Η νίκη τού ΣΥΡΙΖΑ και το μέλλον τής ευρωζώνης

Γράφει ο Στάθης Ν. Καλύβας

26/01/2015

Περίληψη Κειμένου

Βάζοντας στην άκρη την συζήτηση περί ανατροπής τής λιτότητας, η Ελλάδα εξακολουθεί να χρειάζεται την τελευταία δόση τής διάσωσης των 7,2 δισ. ευρώ για να καλύψει το χρηματοδοτικό της κενό. Προς το παρόν, λοιπόν, η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις τού προγράμματος.

 Δυόμισι χρόνια αφότου οι Έλληνες έφεραν στην εξουσία μια κυβέρνηση συνασπισμού υπό την ηγεσία τού Αντώνη Σαμαρά, τον επικεφαλής τού κεντροδεξιού κόμματος Νέα Δημοκρατία, επέστρεψαν στις κάλπες αυτό το Σαββατοκύριακο.

Οι εκλογές, οι οποίες έγιναν αναγκαστικές επειδή το ελληνικό κοινοβούλιο δεν ήταν σε θέση να επιλέξει έναν νέο πρόεδρο [της Δημοκρατίας], ώθησαν την Ελλάδα πάλι στα πρωτοσέλιδα του κόσμου. Ο Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, που είναι γνωστός από το ακρωνύμιό του «ΣΥΡΙΖΑ», κέρδισε μια αποφασιστική νίκη. Σύμφωνα με τις επίσημες προβλέψεις, φθάνει το 36,3% των ψήφων σε σύγκριση με το 27,8% για τη Νέα Δημοκρατία, 6,3% για το νεοναζιστικό κόμμα Χρυσή Αυγή και 6% τοις εκατό για να Ποτάμι, ένα κεντρώο κόμμα. [Όταν γράφονταν αυτές οι γραμμές] δεν ήταν ακόμη σαφές αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι σε θέση να κερδίσει το ελάχιστο των 151 εδρών (από τις 300) που χρειάζεται για να κυβερνήσει μόνος του, ή αν θα πρέπει να βρει έναν ή περισσότερους συνεργάτες για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Είτε έτσι είτε αλλιώς, ο 40χρονος ηγέτης τού ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος διεξήγαγε μια επιτυχημένη εκστρατεία κατά της λιτότητας, θα είναι ο επόμενος πρωθυπουργός τής Ελλάδας.

Μέχρι το 2010, ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα μικρό περιθωριακό κόμμα τής άκρας αριστεράς. Η μετατροπή του σε εκλογική δύναμη συνήθως εξηγείται ως αντίδραση στις καταστροφικές επιπτώσεις τής οικονομικής ύφεσης που έχουν βασανίσει την Ελλάδα για περίπου οκτώ χρόνια τώρα. Από το 2007, η Ελλάδα έχει χάσει το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της, ενώ το ποσοστό ανεργίας της έχει ξεπεράσει το 25%. Είναι, με άλλα λόγια, φυσικό για τους Έλληνες ψηφοφόρους να στραφούν προς ένα κόμμα που τους υπόσχεται μια διαφορετική οικονομική συνταγή.

Ειδικότερα, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει υποσχεθεί να απομακρύνει την λιτότητα, η οποία επιβλήθηκε στην Ελλάδα το 2010 από την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) καθώς και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (συλλογικά γνωστή ως Τρόικα), αφότου οι απερίσκεπτες οικονομικές πολιτικές στην Ελλάδα προκάλεσαν υπερ-δανεισμό και στην συνέχεια απώλεια της ικανότητάς της να χρηματοδοτεί το τεράστιο χρέος της. Για την εξάλειψη των ελλειμμάτων της, η Ελλάδα έπρεπε να μειώσει τις δαπάνες της και να αυξήσει τα έσοδά της, ένας συνδυασμός που προκάλεσε εκτεταμένο οικονομικό πόνο. Σίγουρα δεν βοήθησε την αυτοεκτίμηση της Ελλάδας ότι το πικρό φάρμακο χορηγήθηκε από το εξωτερικό.

Εκτός από την λιτότητα, η Ελλάδα έπρεπε να ξεκινήσει μια πλήρη μεταρρύθμιση του δυσλειτουργικού διοικητικού μηχανισμού και της οικονομίας της, έτσι ώστε να μπορεί να αρχίσει να ανακτά το χαμένο έδαφος. Αλλά η σθεναρή αντίσταση από ισχυρές ομάδες συμφερόντων υπονόμευσε πολλές από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ενώ η επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας και η πολιτική αβεβαιότητα στην Ελλάδα έκαναν χειρότερη μια ήδη κακή οικονομική κατάσταση. Τα πράγματα άρχισαν να δείχνουν καλύτερα το 2014, όταν η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε για πρώτη φορά από το 2007. Αλλά αυτό αποδείχθηκε «πολύ λίγο και πολύ αργά» για να ωφελήσει τον κυβερνητικό συνασπισμό, που αποτελείτο από τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, το σοσιαλιστικό κόμμα που είχε δεσπόσει στην Ελλάδα από το 1981.

Πράγματι, ο μεγαλύτερος χαμένος τής ελληνικής κρίσης ήταν το ΠΑΣΟΚ, το οποίο αρχικά εμφανίστηκε στην δεκαετία τού 1970 ως μια ριζοσπαστική εναλλακτική λύση για το πολιτικό κατεστημένο. Στα χρόνια του στην εξουσία, το ΠΑΣΟΚ στηρίχθηκε σε έναν συνδυασμό δημοσιονομικής επέκτασης και χαμηλής φορολογίας, που μεταφράστηκε σε ευρεία ευημερία για τους περισσότερους Έλληνες. Ο κύριος ανταγωνιστής τού κόμματος, η κεντροδεξιά Νέα Δημοκρατία, αποδείχθηκε ικανή να αντιγράψει αυτήν την συνταγή επιτυχίας, χάρη στον δανεισμό με χαμηλό επιτόκιο που προσέφερε η ένταξη της Ελλάδας στο ευρώ. Αλλά ήταν το ΠΑΣΟΚ που φορτώθηκε το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης, όταν η Ελλάδα έπρεπε να διασωθεί το 2010˙ Η οικονομία είχε καταρρεύσει κάτω από την ηγεσία τού ΠΑΣΟΚ. Ο ηγέτης τού κόμματος, Γιώργος Παπανδρέου, σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να διαχειριστεί την κατάσταση με οικονομικά κίνητρα, αλλά το κεϋνσιανό πείραμά του τού βγήκε ξινό όταν οι χρηματοπιστωτικές αγορές γύρισαν την πλάτη τους στην χώρα, αναγκάζοντάς τον να ζητήσει βοήθεια. Ως αποτέλεσμα, το ΠΑΣΟΚ πήγε από το συνηθισμένο 40% στις δημοσκοπήσεις, στο περίπου 5%.

Ανάμεσα στα πολλά αντίθετα με την λιτότητα κόμματα που προσπάθησαν να αξιοποιήσουν την απογοήτευση των Ελλήνων ψηφοφόρων μετά το 2010, ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν το πιο επιτυχημένο επειδή ήταν το πιο ικανό στο να μιμηθεί το αρχικό ριζοσπαστικό στυλ τού ΠΑΣΟΚ -ένα μείγμα λαϊκίστικης ρητορικής και μεγάλων υποσχέσεων για αλλαγή μέσω της επέκτασης του δημόσιου τομέα- που πολλοί ψηφοφόροι είχαν συνδέσει με τις καλές εποχές. Αλλά αυτός ο παραλληλισμός δεν σημαίνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι τόσο επιτυχής όσο ήταν το ΠΑΣΟΚ εκείνη την εποχή. Για να γίνει αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να δημιουργήσει θετικά οικονομικά αποτελέσματα. Έχει πλήρη αυτοπεποίθηση ότι μπορεί να επαναδιαπραγματευτεί την συμφωνία διάσωσης της Ελλάδας για να απαλλαγεί από τους περισσότερους δημοσιονομικούς όρους που την συνοδεύουν. Αλλά είναι αυτό δυνατόν;

Για πολλούς στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στις χώρες τής ευρωζώνης που χρωστούν, μια νίκη τού ΣΥΡΙΖΑ όντως προσφέρει μια νέα ευκαιρία για να κάνουν έκκληση για χαλάρωση των μέτρων λιτότητας, τα οποία έχει υποστηρίξει η Γερμανία. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, η συζήτηση επικεντρώθηκε στο στενότερο θέμα τής επαναδιαπραγμάτευσης του εξωτερικού χρέους στην Ελλάδα. Το χρέος είναι ασυνήθιστο στο ότι κατά κύριο λόγο αφορά στα κράτη-μέλη τής Ζώνης τού Ευρώ (μαζί με το ΔΝΤ και την ΕΚΤ) και όχι σε ιδιώτες επενδυτές. Παρά το σημαντικό κούρεμα το 2011, το χρέος στην Ελλάδα έχει εκραγεί (καθώς το ΑΕΠ τής χώρας έχει καταρρεύσει) φθάνοντας σε ονομαστική αξία κοντά στο 170% του ΑΕΠ.

Στην πράξη, ωστόσο, η εξυπηρέτηση του χρέους είναι λιγότερο δαπανηρή από όσο παραπέμπει το μέγεθός του, επειδή η πραγματική παρούσα αξία τού χρέους είναι πολύ χαμηλότερη και έχει μακροπρόθεσμη ωρίμανση και χαμηλά επιτόκια. Το επιτόκιο είναι πιθανόν να μειωθεί περαιτέρω -και η ωρίμανση να μετατεθεί στο μέλλον- κατά τις προσεχείς διαπραγματεύσεις, αν και ένα πιο εκτεταμένο κούρεμα του χρέους φαίνεται πρόωρο. Στην καλύτερη περίπτωση, η Ελλάδα θα μπορούσε ίσως να αναμένει πρόσθετη χαλάρωση μερικών από τους πιο αυστηρούς δημοσιονομικούς της στόχους, συμπεριλαμβανομένης της απαίτησης να παράγει ένα μεγάλο (4,5% του ΑΕΠ) πρωτογενές πλεόνασμα.

Τα μέτρα αυτά, ωστόσο, είναι απίθανο να αποδειχθούν επαρκή για την χρηματοδότηση του οικονομικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, ιδίως υπό το πρίσμα ενός συνδυασμού υστέρησης εσόδων και εκροής τραπεζικών καταθέσεων που προκαλείται από την υφέρπουσα πολιτική αβεβαιότητα. Δεδομένου ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι επίσης αντίθετος με πολλές από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για την αναμόρφωση της οικονομίας στην Ελλάδα και ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να μην έχει πρόσβαση στις διεθνείς χρηματαγορές, η υλοποίηση του προγράμματός του δεν απαιτεί τίποτα λιγότερο από μια δέσμευση από την ΕΕ για την χρηματοδότηση των μόνιμα αυξανόμενων ελλειμμάτων στην Ελλάδα. Αυτό απλά δεν είναι ρεαλιστικό.

Ο Τσίπρας αντιμετωπίζει έτσι την εξής επιλογή: Θα μπορούσε να αποδεχθεί τις όποιες προσαρμογές προσφέρει η τρόικα και να κάνει μια στροφή 180 μοιρών, στοιχηματίζοντας ότι η ελληνική οικονομία θα ωφεληθεί από την επακόλουθη πολιτική σταθερότητα, την πτώση των τιμών τού πετρελαίου και του ευρώ, και τις νέες πολιτικές ποσοτικής χαλάρωσης που ανακοίνωσε πρόσφατα η ΕΚΤ. Αν, πάνω από όλα αυτά, ο Τσίπρας αποδειχθεί ικανός να μεταρρυθμίσει την εμφανώς δυσλειτουργική διοίκηση στην Ελλάδα, να διορθώσει το συνταξιοδοτικό σύστημα, και να περιορίσει την διαφθορά και την φοροδιαφυγή, θα αναγνωριστεί ως ένας μεγάλος μεταρρυθμιστής και θα κυριαρχήσει στην ελληνική πολιτική για την επόμενη δεκαετία. Περιττό να πούμε ότι μια τέτοια στρατηγική απαιτεί σημαντικό όραμα, πολιτική ικανότητα, και ειδικούς ελιγμούς τόσο στις ευρωπαϊκές αρένες όσο και την ελληνική. Ο Τσίπρας και η ομάδα του, ωστόσο, είναι άπειροι, όσον αφορά στα παραπάνω. Επιπλέον, εάν οι προσαρμογές αυτές αποτύχουν να βελτιώσουν τις οικονομικές προοπτικές στην Ελλάδα, ο Τσίπρας θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την ίδια μοίρα με τον Σαμαρά, ο οποίος, όπως και αυτός, ξεκίνησε ως επικριτής τής λιτότητας, ή όπως ο προκάτοχός του, ο Παπανδρέου, του οποίου το πρόγραμμα δημοσιονομικής επέκτασης του 2009 ανατινάχθηκε στα χέρια του.

Εναλλακτικά, ο Τσίπρας θα μπορούσε απορρίψει την προσφορά τής τρόικας. Μπορεί να είναι απρόθυμος να κάνει μια τέτοια σημαντική στροφή και να αθετήσει τις υποσχέσεις του, λόγω της ιδεολογικής αντίθεσής του στις προσανατολισμένες προς την αγορά διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Ή, μπορεί να είναι πρόθυμος να κάνει μια στροφή, αλλά να αποτύχει να πείσει το ουσιαστικό κομμάτι του κόμματός του, που αποτελείται από αδιόρθωτους σκληροπυρηνικούς μαρξιστές, να τον ακολουθήσει. Η Ελλάδα εξακολουθεί να υπόκειται στους όρους τού προγράμματος διάσωσης και χρειάζεται την τελευταία δόση των 7,2 δισ. ευρώ για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της. Ως εκ τούτου, προς το παρόν, η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις τού προγράμματος –δηλαδή ακριβώς τον συνδυασμό τής λιτότητας και των μεταρρυθμίσεων που ο ΣΥΡΙΖΑ έχει υποσχεθεί να ανατρέψει. Αυτό μπορεί να είναι αρκετό για να διαλύσει το κόμμα. Μια τέτοια εξέλιξη θα εγκαινιάσει μια πολιτική κρίση, οδηγώντας πιθανώς σε άλλον ένα γύρο εκλογών που θα υπονομεύσει περαιτέρω την εύθραυστη οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα. Σε εκείνο το σημείο, η Ελλάδα θα μπορούσε να δει το οτιδήποτε από μια μεγάλη συμμαχία μεταξύ ΝΔ και των μετριοπαθών τού ΣΥΡΙΖΑ μέχρι μια ολοκληρωτική οικονομική κατάρρευση και την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια ελληνική κατάρρευση και έξοδος από το ευρώ θα ήταν μια αρνητική εξέλιξη για την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και την ευρωζώνη. Από την μια πλευρά, η Γερμανία προτιμά να αποφευχθεί ένα τέτοιο αποτέλεσμα, ακόμη και αν ευρέως θεωρείται ότι είναι διαχειρίσιμο και είναι απίθανο να προκαλέσει οικονομική μόλυνση. Θα πρέπει επίσης να ασχοληθεί με την εκτεταμένη απογοήτευση από την λιτότητα και την άνοδο των λαϊκιστικών κομμάτων σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Από την άλλη πλευρά, οι Έλληνες ψηφοφόροι, παρά την οικονομική ταλαιπωρία τους, εξακολουθούν να υποστηρίζουν την συμμετοχή τής χώρας στην ζώνη τού ευρώ με μεγάλα ποσοστά και θα τιμωρούσαν σκληρά οποιαδήποτε κυβέρνηση οδηγήσει την χώρα προς αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο, ακόμη και αν μπορούν να αποφευχθούν τα χειρότερα, ο δρόμος μπροστά θα είναι γεμάτος λακκούβες.

Ο ΣΤΑΘΗΣ Ν. ΚΑΛΥΒΑΣ είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στην έδρα Arnold Wolfers και διευθυντής τού Προγράμματος Τάξης, Σύγκρουσης και Βίας στο Πανεπιστήμιο Yale.