Μιχαήλ Ζουμπουλάκης

09/07/2014

Περίληψη Κειμένου

Η ελληνική οικονομία βρέθηκε μετά το 2009 στη μεγαλύτερη κρίση τής ιστορίας της. Οι αιτίες τής κρίσης είναι οικονομικές και πολιτικές. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο πλαίσιο του στρεβλού πελατειακού μας πολιτικού συστήματος. Χρειάζεται, λοιπόν, αλλαγή στο παραγωγικό μοντέλο τής χώρας. Αλλά αυτό δεν αλλάζει χωρίς κρατική καθοδήγηση…

 

Η ελληνική οικονομία βρέθηκε μετά το 2009 στη μεγαλύτερη κρίση τής ιστορίας της, μεγαλύτερη από αυτήν της δεκαετίας τού 1930, και συγκρίσιμη μόνο με την κρίση που ακολούθησε την πτώχευση του 1893, ως προς την διάρκεια και τις πολιτικές επιπτώσεις της. Η διεθνής εμπειρία λέει ότι δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο χώρας που κατάφερε να εξέλθει από μια αθροιστική ύφεση άνω του 23%, χωρίς ενεργητικές πολιτικές που στοχεύουν στην αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης και στην τόνωση της ζήτησης. Αυτό λέει η συνοπτική μας αναφορά στα ιστορικά παραδείγματα των δύο προηγούμενων μεγαλύτερων υφέσεων που γνώρισε το σύστημα, δηλαδή της «Μακράς ύφεσης» του 19ου αι. και της μεγάλης κρίσης τού 1929. Και στις δύο περιπτώσεις οι κυβερνήσεις εφάρμοσαν ενεργητικές πολιτικές εξόδου από την ύφεση.

Η φύση τής ελληνικής κρίσης είναι κυρίως πολιτική και σχετίζεται με τη μακρά παράδοση δύο αιώνων «πελατειακού κράτους». Η κύρια αιτία τής σημερινής κρίσης, το υπέρογκο και μη διαχειρίσιμο δημόσιο χρέος, είναι προϊόν αυτής της στρεβλής σχέσης πολιτών και πολιτικών εκπροσώπων. Η αλλαγή παραγωγικού μοντέλου και η διατηρήσιμη ανάπτυξη προϋποθέτουν τις μεταρρυθμίσεις στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος.

Η ΠΡΩΤΗ ΔΙΕΘΝΗΣ ΥΦΕΣΗ (1873-1896)

H οικονομική ανάπτυξη του καπιταλισμού ξεκίνησε ως ένα «καθεστώς εκτατικής συσσώρευσης» γιατί, εκτός τής γεωγραφικής εξάπλωσης, στηρίχθηκε στην σταδιακή επιδείνωση των όρων εκμετάλλευσης της εργασίας (επέκταση του χρόνου και της ποσότητας εργασίας). Κατά το τρίτο τέταρτο του 19ου αιώνα αντίθετα, παρατηρείται μια εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης του συντελεστή εργασία, με την ραγδαία εκμηχάνιση της παραγωγής. Η εξάντληση των ορίων αυτού του καθεστώτος συσσώρευσης σήμανε την είσοδο της καπιταλιστικής οικονομίας στην πρώτη της «Μακρά Ύφεση» των ετών 1873-1896. Το σύστημα ομογενοποιήθηκε και μέσα στην παθογένεια του, παρουσιάζοντας νέες κρίσεις «καπιταλιστικού τύπου». Σε αντίθεση με τις «κρίσεις παλαιού τύπου» που χαρακτηρίζονται από την έλλειψη αγαθών επιβίωσης λόγω κλιματικών ή πολεμικών καταστροφών, οι νέου τύπου κρίσεις είναι κυρίως κρίσεις υπερπαραγωγής (Βλ. Rosier 1988: 6-7, Bairoch 1997, II: 375 κ.έ.). Οι διακυμάνσεις τής οικονομικής δραστηριότητας δεν περιορίζονται πλέον στα όρια μιας χώρας αλλά θίγουν πρώτα τις ανεπτυγμένες οικονομίες, και κατόπιν τον υπόλοιπο κόσμο. Η περιοδικότητά τους, η γενικότητά τους (σε όλους τους τομείς τής οικονομίας), ο διεθνής τους χαρακτήρας και, τέλος, το γεγονός ότι έχουν ως αφετηρία πάντα μια χώρα που ηγείται στην παγκόσμια οικονομία (Rosier 1988: 20), είναι οι αποδείξεις της ωριμότητας ενός οικονομικού συστήματος που ευημερεί και «υποφέρει» σχεδόν παντού συγχρόνως.

Η «μακρά ύφεση» εγγράφεται στο δεύτερο «κύμα Kondratiev» (στδ: το κυκλικό φαινόμενο της οικονομίας) τής περιόδου 1847-1896 και σήμανε την πρώτη υστέρηση στην τάση συνεχούς ανόδου της παγκόσμιας παραγωγής, με ρυθμούς κάτω από 1%. Η έξοδος από την ύφεση επιτεύχθηκε χάρη στην πλήρη αναδιοργάνωση της διαδικασίας παραγωγής και την άνοδο του προστατευτισμού και της αποικιοκρατίας (Graff κ.ά. 2014: 138). Η περίοδος 1896-1914 δεν είναι μόνον η εποχή τού «ιμπεριαλισμού» αλλά και της μεγάλης συγκέντρωσης κεφαλαίου και της τεράστιας ανόδου των δασμών. Μεγάλες επιχειρήσεις στις ΗΠΑ, την Γερμανία και την Αγγλία, συγχωνεύθηκαν οριζόντια δημιουργώντας μονοπωλιακά τραστ, ή συγκεντροποιήθηκαν κάθετα ελέγχοντας όλα τα στάδια της παραγωγής, από την πρώτη ύλη μέχρι το τελικό προϊόν, σε ποσοστά που κυμαίνονται στις ΗΠΑ από 50% έως 84% (Dockès-Rosier 1983: 134-5). Συχνά αυτή η συγκέντρωση οδήγησε και στην δημιουργία πολυεθνικών επιχειρήσεων: από τις 60 μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις της δεκαετίας του 1970, οι 31 είχαν ήδη δημιουργηθεί πριν το 1915 (Bairoch 1997, II: 266). Χάρη σε αυτήν την αναδιοργάνωση του κεφαλαίου και της διαδικασίας τής εργασίας, αλλά και χάρη στην κρατική προστασία, το προϊόν τής βιομηχανίας στη ΒΔ Ευρώπη γνώρισε το μεγαλύτερο, μέχρι τότε, ετήσιο ρυθμό ανάπτυξής του (3,5% έναντι 2,2% μεταξύ 1830-1890).

Η ΜΕΓΑΛΗ ΥΦΕΣΗ ΤΟΥ 1929

Η κρίση τού 1929 ήταν μια πρωτοφανής κρίση υπερπαραγωγής: το οικονομικό σύστημα παρήγαγε μαζικά περισσότερα από όσα μπορούσε να καταναλώσει. Ο υπερβολικός δανεισμός των ευρωπαϊκών οικονομιών από τις ΗΠΑ στην διάρκεια του «Μεγάλου Πολέμου», η πτώση των τιμών των αγροτικών προϊόντων, η κατάρρευση του «κανόνα τού χρυσού» ή ακόμη και η χρηματιστηριακή φούσκα τής Νέας Υόρκης ήταν σοβαρές αλλά δευτερεύουσες αιτίες ως προς την αδυναμία τού συστήματος να απορροφήσει την άνοδο της παραγωγικότητας μετά το 1920 (Berend 2006: 103 κ.έ., Graff κ.ά. 2014: 207-212). Η κατωφερής σπείρα των οικονομικών και πολιτικών συνεπειών τής διεθνούς κρίσης κατά την δεκαετία τού 1930 είναι πολύ γνωστή: πτώση τιμών –χρεοκοπίες επιχειρήσεων- πτωχεύσεις τραπεζών- πτώση βιομηχανικής παραγωγής- ανεργία. Η μεγαλύτερη κρίση που γνώρισε ως σήμερα το σύστημα εξέθρεψε τους ολοκληρωτισμούς στην Ευρώπη και οδήγησε σε ένα νέο παγκόσμιο πόλεμο.

Οι συνέπειες, ωστόσο, της κρίσης δεν ήταν εξίσου δραματικές σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες. Τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα στις ΗΠΑ, την Αυστρία, την Γερμανία και την Γαλλία, όπου η ύφεση κυμάνθηκε από -20 έως -30%, σχετικά ήπια στη Μεγάλη Βρετανία, το Βέλγιο, την Ολλανδία και την Ελλάδα, όπου η ύφεση δεν ξεπέρασε το -10%, ενώ άγγιξε απλώς την Ιταλία, την Πορτογαλία, την Δανία κ.ά. με μείωση του ΑΕΠ μικρότερη του -5% από το 1929 μέχρι το 1938 (Heikinnen στο Psalidopoulos (ed.) 2012: 42). Η πολιτική τού New Deal έφερε 15 μείζονες μεταρρυθμίσεις στις πρώτες 100 μέρες τής προεδρίας Roosevelt το 1933, σε όλους τους τομείς τής οικονομικής δραστηριότητας: τράπεζες, νομισματική κυκλοφορία, αγροτική πίστη, βιομηχανική πολιτική. Η Γαλλία αφού γνώρισε μια πενταετία πολιτικής αστάθειας και μεγάλων κοινωνικών αναταραχών, αντιμετώπισε την βαθειά ύφεση και τον αντιπληθωρισμό με την παρεμβατική οικονομική και κοινωνική πολιτική των 4 σοσιαλιστικών κυβερνήσεων του Front Populaire (1936 –38). Η Γερμανία και η Ιταλία είχαν φασιστικές κυβερνήσεις με μια ούτως ή άλλως διευθυνόμενη οικονομική πολιτική. Πρακτικά, μόνον η Αυστρία ακολούθησε μια φιλελεύθερη πολιτική μένοντας πιστή στο δόγμα τού Αυστρομονεταρισμού, γι’ αυτό και οι συνέπειες της κρίσης υπήρξαν ολέθριες, τόσο για το οικονομικό σύστημα, όσο και για την πολιτική της τάξη αλλά και για την ίδια την εθνική της ανεξαρτησία (Klausinger στο Psalidopoulos (ed.) 2012: 147). Συνολικά, το σύστημα επανέκαμψε μέσω μιας επιθετικής δημοσιονομικής πολιτικής με στόχο την ενίσχυση της συνολικής ζήτησης, συνδυασμένης με την άνοδο ενός πρωτοφανούς οικονομικού εθνικισμού.

Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ 2008 ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ

Αποτελεί πλέον κοινή διαπίστωση, ότι η βασική αιτία τής κρίσης ήταν η ανεξέλεγκτη επέκταση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Με πολύ απλά λόγια, οι Αμερικανοί ιδιοκτήτες κατοικιών καταχράστηκαν τις δυνατότητες ενυπόθηκου δανεισμού που τους προσέφερε η απορρυθμισμένη αγορά, και παρασύρθηκαν από μια χωρίς προηγούμενο καταναλωτική μανία αγοράς εισαγόμενων προϊόντων. Έτσι εκτινάχθηκε το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ έναντι της Ευρώπης, της Κίνας και της Ιαπωνίας. Παράλληλα, η άνοδος των τιμών των ακινήτων συνοδεύτηκε από την δημιουργία μιας παράλληλης αγοράς τίτλων ενυπόθηκων δανείων που «επανασυσκευάστηκαν» και μεταπωλήθηκαν ως επισφαλή παράγωγα (ομόλογα υψηλού κινδύνου γνωστά και ως «τοξικά» ομόλογα). Όταν το 2007 έσκασε η «φούσκα» των ακινήτων, οι κάτοχοι τέτοιων τίτλων έτρεξαν να τους ρευστοποιήσουν όσο-όσο, παρασύροντας σε κατάρρευση και τις επενδυτικές τράπεζες που τους εξέδωσαν. Η πρωταρχική αιτία τής κρίσης τού 2008 είναι η -χωρίς κρατικό έλεγχο- άνοδος του «τιτλοποιημένου δανεισμού» (Ferguson 2008: 85). Η κρίση οδήγησε σε μια δεύτερη, μετά το 1929, κατάρρευση του μύθου τής παντοδυναμίας τής αγοράς: οι ελεύθερες αυτορυθμιζόμενες αγορές δεν είναι ούτε αλάνθαστες, ούτε οδηγούν σε ηθικώς αποδεκτές λύσεις και δεν είναι καν αποτελεσματικές. Στο συλλογικό τόμο των Hemerijck et alii (2010), 24 σημαίνοντες Ευρωπαίοι και Αμερικανοί πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες διαπίστωσαν την αναγκαιότητα ρύθμισης των αγορών από το κράτος ή κάποιους διακρατικούς οργανισμούς. Εύστοχα μας θυμίζει ο Delors την ρήση, «ισχύς χωρίς ρύθμιση επιφέρει κατάχρηση» (op.cit.458).

Η κρίση έφτασε στην Ελλάδα με καθυστέρηση δύο χρόνων. Οι αιτίες τής κρίσης είναι οικονομικές και πολιτικές. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο πλαίσιο του στρεβλού πελατειακού μας πολιτικού συστήματος. Γενιές νεοελλήνων ανατράφηκαν με το δεδομένο ότι υπάρχουν δύο τρόποι για να πετύχεις τον σκοπό σου: ο ευθύς και ο «άλλος», ο πλάγιος. Σε κάθε κοινωνική μας δραστηριότητα, από το σχολείο, τον Στρατό, το Νοσοκομείο, τους χώρους δουλειάς ή την επιχείρηση, για ένα δάνειο ή μια πρόσληψη, δημιουργήσαμε πολλά αμοιβαία χρέη, μεταξύ μας και με τους πολιτικούς μας εκπροσώπους. Μετά το 1981, το πελατειακό κράτος κοινωνικοποιήθηκε. Ζητούμενο έγινε πλέον η ικανοποίηση όλων των διαφορετικών κοινωνικών συμφερόντων των «μη-προνομιούχων», μέσα από το κράτος και τους αυξανόμενους πόρους του από την ΕΟΚ/ΕΕ και από δανεικά (Κωστής 2013: 809).
Έτσι χρεώσαμε τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας σε μια πελατειακή συμπεριφορά που μετέτρεψε την εξυπηρέτηση των εγωιστικών μας (ατομικών ή συλλογικών) μικροσυμφερόντων σε ύψιστη πολιτική αρχή για κάθε νομοθετική πρωτοβουλία ή πολιτικό πρόγραμμα. Έτσι βρεθήκαμε με 155 ασφαλιστικά ταμεία, και ένα άναρχο και παντελώς άδικο σύστημα, όπου άτομα με ίδια κατά τα άλλα εργασιακά χαρακτηριστικά είχαν εντελώς διαφορετικά συνταξιοδοτικά δικαιώματα (Ματσαγγάνης 2010). Ταυτόχρονα επιτρέψαμε σε νέους ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες, να βγαίνουν σε πρόωρη σύνταξη μόλις πιάσουν την ηλικία των 40. Ξεχάσαμε ότι κάθε γενιά δίνει στις προηγούμενες γενιές ό,τι θα λάβει από τις επόμενες. Αποτέλεσμα: πολλοί συνταξιούχοι, λίγες εισφορές και αμέτρητες προνομιακές εξαιρέσεις που δεν κατακτήθηκαν με αγώνες, αλλά με συντεχνιακές πιέσεις σε σκοτεινούς διαδρόμους. Το ίδιο κάναμε με το πολύπαθο σύστημα υγείας. Χρεώναμε το 2010 τα Ταμεία με 6 δισ. ετησίως για φάρμακα, δύο φορές παραπάνω από το Βέλγιο με τον ίδιο πληθυσμό! Ταυτόχρονα, κανένα δημόσιο νοσοκομείο δεν ήταν σε θέση να ελέγξει τις δαπάνες του επειδή δεν διέθετε διπλογραφικό λογιστικό σύστημα.

Σύμπτωμα συμφεροντολογικής συμπεριφοράς ήταν ότι ενώ καταδικάζαμε το μεγάλο και σπάταλο κράτος σπρώχναμε με κάθε τρόπο τα παιδιά μας να μπουν στο Δημόσιο. Αφού κατάφερναν να μπουν στο Δημόσιο χρησιμοποιούσαμε κάθε μέσον για να το υπηρετήσουν κοντά στα μεγάλα αστικά κέντρα και σε θέσεις χωρίς βαρύ αντικείμενο. Έτσι μεγάλωσε το Κράτος με τις εκατοντάδες δημόσιους οργανισμούς στο κέντρο, και τις αναιμικές του υπηρεσίες στην περιφέρεια. Με την ίδια συμφεροντολογική λογική, ενώ κατέρρευσε το σύστημα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δημιουργήσαμε 24 Πανεπιστήμια και 271 Τμήματα διεσπαρμένα σε όλη την ελληνική περιφέρεια, χωρίς σχεδιασμό, χωρίς υποδομές, χωρίς επαγγελματικά δικαιώματα για τους πτυχιούχους, μόνο για χαϊδέψουμε τα αυτιά των δημοτών τής επαρχίας. Με μοναδικό κριτήριο την ζήτηση για σπουδές, πολλαπλασιάσαμε και μαζικοποιήσαμε τα Πανεπιστήμια, μεταθέτοντας την ανεργία των νέων για 5-6 χρόνια, αφού, όμως, δαπανήσαμε ένα τεράστιο κόστος για την εκπαίδευση τους.

Τρομερότερο δε σύμπτωμα όλων είναι το «άθλημα της φοροδιαφυγής». Η Ελλάδα είναι ίσως η μόνη καπιταλιστική χώρα όπου το μέσο δηλωθέν εισόδημα των εμπόρων, βιομηχάνων, βιοτεχνών είναι χαμηλότερο από αυτό των μισθωτών υπαλλήλων τους. Φτωχά αφεντικά και πλούσιοι εργαζόμενοι! Φτωχοί γιατροί και πλούσιοι ασθενείς! Σύμφωνα με συντηρητικές εκτιμήσεις, το εισόδημα που αποκρύπτεται ως ποσοστό του πραγματικού εισοδήματος εκτιμάται σε 9,9% για το σύνολο του πληθυσμού ενώ αγγίζει το 23,6% για το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού (Matsaganis - Flevotomou 2010). Παράλληλα, η Ελλάδα είναι η ευρωπαϊκή χώρα με τα μακράν μεγαλύτερα ποσοστά διαφυγόντος ΦΠΑ. Σχεδόν το 1/3 των δυνητικών εσόδων δεν εισπράττετο. Ίσως για το λόγο αυτό κανείς υπουργός Οικονομικών της μεταπολίτευσης δεν απολογήθηκε στην ελληνική Βουλή για το γεγονός ότι κανείς προϋπολογισμός δεν εκτελέστηκε σωστά.

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, οι δημόσιες δαπάνες αυξήθηκαν από 44% ΑΕΠ το 2005 σε 53% το 2009. Παράλληλα τα έσοδα μειώθηκαν από 39% ΑΕΠ το 2005 σε 37% το 2009 (ΚΕΠΕ 15/2011). Έτσι τα δημόσια ελλείμματα εκτροχιάστηκαν από το 1974, από 4% του ΑΕΠ σε 10% το 1981, σε 13% το 1990, σε 3% το 2000 και πάλι 15,4% το 2009. Τα ελλείμματα καλύφθηκαν με δανεισμό: το χρέος από 20% το 1974, έγινε 48% το 1981 και 109% το 1996 (Γιαννίτσης 2005: 82). Με δύο λόγια ενώ το ΑΕΠ της χώρας 2πλασιάστηκε, το χρέος της 6πλασιάστηκε! Στην πραγματικότητα, φτάσαμε στο Μνημόνιο επειδή χρεοκόπησε το μεταπολιτευτικό μοντέλο ανάπτυξης και διακυβέρνησης. Με την ένταξη στο ευρώ η πορεία επιταχύνθηκε καθώς υπήρχε πολύ πιο εύκολη πρόσβαση σε φθηνό δανεισμό. Στην χρεοκοπία έφτασε η Ελλάδα τους πρώτους μήνες τού 2010 όταν οι «αγορές» (δηλαδή τράπεζες, επενδυτικά κεφάλαια, ασφαλιστικά ταμεία και όσοι άλλοι διαχειρίζονται αποταμιεύσεις τοποθετώντας τις μεταξύ άλλων σε κρατικά ομόλογα) έχασαν την εμπιστοσύνη τους ότι η χώρα θα ήταν σε θέση να αποπληρώνει το χρέος της. Λόγω της διεθνούς κρίσης οι δανειστές ζητούσαν απαγορευτικά επιτόκια για να πάρουν το ρίσκο της ενδεχόμενης ελληνικής χρεοκοπίας.

Η συμφωνία τής 2/5/2010 ανάμεσα στην χώρα μας και την ΕΕ με το ΔΝΤ που αποτυπώθηκε στο Πρώτο Μνημόνιο ήταν διπλά χρήσιμη: 1ον) Με το δάνειο των 110 δισ. μας γλύτωσε από μιαν άμεση χρεοκοπία με συνέπειες δραματικά βαρύτερες. 2ον) Επέβαλε τη λήψη δημοσιονομικών μέτρων που καμιά κυβέρνηση δεν θα υιοθετούσε οικειοθελώς με δεδομένη την αδράνεια του πολιτικού μας συστήματος. Οπωσδήποτε υπήρχε καλύτερο μείγμα μέτρων – ως προς την κατανομή των βαρών στην κοινωνία και ως προς την στήριξη της παραγωγής, της απασχόλησης και των επενδύσεων – το οποίο όμως θα έπρεπε να έχει ισοδύναμο αποτέλεσμα στην διατηρήσιμη μείωση του ελλείμματος. Ο λόγος που δεν επιδιώχθηκε ένα άλλο μείγμα μέτρων ήταν οι αδράνειες των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που ακόμα και σε τόσο ακραίες συνθήκες προτιμούν να καταγγέλλουν όποιους έχουν την ευθύνη των αποφάσεων παρά να διαπραγματευθούν σοβαρά για κάτι καλύτερο, με ρεαλιστική επίγνωση των δυνατοτήτων. Το Μνημόνιο ήταν σαν την υπογραφή τής Συνθήκης τής Λοζάνης. Δεν ήταν η Μικρασιατική Καταστροφή που μας έφερε εκεί.

Υπήρχε άλλη λύση; Οι εναλλακτικές επιλογές την άνοιξη του 2010 ήταν τέσσερις:

1.Πτώχευση και άρνηση πληρωμής χρέους; Το σύνολο των οφειλών θα ήταν άμεσα απαιτητά και λόγω αδυναμίας ανταπόκρισης, η Ελλάδα θα έβγαινε εκτός δανειακών αγορών με άμεσες ολέθριες συνέπειες για το χρηματοπιστωτικό της σύστημα. Τα αποτελέσματα της πτώχευσης της Αργεντινής είναι ακόμη εδώ: η μονομερής διαγραφή τού χρέους το 2001 κράτησε την χώρα εκτός αγορών για δέκα χρόνια, με μηνιαίο πληθωρισμό έως και 10% και υποτίμηση του πέσο κατά 80%.

2.Έξοδος από το ευρώ; Ακόμη και αν υπήρχε διαδικασία εξόδου και συναινούσαν οι Ευρωπαίοι εταίροι μας, την επόμενη μέρα το εξωτερικό χρέος θα πολλαπλασιαζόταν αφού θα υπολογίζονταν στη νέα, προφανώς υποτιμημένη ισοτιμία ευρώ /δραχμής. Συνέπειες: άνοδος τιμών εισαγομένων, ελλείψεις φαρμάκων, καυσίμων, κρέατος και άλλων βασικών ειδών διατροφής, με δεδομένο το τεράστιο ελλειμματικό ισοζύγιο τροφίμων τής χώρας. Η κάλυψη των αυξήσεων θα οδηγούσε σε συνεχή εκτύπωση νέων δραχμών, πληθωρισμό, σταδιακό μηδενισμό τής αγοραστικής δύναμης, περαιτέρω υποτίμηση και ανάλογη αύξηση του χρέους.

3.Να δανειστούμε από αλλού, όπως ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα; Το πάθημα της Κύπρου τον Μάρτιο του 2013 έδειξε ότι δεν υπάρχουν πρόθυμοι να συνδράμουν μια χώρα σε απόγνωση, έστω και του πολύ μικρού μεγέθους τής Κύπρου.

4.Να δανειστούμε μόνον από την ΕΕ χωρίς το ΔΝΤ και τις πολιτικές λιτότητας της τρόικας; Τέτοιος ευρωπαϊκός μηχανισμός δεν υπήρχε και ως φαίνεται δεν το διαπραγματευτήκαμε (λόγω χρόνου;). Αντιθέτως, λάθη τακτικής (η διόγκωση του ύψους τού ελλείμματος του 2009 κατά 3,7 μονάδες), λάθη επικοινωνίας («Τιτανικός», απειλές για «πιστόλια στο τραπέζι»), και κυρίως η κωλυσιεργία και οι «δεύτερες σκέψεις» τής Ε.Ε., έφεραν την τριμερή επιτήρηση.

Να τονίσουμε εδώ ότι οι αγορές δεν χάρηκαν με το μνημόνιο –γιατί τις παρακάμψαμε-, όπως δεν χαίρονται ούτε με τις προσπάθειες μηδενισμού τού δημοσίου ελλείμματος. Το αντίθετο μάλιστα, επεδίωκαν την αποτυχία τού μνημονίου και την προσφυγή μας -κακήν κακώς- πάλι στις αγορές. Ας το καταλάβουμε επιτέλους ότι όσοι μας δάνεισαν με χαμηλά επιτόκια στο παρελθόν, θέλουν να μας ξαναδανείσουν με υψηλότερα επιτόκια στο μέλλον. Αυτός είναι ο λόγος που χρησιμοποιούν τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης (ιδιωτικοί οίκοι με καθόλου καθαρές επιδιώξεις) σε βάρος μας, συντηρώντας μια εικόνα απαξίωσης της ελληνικής οικονομίας. Ήθελαν να αποτύχουμε για να ξαναπέσουμε στην ανάγκη τους.
Οι στόχοι τού μνημονίου τού 2010 αποδείχτηκαν γρήγορα ανέφικτοι: τα δάνεια ήταν υπέρογκα, ο χρόνος επιστροφής τους εξαιρετικά βραχύς, τα έσοδα των ιδιωτικοποιήσεων είχαν υπερεκτιμηθεί, ενώ οι επιπτώσεις των μέτρων στην ύφεση είχαν σαφώς υποεκτιμηθεί. Αυτές οι αστοχίες οδήγησαν στην κατάρρευση της κυβέρνησης Παπανδρέου και στον σχηματισμό κυβέρνησης σωτηρίας υπό τον Λουκά Παπαδήμο με βασικό στόχο την αναδιαπραγμάτευση του μνημονίου. Πράγματι το 2ο μνημόνιο της 21/2/2012 προέβλεπε ένα πρόγραμμα ανταλλαγής ελληνικών κρατικών ομολόγων ύψους 207 δισ. με παροχή στους δανειστές ομολόγων διαβάθμισης ΑΑΑ ύψους 30 δισ. και έκδοση νέων ελληνικών ομολόγων αξίας 65 δισ. Η απομείωση της ονομαστικής αξίας τού χρέους κατά 53,5% (από 207 σε 95) συνοδεύτηκε επιπλέον από την επιμήκυνση εξόφλησής του κατά 30 χρόνια, τη μείωση του μέσου επιτοκίου στο 3,65% (αρχή 2%, τέλος 4%). Το όφελος από τόκους υπολογίστηκε σε 7,5 δισ. ετησίως, ενώ το πραγματικό όφελος περίπου 50 δισ. (λόγω αναγκών ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών) σήμανε τη μεγαλύτερη αναδιάρθρωση δημοσίου χρέους των τελευταίων 60 χρόνων παγκοσμίως! Η επιτυχία Παπαδήμου επέτρεψε στην χώρα να οδηγηθεί ομαλά σε εκλογές αναζητώντας μια κυβέρνηση με νωπή δημοκρατική νομιμοποίηση.

Η τρικομματική κυβέρνηση Σαμαρά πέτυχε μια νέα συμφωνία για το χρέος στις 26/11/2012 μειώνοντας το επιτόκιο δανεισμού τού 1ου μνημονίου κατά 1 μονάδα, μειώνοντας το κόστος των εγγυήσεων και επιμηκύνοντας την ωρίμανση διμερών δανείων κατά 15 έτη, με αναβολή πληρωμής των τόκων κατά 10 έτη. Τέλος, οι επικεφαλής τής ΕΕ-17 δεσμεύτηκαν επίσημα για κατάθεση των κερδών από την επαναγορά των ελληνικών ομολόγων, υπέρ του λογαριασμού εξυπηρέτησης του ελληνικού χρέους.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΔΙΕΞΟΔΟΥ

Οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν συνεπεία των δύο μνημονίων χρηματοδότησης του ελληνικού χρέους, είχαν μικτά αποτελέσματα. Από την μια πλευρά επέδρασαν θετικά στην μείωση του δημοσίου ελλείμματος κατά 90% από 36,3 δισ. σε 3,8 δισ. (ΙΟΒΕ). Οι δαπάνες μειώθηκαν κατά 30% (από 125 δισ. σε 88 δισ.). Παράλληλα βελτίωσαν την ανταγωνιστικότητα μέσα από τη μείωση του κόστους εργασίας (από 113 σε 97) και τη μείωση των τιμών (2013: -1,5%). Αυτό συνετέλεσε στη μείωση του ελλείμματος του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών (από -35 δισ. ή 15% ΑΕΠ σε -3 δισ. ή 3%), λόγω ανόδου των εξαγωγών από 20 δισ. το 2008 σε 23 δισ. το 2012, και μείωσης των εισαγωγών από 64 δισ. σε 42 δισ. (ΚΕΠΕ 22). Θετική είναι και η εξυγίανση του τραπεζικού τομέα, με λιγότερες και ισχυρότερες τράπεζες. Όλα αυτά αντανακλώνται στην σοβαρή υποχώρηση του κόστους δανεισμού: το επιτόκιο δανεισμού των δεκαετών ελληνικών ομολόγων έπεσε στο 6,1% από 14% (Ναυτεμπορική 9/5/2014) και στην πρόσφατη επιτυχή έξοδο στις δανειακές αγορές. Ωστόσο, και λόγω των μεγάλων λαθών στο σχεδιασμό τους, οι πολιτικές των μνημονίων είχαν σοβαρότατα αρνητικά αποτελέσματα με κορυφαίο την τραγική άνοδο της ανεργίας, από 325.000 ανέργους (6,6%) το 2008 σε 1,4 εκ. ανέργους (27,5%) το 2013 (Matsaganis 2013) εκ των οποίων το 65% μακροχρόνια άνεργοι (ΙΟΒΕ). Η μείωση της οικονομικής δραστηριότητας έφερε την μεγαλύτερη πτώση τού ελληνικού ΑΕΠ σε περίοδο ειρήνης κατά 23% (από 233 δισ. το 2008 σε 183 δισ. το 2013). Ταυτόχρονα κατέρρευσαν οι τιμές ακινήτων κατά 42% σε πέντε χρόνια (Ημερησία 22/1/2014), μειώθηκαν οι καταθέσεις από 240 δισ. σε 161 δισ. (πτώση 33%), και αυξήθηκαν οι εισοδηματικές ανισότητες: ο δείκτης Gini από 0,347 αυξήθηκε σε 0,368 μεταξύ 2010 και 2012, ενώ μέσα σε 2 χρόνια το ανώτερο 20% αύξησε τη διαφορά του από το φτωχότερο 20% από 6 σε 7,5 φορές (Μatsaganis 2013).

Παρά την τεράστια προσπάθεια και παρά το «κούρεμα» του 2011, το Δημόσιο Χρέος παραμένει πολύ υψηλό 172% (317 δισ.). Πότε θα αποφασιστεί η αναδιάρθρωσή του είναι θέμα χρόνου. Εξαρτάται από την βούληση των ευρωπαϊκών ελίτ να αντιληφθούν ότι το πρόβλημα του χρέους είναι πανευρωπαϊκό και ότι απαιτούνται αλλαγές σε ευρωπαϊκό επίπεδο:

1.Αναθεώρηση των κριτηρίων τού Μάαστριχτ: νομισματική σταθερότητα, χωρίς πραγματική σύγκλιση δεν γίνεται. Απαιτείται τραπεζική και φορολογική σύγκλιση.

2.Έκδοση ευρω-ομολόγου: η ομαδική έξοδος στις αγορές κρατών με διαφορετική πιστοληπτική ικανότητα με μια νέα σταθμισμένη, επιτρέπει στις πλεονασματικές χώρες να «δανείζουν» πιστοληπτική ικανότητα στις ελλειμματικές, «αμοιβαιοποιώντας» το ευρωπαϊκό χρέος.

3.Ευρωπαϊκή διαχείριση μέρους τού χρέους με έκδοση ελληνικών ομολόγων από την ΕΚΤ με μεγαλύτερη φερεγγυότητα και υψηλή αξιολόγηση (ΑΑΑ).

Οι πανευρωπαϊκού χαρακτήρα λύσεις δεν αποτελούν άλλοθι καθυστερήσεων στο ελληνικό πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης. Χρειάζεται ταυτόχρονα προσήλωση και πολιτική βούληση στον δρόμο των μεταρρυθμίσεων. Πολύ σωστά γράφτηκε ότι «το μνημόνιο υποκατέστησε αρχές που είχαν αποδειχθεί ανίκανες να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν ένα πρόγραμμα σταδιακών μεταρρυθμίσεων» (Καζάκος 2011: 83). Χωρίς μηδενισμό των ελλειμμάτων, ακόμη και αν μας χάριζαν το χρέος, σε 10 χρόνια θα ήμασταν στο ίδιο σημείο! Για να συμβεί αυτό απαιτείται να περιοριστεί η παραοικονομία που εκτιμάται σε 60 δισ. ευρώ ή στο 35% του ΑΕΠ. Πρέπει επίσης να μεταρρυθμιστεί επιτέλους το φορολογικό σύστημα. Τα ζητούμενα παραμένουν: Απλοποίηση-Πληρότητα-Συνέπεια. Τα φορολογικά βάρη «σηκώνουν» οι μισθωτοί και συνταξιούχοι καθώς καταβάλλουν το 52,59% του συνολικού φόρου εισοδήματος. Επτά στους δέκα ελεύθερους επαγγελματίες (γιατροί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι κ.ά.) εμφανίζονται φτωχότεροι αποκρύπτοντας έως και 25% του εισοδήματος (Matsaganis - Flevotomou 2010). Τέλος, απαιτούνται αλλαγές και στο ασφαλιστικό. Η δαπάνη για κοινωνική ασφάλιση από 15% το 2000 έφτασε στο 21% του ΑΕΠ το 2009 (ΙΟΒΕ 01/10). Κανένα ασφαλιστικό σύστημα δεν αντέχει πρόωρες συνταξιοδοτήσεις χιλιάδων εργαζομένων. Σύμφωνα με μελέτη τού ΟΟΣΑ, στην Ελλάδα ο μέσος όρος συνταξιοδότησης των ανδρών είναι τα 62,4 έτη (60,9 έτη οι γυναίκες) ενώ το προσδόκιμο επιβίωσης είναι τα 82 έτη (84,5 έτη οι γυναίκες). Χρειάζονται πλέον αντικίνητρα πρόωρης συνταξιοδότησης. Μόνον έτσι θα υπάρξουν περιθώρια για ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα ως ένα δίχτυ προστασίας ενάντια στην φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Ωστόσο, πρέπει να θυμόμαστε ότι και το έλλειμμα αλλά και το δημόσιο χρέος εκφράζονται ως ποσοστό του ΑΕΠ. Τα μέτρα των μνημονίων εστίασαν κυρίως στην λεγόμενη δημοσιονομική εξυγίανση, δηλ. στον αριθμητή του σχετικού κλάσματος. Απαιτούνται άλλα μέτρα για να αυξηθεί ο παρονομαστής, δηλ. το ΑΕΠ. Για να συμβεί αυτό χρειάζεται αλλαγή τού μοντέλου ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Αν δεν δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για μια οικονομικά αποτελεσματική, κοινωνικά δίκαια και περιβαλλοντικά βιώσιμη ανάπτυξη, ακόμα και όταν τελειώσει η δημοσιονομική εξυγίανση, το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας θα παραμείνει. Ιδέες υπάρχουν άφθονες όπως, 1) Ενίσχυση τομέων υψηλής παραγωγικότητας και εξαγωγικού χαρακτήρα: φαρμακοβιομηχανία (γενόσημα), ιχθυοκαλλιέργειες, ναυτιλία, ιατρικός και συνεδριακός τουρισμός, υπηρεσίες προς ηλικιωμένους και διαχείριση αποβλήτων (McKinsey 2011). 2) Τυποποίηση αγροτικών προϊόντων και εντατικοποίηση παραγωγής διατροφικών ειδών σε έλλειψη (πχ. εισάγουμε το 80% της κατανάλωσης βόειου κρέατος και το 85% των οσπρίων!). 3) Άρση των εμποδίων τής επιχειρηματικότητας, που με βάση την γνωστή έκθεση είναι τα περισσότερα μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.

Το παραγωγικό μοντέλο τής χώρας δεν αλλάζει χωρίς κρατική καθοδήγηση: το 90% των νέων επιχειρήσεων μέσα στην κρίση άνοιξε σε μη-παραγωγικούς κλάδους χαμηλής προστιθέμενης αξίας και καινοτομίας (εστίαση, τουρισμός, εμπόριο), παρά το γεγονός ότι το 73% της απασχόλησης ανήκει στους παραγωγικούς κλάδους (Κ 19/1/2014). Προσωπικά πιστεύω ότι απαιτούνται άμεσα δημόσιες επενδύσεις. Η ενίσχυση των αναιμικών εγχώριων ιδιωτικών επενδύσεων δεν αρκεί. Σε μια οικονομία που υποφέρει από έλλειψη ζήτησης, χρειάζεται επειγόντως αύξηση των δημοσίων δαπανών για παραγωγικούς σκοπούς. Η Ελλάδα έχει παραγωγικές δυνατότητες και ικανούς πόρους, ανθρώπινους και υλικούς. Σοβαρό και αποτελεσματικό κράτος δεν έχει.

ΜΙΧΑΗΛ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ είναι καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Βιβλιογραφία:
Bairoch, P. (1997), Victoires et déboires. Histoire économique et sociale du monde du XVI s. a nos jours.
Paris: Gallimard, 3 vols.

Berend, I. (2006) Οικονομική ιστορία του Ευρωπαϊκού 20ου αι., Αθήνα: Gutenberg 2009.
Γιαννίτσης, Τ. (2005), Η Ελλάδα και το μέλλον. Πραγματισμός και ψευδαισθήσεις, Αθήνα.
Dockès, P. – Rosier, B. (1983), Rythmes économiques: crises et changement social, une perspective historique, Paris: La Découverte.
Ferguson, N. (2010),
Ηεξέλιξητουχρήματος, Αθήνα: Αλεξάνδρεια.
Graff, M., Kenwood, A.G. and Loughheed, A.L. (2014), Growth of the international economy, 1820-2015, London: Routledge, 5th ed.
Hemerijck, Α, -B. Knapen- E. Van Doorne, (επιμ.) (2010), Μετά το Σεισμό: οικο Ο

νομική κρίση και θεσμική επιλογή, Παπαζήσης, Αθήνα.
Καζάκος Π. (2011), Μετά το μνημόνιο, Παπαζήσης, Αθήνα.
Κωστής, Κ. (2013), Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας. Η διαμόρφωση του ελληνικού κράτους, 18ος-21ος αι., Αθήνα: ΠΟΛΙΣ.
Ματσαγγάνης, Μ. (2010), «Για το ασφαλιστικό», Athens Review of Books, Νο 4, Φεβ.
Matsaganis, M. (2013), “The Greek crisis: social impact and policy responses”, Βερολίνο: Friedrich Ebert Stiftung.
Matsaganis, M. & M. Flevotomou (2010), «Distributional implications of tax evasion in Greece», GreeSE Paper 31. Hellenic Observatory, London School of Economics.
McKinsey and Co. (2011) Greece 10 years ahead: defining Greece’s new growth model and srategy, Athens, Sept., 61p.
Psalidopoulos, M. (ed.) (2012) The Great Depression in Europe: Economic Thought and Policy in a national context, Athens: Alpha Bank Historical Archives.
Rosier, B. (1988) Les théories des crises économiques, Paris: Maspero.