Της Θεανούς Δαμιάνας Αγαλόγλου*

Εδώ και λίγους μήνες η μελλοντική διαμόρφωση των σχέσεων Ηνωμένων Πολιτειών – Ρωσίας αποτελούν το πιο σημαντικό θέμα ανάλυσης στις διεθνείς σχέσεις.

Η σχετικά φιλορωσική ρητορική του Αμερικανού Προέδρου, Donald Trump, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου σε συνδυασμό με τις αμφιλεγόμενες παρεμβάσεις της Ρωσίας στον κυβερνοχώρο, που ίσως επηρέασαν το αποτέλεσμα των εκλογών, είχαν οδηγήσει πολλούς στο βιαστικό συμπέρασμα πως θα άρχιζε ένα νέο κεφάλαιο για τις διμερείς σχέσεις των δύο χωρών. Ωστόσο, η πραγματικότητα φαίνεται ότι εξελίσσεται διαφορετικά παρά τις προθέσεις που θεωρητικά είχε ο Trump.

Ήταν εξαρχής γνωστό πως οι «συνταγματικοί έλεγχοι» θα αποτελούσαν εμπόδιο για τον Αμερικανό Πρόεδρο. Πριν από λίγες μέρες αυτό έγινε αντιληπτό στο ζωτικό θέμα των αμερικανορωσικών σχέσεων. Συγκεκριμένα, το Κογκρέσο, με ευρεία πλειοψηφία Ρεπουμπλικάνων και Δημοκρατικών, όχι μόνο αποφάσισε να επεκτείνει τις υφιστάμενες κυρώσεις κατά της Μόσχας αλλά και να απαγορεύσει πρακτικά στον Αμερικανό Πρόεδρο να αποφασίσει μονομερώς την κατάργησή τους. Μη έχοντας εναλλακτική λύση λόγω της αυξημένης πλειοψηφίας τόσο στη Γερουσία όσο και στη Βουλή των Αντιπροσώπων ο Trump αναγκάστηκε να υπογράψει τον καινούριο νόμο με τις κυρώσεις.

Αξιολογώντας τη δυσκολία της θέσης του, ο Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου John Hopkins, Hal Brands, είπε πως o Αμερικανός Πρόεδρος εγκλωβίστηκε «μεταξύ σφύρας και άκμονος», καθώς αν ασκούσε βέτο θα κινούσε υποψίες για σύμπραξη μεταξύ της ομάδας του και της κυβέρνησης της Ρωσίας στις εκλογές του 2016. Επίσης, ένα πιθανό βέτο θα μπορούσε να παρακαμφθεί σχετικά εύκολα από το Κογκρέσο με πλειοψηφία 2/3, οδηγώντας τον σε μεγάλη πολιτική ήττα, σε μια δύσκολη για τον ίδιο περίοδο. Πλέον, ο  Trump απλώς κατηγορεί το Κογκρέσο ότι δεν δίνει στην αμερικανική κυβέρνηση την ευκαιρία να αλλάξει το Obamacare αλλά υπερψηφίζει τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας οδηγώντας σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο τις αμερικανορωσικές σχέσεις. Ακολούθως, η έντονη διαίρεση της αμερικανικής κοινωνίας συνεχίζεται.

Πέρα από τις εσωτερικές εξελίξεις εντός Ηνωμένων Πολιτειών, ωστόσο, ο νέος αμερικανικός νόμος έχει έντονο διεθνή αντίκτυπο. Ήδη, ο Ρώσος Πρόεδρος, Vladimir Putin, ανακοίνωσε πως οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να μειώσουν το διπλωματικό προσωπικό τους στη Ρωσία κατά 60%. Παρόλο που κάποιοι σχολιαστές εκτιμούν ότι η απόφαση αυτή είναι μεταξύ των απλούστερων  αντιμέτρων που θα μπορούσε να πάρει ο Putin, καθώς ίσως απολυθούν απλώς Ρώσοι υπάλληλοι που εργάζονται στην αμερικανική πρεσβεία και τα προξενεία και όχι Αμερικανοί διπλωμάτες, πρόκειται για την πιο σκληρή διπλωματική κίνηση από μια παρόμοια κατάσταση λίγο πριν το τέλος του Ψυχρού Πολέμου το 1986.  Με δεδομένο πως Ουάσιγκτον και Μόσχα καλούνται συχνά να δρουν από κοινού για την αντιμετώπιση σημαντικών ζητημάτων, όπως η καταπολέμηση της τρομοκρατίας, η τρέχουσα επιδείνωση των διμερών σχέσεων κάθε άλλο παρά συμβάλει προς την κατεύθυνση αυτή.

Παράλληλα με τον άμεσο αντίκτυπο στις αμερικανορωσικές σχέσεις, οι καινούριες κυρώσεις θα επηρεάσουν πιθανώς και τις διατλαντικές. Αυτό αναμένεται να συμβεί γιατί οι κυρώσεις αυτές πρόκειται να επεκταθούν σε εταιρείες τρίτων χωρών που συνεργάζονται με  τη Ρωσία για μεγάλα έργα υποδομής, ιδίως στον ενεργειακό τομέα. Ως αποτέλεσμα, ορισμένες ευρωπαϊκές εταιρείες που έχουν τέτοιες συνεργασίες, θα δεχθούν σοβαρό πλήγμα. Η μόνη παραχώρηση που πέτυχε η Ευρώπη μέσω πιέσεων είναι η εξασφάλιση μιας περιόδου διαβούλευσης 30 ημερών, αλλά αυτό δεν φαίνεται να αρκεί για να αμβλυνθούν οι ανησυχίες. Μάλιστα, εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης υπάρχουν χώρες που διαμαρτύρονται έντονα, με πιο σημαντική από αυτές τη Γερμανία.

Σε περίπτωση εφαρμογής των νέων κυρώσεων θα επηρεαστεί η κατασκευή του αμφιλεγόμενου αγωγού Nord Stream II, ο οποίος πρόκειται να μεταφέρει φυσικό αέριο από τη Ρωσία στη Γερμανία. Ήδη, απειλούνται γερμανικές εταιρείες που συνεργάζονται με τη Gazprom. Δεν είναι τυχαίο πως Γερμανοί πολιτικοί και επιχειρηματίες έχουν μιλήσει ανοιχτά κατά των κυρώσεων. Ο Υπουργός Εξωτερικών, Zigmar Gabriel, για παράδειγμα θεωρεί πως οι κυρώσεις έχουν ως βασικό τους στόχο να ενισχύσουν τις εξαγωγές του αμερικανικού φυσικού αερίου προς ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες δεν θα είναι πλέον σε θέση να εισάγουν σε μεγάλες ποσότητες από τη Ρωσία.

Διαμορφώνεται συνεπώς ένα νέο τοπίο, όπου οι αμερικανορωσικές σχέσεις επιδεινώνονται και οι διατλαντικές φαίνεται πως ακολουθούν. Παρόλο που οι πρόσφατες επαναβεβαιώσεις του Trump για τη σπουδαιότητα του ΝΑΤΟ και η επίσκεψή του στο Παρίσι όπου συναντήθηκε με το Γάλλο ομόλογό του Emmanuel Macron έχουν μετριάσει τους προεκλογικούς ευρωπαϊκούς φόβους για ρήξη μεταξύ Βρυξελλών – Ουάσιγκτον, τα πραγματικά προβλήματα είναι υπαρκτά. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά τη στήριξη της αμερικανικής πολιτικής από χώρες της Βαλτικής και της Ανατολικής Ευρώπης όπως η Πολωνία, θα πρέπει να προστατεύσει τα οικονομικά της συμφέροντα με αντίμετρα που ίσως τη φέρουν πιο κοντά στη Ρωσία, σε μια περίοδο που – κατά τρόπο ειρωνικό – εργάζεται για να πετύχει την απεξάρτησή της από τους ρωσικούς ενεργειακούς πόρους. Γι’ αυτό ίσως ορισμένα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, όπως το Bloomberg, έχουν γράψει πως αυτός που τελικά μπορεί να επωφεληθεί από τις κυρώσεις είναι ο ίδιος ο Putin.

*Η κα Θεανώ Δαμιάνα Αγαλόγλου είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Διεθνών Σχέσεων από το London School of Economics and Political Science