή του εφοδιασμού του από τεχνολογία, όπλα και πυρομαχικά κλείνοντας τις διαδρομές του λαθρεμπορίου θα αποδυνάμωναν ακόμη περισσότερο την οργάνωση. Εν τω μεταξύ, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να συνεχίσουν να συμβουλεύουν και να υποστηρίζουν τον ιρακινό στρατό, να συνδράμουν τις περιφερειακές δυνάμεις όπως τους Κούρδους peshmerga, και να παρέχουν ανθρωπιστική βοήθεια στους αμάχους που προσπαθούν να ξεφύγουν από τα εδάφη του ISIS. Η Ουάσινγκτον θα πρέπει επίσης να επεκτείνει την βοήθειά της προς τις γειτονικές χώρες, όπως η Ιορδανία και ο Λίβανος, οι οποίες αγωνίζονται να αντιμετωπίσουν την μαζική ροή προσφύγων από την Συρία. Αλλά το να τοποθετήσει περισσότερα αμερικανικά στρατεύματα επιτόπου θα ήταν αντιπαραγωγικό, καθώς θα ενέπλεκε τις Ηνωμένες Πολιτείες σε έναν πόλεμο που δεν μπορεί να κερδηθεί, που θα μπορούσε να συνεχιστεί για δεκαετίες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να ξαναχτίσουν το ιρακινό κράτος ή να καθορίσουν την έκβαση του συριακού εμφυλίου πολέμου. Όσο κι αν είναι απογοητευτικό για κάποιους, όταν πρόκειται για στρατιωτική δράση, η Ουάσιγκτον θα πρέπει να επιμείνει σε μια ρεαλιστική πορεία που αναγνωρίζει τους περιορισμούς της αμερικανικής στρατιωτικής δύναμης ως μακροπρόθεσμη λύση.

Η πρόσφατη σύγκληση από την κυβέρνηση Ομπάμα της «συνόδου κορυφής για την αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού» -γεγονός που έφερε τους ηγέτες του κόσμου στην Ουάσιγκτον για να συζητήσουν το πώς θα καταπολεμήσουν τον ριζοσπαστικό τζιχαντισμό- ήταν μια πολύτιμη άσκηση. Αλλά, αν και υπογράμμισε την υπάρχουσα απειλή από περιφερειακές θυγατρικές της αλ Κάιντα, ενίσχυσε επίσης την ιδέα ότι το ISIS είναι κατά κύριο λόγο ένα πρόβλημα αντιμετώπισης της τρομοκρατίας. Στην πραγματικότητα, το ISIS ενέχει πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο: Επιδιώκει να αμφισβητήσει την τρέχουσα διεθνή τάξη, και, σε αντίθεση με τον πολύ μειωμένο πυρήνα της οργάνωσης της αλ Κάιντα, πλησιάζει όλο και πιο κοντά να επιτύχει όντως τον στόχο του. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να υπερασπιστούν μόνες τους την περιοχή και τον κόσμο από ένα επιθετικό ρεβιζιονιστικό θεοκρατικό κράτος -ούτε θα πρέπει να το κάνουν. Οι μεγάλες δυνάμεις πρέπει να αναπτύξουν μια κοινή διπλωματική, οικονομική και στρατιωτική προσέγγιση για να διασφαλιστεί ότι αυτό το ψευδοκράτος είναι καλά περιορισμένο και ότι αντιμετωπίζεται ως παγκόσμιος παρίας. Τα καλά νέα είναι ότι καμία κυβέρνηση δεν υποστηρίζει το ISIS˙ η οργάνωση έχει καταφέρει να γίνει εχθρός κάθε κράτους στην περιοχή -και, μάλιστα, του κόσμου. Για να εκμεταλλευτεί το γεγονός αυτό, η Ουάσιγκτον θα πρέπει να ακολουθήσει μια πιο επιθετική, υψηλού επιπέδου διπλωματική ατζέντα με τις μεγάλες δυνάμεις και τους περιφερειακούς παίκτες, συμπεριλαμβανομένων του Ιράν, της Σαουδικής Αραβίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασίλειου, της Ρωσίας, ακόμη και της Κίνας, καθώς επίσης και των γειτόνων του Ιράκ και της Συρίας, για να σχεδιάσουν μια ενιαία απάντηση στο ISIS.

Η απάντηση αυτή πρέπει να πάει πέρα από την συγκρότηση μιας αμοιβαίας δέσμευσης για την πρόληψη της ριζοσπαστικοποίησης και της στρατολόγησης επίδοξων τζιχαντιστών, και πέραν της περιφερειακής στρατιωτικής συμμαχίας που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν οικοδομήσει. Οι μεγάλες δυνάμεις και οι περιφερειακοί παίκτες πρέπει να συμφωνήσουν για να σκληρύνουν το διεθνές εμπάργκο όπλων που επιβάλλεται σήμερα στο ISIS, να θεσπίσουν πιο αυστηρές κυρώσεις εναντίον της οργάνωσης, να διεξάγουν κοινές περιπολίες στα σύνορα, να παρέχουν αυξημένη βοήθεια για τους εκτοπισθέντες και τους πρόσφυγες, και να ενισχύσουν τις ειρηνευτικές αποστολές του ΟΗΕ σε χώρες που συνορεύουν με το Ιράκ και την Συρία. Παρά το γεγονός ότι ορισμένα από αυτά τα εργαλεία συμπίπτουν με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, θα πρέπει να τεθούν στην υπηρεσία της στρατηγικής για την καταπολέμηση ενός εχθρού που μοιάζει περισσότερο με κρατικό φορέα: Το ISIS δεν είναι πυρηνική δύναμη, αλλά η ομάδα αντιπροσωπεύει μια απειλή για την διεθνή σταθερότητα ισοδύναμη με εκείνη που τίθεται από την Βόρεια Κορέα. Θα πρέπει να αντιμετωπιστεί όχι λιγότερο σοβαρά.

Δεδομένου ότι η πολιτική τοποθέτηση σχετικά με την αμερικανική εξωτερική πολιτική μόνο θα εντείνεται όσο πλησιάζουν οι αμερικανικές προεδρικές εκλογές το 2016, ο Λευκός Οίκος θα ήταν πιθανόν να αντιμετωπίσει πολυάριθμες επιθέσεις για μια προσέγγιση περιορισμού που δεν θα ικανοποιούσε ούτε το στρατόπεδο των γερακιών ούτε το αντι-παρεμβατικό στρατόπεδο εντός του οικοδομήματος της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ. Εν όψει αυτής της κριτικής, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να μείνουν προσηλωμένες στην καταπολέμηση του ISIS μακροπρόθεσμα, με τρόπο που να ταιριάζει τους στόχους και τα μέσα, ισορροπώντας και βελτιώνοντας τις προσπάθειες των ΗΠΑ να περιορίσουν την οργάνωση με το να προσπεράσουν τις παρωχημένες μορφές αντιμετώπισης της αντιτρομοκρατίας και της αντεξέγερσης, ενώ επίσης θα αντιστέκονται την πίεση να περάσουν το κατώφλι ενός πλήρους πολέμου. Με την πάροδο του χρόνου, ο επιτυχής περιορισμός του ISIS μπορεί να ανοίξει καλύτερες επιλογές πολιτικής. Αλλά για το άμεσο μέλλον, η ανάσχεση είναι η καλύτερη πολιτική που μπορούν να επιδιώξουν οι Ηνωμένες Πολιτείες.