Ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, και ο Τούρκος ομόλογός του, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σε συνέντευξη Τύπου μετά τις συνομιλίες τους στο Σότσι της Ρωσίας, στις 3 Μαΐου 2017. 

Γιατί συνεργάζεται με τους πρώην αντιπάλους της

Γράφουν οι Gonul Tol και Alex Vatanka

Όταν η Τουρκία καλωσόρισε τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου του Ιράν, Mohammad Bagheri, στην Άγκυρα στα μέσα Αυγούστου, ήταν η πρώτη φορά από την ιρανική επανάσταση του 1979 που ένας Ιρανός αξιωματικός του επιπέδου του είχε ταξιδέψει στο εξωτερικό.

Σε μια εξίσου εκπληκτική κίνηση, η Άγκυρα ανακοίνωσε τον Αύγουστο ότι ετοιμάζεται να φιλοξενήσει τον Ρώσο αρχηγό του στρατού, τον Valery Gerasimov, για να συζητήσουν την περιφερειακή ασφάλεια. Η ένταση της προσέγγισης της Τουρκίας στο Ιράν και την Ρωσία, δύο ιστορικούς αντιπάλους της, θα έπρεπε να σηκώσει κάποια φρύδια στον Λευκό Οίκο του προέδρου Donald Trump. Δεν σηματοδοτεί μόνο μια σημαντική αλλαγή εξωτερικής πολιτικής, αλλά αποτελεί κι έναν δείκτη ότι η Άγκυρα παράτησε την Ουάσινγκτον.

 Τον Νοέμβριο του 2016, υπήρχαν πολλές ελπίδες στην Άγκυρα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Τραμπ θα ήταν καλές για την Τουρκία. Ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συνεχάρη τον Τραμπ για την προεδρική του νίκη, λέγοντας ότι η εκλογή του θα σηματοδοτήσει μια νέα εποχή στις σχέσεις των ΗΠΑ με την Τουρκία. Εκείνη την εποχή, ο Ερντογάν είχε μια σκληρή στάση εναντίον του Ιράν σε μια προσπάθεια να προσελκύσει τον νέο πρόεδρο των ΗΠΑ και να επιδείξει την προθυμία της Άγκυρας να συμβάλει στην ανάσχεση της ιρανικής ισχύος στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, αλλά πιο συγκεκριμένα στην Συρία.

Σε αντάλλαγμα, η Τουρκία ήλπιζε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μειώσουν την υποστήριξή τους προς την συριακή κουρδική πολιτοφυλακή, τις Λαϊκές Μονάδες Προστασίας (YPG). Για την Άγκυρα, οι YPG αποτελούν μια υπαρξιακή απειλή για το μέλλον της Τουρκικής Δημοκρατίας, δεδομένου ότι θεωρούνται παρακλάδι του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK), μιας μαχητικής οργάνωσης Τούρκων Κούρδων που πολεμούν την Άγκυρα εδώ και δεκαετίες.

Οι ελπίδες της Άγκυρας κατέρρευσαν, ωστόσο, όταν η διοίκηση Trump αποφάσισε να διπλασιάσει την στρατιωτική υποστήριξη προς τις YPG. Στα μάτια της Ουάσινγκτον, οι YPG είναι η μόνη ικανή δύναμη μάχης μεταξύ των ετερόκλητων ενόπλων ομάδων της Συρίας. Επίσης θεωρούνται η καλύτερη επιλογή για την παροχή της πολύ απαραίτητης τοπικής δύναμης ξηράς για την εξάλειψη του Ισλαμικού Κράτους (ISIS) στην Συρία, της κορυφαίας προτεραιότητας του Trump στην Μέση Ανατολή. Το σχίσμα μεταξύ της Άγκυρας και της Ουάσινγκτον σχετικά με το ποιά ομάδα αποτελεί την μεγαλύτερη απειλή στην Συρία δημιουργεί πρόβλημα στην συμμαχία τους και αμφότερες φαίνονται σταθερές στις θέσεις τους, τουλάχιστον για την ώρα.

ΜΙΑ ΕΠΙΚΑΛΥΨΗ ΜΕ ΤΟ ΙΡΑΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΡΩΣΙΑ

Αντιμετωπίζοντας αυτό που θεωρεί ως μια υπαρξιακή απειλή που έχει επιδεινωθεί από τον σύμμαχό της στο ΝΑΤΟ, τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Άγκυρα τώρα στρέφεται προς το Ιράν και την Ρωσία, παρά την επιφυλακτικότητά της έναντί τους. Η Τουρκία βρίσκεται σε συνομιλίες με την Ρωσία για να αγοράσει το πιο προηγμένο σύστημα πυραυλικής άμυνας παρά τις αντιρρήσεις του ΝΑΤΟ και συνεργάζεται στενά με το Κρεμλίνο στην Συρία.

Εν τω μεταξύ, η Τουρκία και το Ιράν συμφώνησαν να ενισχύσουν την στρατιωτική συνεργασία στο Ιράκ και την Συρία, παρ' όλο που οι δύο πρώην αντίπαλοι υποστήριξαν διαφορετικές πλευρές στις συγκρούσεις σε αμφότερες τις χώρες τα τελευταία χρόνια. Το Ιράν, η Ρωσία και η Τουρκία συνεργάζονται επίσης τριμερώς σε μια σειρά θεμάτων: Από την υποστήριξη της ειρηνευτικής συμφωνίας της Αστάνα για την Συρία μέχρι την δέσμευση να συνεργαστούν για να κάνουν γεωτρήσεις για πετρέλαιο στην Κασπία Θάλασσα και μέχρι να στηρίξουν το Κατάρ στην σύγκρουσή του με τους Άραβες ξαδέλφους του στον Περσικό Κόλπο.

Αλλά ο κύριος μοχλός της προσέγγισης της Τουρκίας προς την Ρωσία και το Ιράν είναι ο φόβος της για περαιτέρω προόδους των Κούρδων στην Συρία. Η Τουρκία και το Ιράν έχουν τις δύο μεγάλες κοινότητες κουρδικών μειονοτήτων -την μεγαλύτερη και την δεύτερη μεγαλύτερη της περιφέρειας αντίστοιχα- και φοβούνται ότι η πρόοδος των Κούρδων στην περιοχή μπορεί να προκαλέσει παρόμοια αιτήματα από τους δικούς τους Κούρδους.

Έτσι, η Άγκυρα θέλει να δημιουργήσει μια κοινή αντι-κουρδική στρατηγική στο Ιράκ και την Συρία. Από την πλευρά της, η Τεχεράνη ξεκίνησε ξαφνικά να μιλάει εναντίον των YPG, σε αντίθεση με οποιαδήποτε άλλη φορά στο παρελθόν. Και, χωρίς να αποτελεί έκπληξη, τόσο η Άγκυρα όσο και η Τεχεράνη έχουν επικρίνει το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία των Ιρακινών Κούρδων στις 25 Σεπτεμβρίου, προειδοποιώντας ότι η ελευθερία των Ιρακινών Κούρδων θα προκαλέσει ένα αποσταθεροποιητικό κύμα αποσχίσεων σε όλη την Μέση Ανατολή.

ΕΣΤΙΑΣΗ ΣΤΗΝ ΣΥΡΙΑ

Στην Συρία, η Άγκυρα ανησυχεί ιδιαίτερα για την προοπτική μιας υπό την ηγεσία των ΗΠΑ επιχείρησης κατά του Ισλαμικού Κράτους, επιτρέποντας στις δυνάμεις των YPG να καταλάβουν την επικράτεια του ISIS στην ανατολική Συρία και την Idlib, μια βορειοδυτική πόλη στα σύνορα της Τουρκίας που πρόσφατα κατέλαβαν ομάδες συνδεδεμένες με την αλ Κάιντα. Δεδομένων των συγκρούσεων μεταξύ των Σύρων Κούρδων και των δυνάμεων του προέδρου Bashar al-Assad, η Άγκυρα ελπίζει ότι θα μπορέσει να συνεργαστεί με το καθεστώς στην Δαμασκό και τους συμμάχους του για να ανατρέψει τις εδαφικές προόδους των Κούρδων. Και δεν υπάρχουν άλλες δύο χώρες που να επηρεάζουν περισσότερο τον Assad από το Ιράν και την Ρωσία, γεγονός που εξηγεί τα τελευταία ανοίγματα της Άγκυρας απέναντί τους.

Ειδικότερα, η Τουρκία παρακολουθεί το Αφρίν, ένα από τα κουρδικά καντόνια στα σύνορα της Τουρκίας. Η Άγκυρα φοβάται ότι οι YPG θα μπορούσαν να συνδέσουν το κουρδικό έδαφος στην βόρεια Συρία με το Afrin και να δημιουργήσουν έτσι μια συνεχή κουρδική οντότητα που εκτείνεται από τα ιρακινά σύνορα μέχρι την Μεσόγειο. Η Άγκυρα κατηγόρησε τις YPG για τις αυξανόμενες επιθέσεις εναντίον των τουρκικών δυνάμεων και απείλησε για στρατιωτική δράση κατά του Αφρίν. Ωστόσο, μέχρι στιγμής, οποιαδήποτε επιχείρηση έχει σταματήσει, επειδή το καντόνι φιλοξενεί ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις. Οι Τούρκοι αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι εάν μπορέσουν να πιέσουν την συριακή αντιπολίτευση, την οποία υποστηρίζουν σήμερα, να αποσυρθεί από κάποιες από τις περιοχές που κρατά, η Ρωσία και το Ιράν θα κλείσουν τα μάτια για μια τουρκική εισβολή στο Αφρίν. Αλλά οι ελπίδες της Άγκυρας μπορεί να είναι άστοχες. Πολλές προκλήσεις βρίσκονται μπροστά στην νεοσυσταθείσα συμμαχία της με το Ιράν και την Ρωσία.

Πρώτα απ' όλα, υπάρχει βαθιά ριζωμένη δυσπιστία μεταξύ των μερών. Για αιώνες, η Τουρκία είχε εμπλακεί σε ανταγωνισμό με το Ιράν και την Ρωσία και επεδίωκε μια πολιτική εξισορρόπησης της επιρροής τους στην περιοχή. Ο φόβος της Τουρκίας από την πρόοδο των Κούρδων έχει αναγκάσει το άνοιγμα με το Ιράν και την Ρωσία στην Συρία, αλλά η εμβάθυνση της προσέγγισης αυτής απαιτεί πλήρη αλλαγή της περιφερειακής πολιτικής της Άγκυρας. Αυτό σημαίνει ότι θα εκτεθεί σε περαιτέρω τριβές με την Σαουδική Αραβία και άλλες χώρες του Κόλπου που αντιτίθενται στο Ιράν, και ότι θα εγκαταλείψει την πολιτική της για περιορισμό της επιρροής του Ιράν στο Ιράκ. Η προσέγγιση της Τουρκίας με το καθεστώς Assad εντείνει επίσης την κρίση εμπιστοσύνης μεταξύ της Τουρκίας και των συμμάχων της στην αντιπολίτευση της Συρίας, μειώνοντας την μόχλευση της Άγκυρας πάνω τους. Χωρίς αυτή την επιρροή, είναι δύσκολο για την Τουρκία να κρατήσει την δική της πλευρά της συμφωνίας και να πιέσει την αντιπολίτευση να αποχωρήσει από τα εδάφη που έχει υπό τον έλεγχό της.

Ένα άλλο πιθανό πρόβλημα είναι η στάση της Ρωσίας απέναντι στους Σύρους Κούρδους. Η Μόσχα θεωρεί ότι οι Κούρδοι είναι πολύ σημαντικό χαρτί για να παίξουν εναντίον της Άγκυρας και της Ουάσινγκτον και έτσι το Κρεμλίνο είναι απίθανο να επιτρέψει μια τουρκική στρατιωτική εισβολή στο Αφρίν. Χωρίς την συγκατάθεση της Ρωσίας, η Τουρκία δεν θα ξεκινήσει την στρατιωτική επιχείρηση εναντίον του κουρδικού καντονιού που υπονοεί ο Ερντογάν.

Για το Ιράν, η μετατόπιση της στάσης της Τουρκίας είναι ένα όφελος. Η σύναψη μιας συμφωνίας με την Άγκυρα για την αντιμετώπιση του κουρδικού σεπαρατισμού, η οποία θα συμβάλει στην χαλύβδωση της επιρροής του Ιράν στην Συρία και το Ιράκ, είναι μια ξεκάθαρη νίκη για την Τεχεράνη. Αλλά το Ιράν επίσης βλέπει καθαρά τους παράγοντες που έχουν ωθήσει την Άγκυρα προς αυτήν και την Ρωσία: Την πρόθεση του Trump να συνεχίσει να δουλεύει με τους Σύρους Κούρδους και το γεγονός ότι η στρατιωτική δυναμική στον συριακό πόλεμο βρίσκεται τώρα με τον Assad. Το Ιράν γνωρίζει πολύ καλά ότι οποιαδήποτε αλλαγή στις δυναμικές αυτές θα αντιστρέψει την πολιτική της Τουρκίας. Οι προηγούμενες προσπάθειες της Άγκυρας και της Τεχεράνης να χτίσουν πάνω στις κοινές τους βάσεις έχουν αποτύχει εξαιτίας της βαθιά ριζωμένης δυσπιστίας του ενός έναντι του άλλου και της απόκλισης των οραμάτων τους για την περιοχή. Αυτοί οι ίδιοι παράγοντες θα μπορούσαν ενδεχομένως να τους αποτρέψουν από την επίτευξη βαθύτερης προσέγγισης.

Η θερμή στάση της Τουρκίας προς το Ιράν πιθανόν να ενισχύσει περαιτέρω την επιρροή της Τεχεράνης στην Συρία και το Ιράκ. Μπορεί επίσης να υποβαθμίσει την πολιτική των ΗΠΑ στις χώρες αυτές, δεδομένης της εχθρότητας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν. Αυτό σηματοδοτεί τις σχέσεις μεταξύ των ΗΠΑ και της Τουρκίας, οι οποίες είναι ήδη τεταμένες. Ωστόσο, δεδομένης της ευθραυστότητας της προσέγγισης της Τουρκίας με τους δύο πρώην αντιπάλους της, καθώς και των πιθανών προβλημάτων που βρίσκονται ενόψει, η συνέχεια αυτής της συμφιλίωσης δεν έχει ακόμη παγιωθεί. Αντί να δει την Τουρκία ως χαμένη υπόθεση, η Ουάσιγκτον πρέπει να συνεχίσει να δεσμεύει την Άγκυρα διπλωματικά και στρατιωτικά.