Παρότι ήταν μία από τις βασικές πλευρές ακόμη και της Συμφωνίας των Πρεσπών, η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέβαλε για το φθινόπωρο την έναρξη ενταξιακών διαδικασιών για την Αλβανία και τη Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας 

Παναγιώτης Σωτήρης

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μια αρκετά αμφίθυμη στάση απέναντι στα Δυτικά Βαλκάνια. Διαρκώς επανέρχεται η συζήτηση για την προοπτική ένταξής τους στην ΕΕ, συχνά συνοδευόμενη από επιχειρήματα που αφορούν την ανάγκη αυτή η περιοχή, που στο παρελθόν πυροδότησε μεγάλους πόλεμους, να ενταχθεί στο ευρωπαϊκό περιβάλλον σταθερότητας.

Τέτοιες προσπάθειες έγιναν και στο παρελθόν και τουλάχιστον δύο χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, η Σερβία και το Μαυροβούνιο βρίσκονται σε τυπική ενταξιακή διαπραγμάτευση.

Βέβαια και στις δύο περιπτώσεις τα κεφάλαια που έχουν ανοίξει είναι λίγα, καθώς στο μεν Μαυροβούνιο υπάρχουν προβλήματα διαφθοράς και αυταρχικής άσκησης της εξουσίας, στη δε Σερβία το ανοιχτό πρόβλημα με το Κόσοβο.

Τι γίνεται με την Αλβανία και τη Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας;

Από εκεί και πέρα έχουμε την Αλβανία και τη Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας. Τυπικά και οι δύο είναι υποψήφιες χώρες, όμως, δεν έχουν ξεκινήσει οι κανονικές διαπραγματεύσεις που για χρόνια παραπέμπονται στο μέλλον.

Στην περίπτωση της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας μία από τις παραμέτρους που δεν επέτρεπαν την επιτάχυνση της διαπραγμάτευσης ήταν το ζήτημα του ονόματος. Ωστόσο, η Συμφωνία των Πρεσπών υποτίθεται ότι το έλυσε αυτό, ενώ ταυτόχρονα τμήμα της συμφωνίας είναι ότι και η Ελλάδα δεν θα βάλει κάποιο εμπόδιο στην ενταξιακή διαδικασία.

Μάλιστα, ήταν η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση που όχι μόνο είχε υποστηρίξει ότι η αποδοχή της Συμφωνίας των Πρεσπών από τους πολίτες της γειτονικής χώρας στο δημοψήφισμα είναι ένας από τους αναγκαίους όρους για τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις αλλά και είχε δεσμευτεί ότι αυτές θα ξεκινούσαν μέσα στο 2019.

Στην περίπτωση της Αλβανίας τα προβλήματα έχουν να κάνουν με την ίδια την εσωτερική οργάνωση και κυρίως την εκτεταμένη διαφθορά που φέρνει το εμπόριο ναρκωτικών. Δεν είναι τυχαίο ότι θεωρείται το μόνο ευρωπαϊκό κράτος που αντιστοιχεί στον ορισμό του ΔΝΤ για το νάρκο-κράτος, δηλαδή ένα κράτος όπου όλοι οι δημόσιοι θεσμοί έχουν διαβρωθεί από το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών. Αυτό, άλλωστε, δείχνουν και όλες οι ποινικές υποθέσεις στελεχών όλων των κομμάτων.

Την ίδια στιγμή, η ίδια η Αλβανία, που είναι μέλος του ΝΑΤΟ, επιδιώκει να μπει στην ΕΕ θεωρώντας ότι αυτό ακριβώς θα σημάνει έναν αναβαθμισμένο ανάπτυξης και ευημερίας για μια χώρα που εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό και στα μεταναστευτικά εμβάσματα.

Οι διαρκείς ευρωπαϊκές ταλαντεύσεις

Κατά καιρούς η Ευρωπαϊκή Ένωση όπως και οι ηγεμονικές της χώρες όπως η Γερμανία επανέρχονται στο θέμα και αναβαθμίζουν τη σχετική συζήτηση. Άλλωστε, αυτό έχει να κάνει και με παγιωμένες αντιλήψεις ότι μια τέτοια διεύρυνση που ενσωματώνει αυτή την περιοχή όχι μόνο στις ατλαντικές δομές αλλά και στις ευρωπαϊκές αναβαθμίσει και το συνολικό γεωστρατηγικό ρόλο της Ένωσης.

Όμως την ίδια στιγμή καταγράφεται εδώ και μερικά χρόνια και μια ορισμένη δυσανεξία απέναντι στην παραπέρα διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό ήταν κάτι που καταγράφηκε για πρώτη φορά έντονα σε σχέση με την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας που είναι εδώ και αρκετά χρόνια «παγωμένη», κυρίως στη βάση μιας πολιτικής απόφασης χωρών όπως η Γαλλία ότι θα ανατραπούν πάρα πολλές ισορροπίες με την είσοδο μιας τόσο μεγάλης κατά βάση μουσουλμανικής χώρας.

Αντίστοιχα, σε σχέση με την παραπέρα διεύρυνση προς τα Δυτικά Βαλκάνια υπάρχει ένα φάσμα από αντιρρήσεις που αφορούν κυρίως τη διάχυτη αίσθηση σε χώρες του «ευρωπαϊκού πυρήνα» ότι η διεύρυνση απλώς θα διευρύνει και τις χώρες που θα ζητούν παραπάνω «κονδύλια συνοχής» από τις πλουσιότερες. Σε αυτό συντελεί και η σχετική άνοδος της ακροδεξιάς αλλά και η αίγλη πλευρών της ρητορικής της και σε άλλα κόμματα, ιδίως αυτών που αφορούν την ενδεχόμενη αύξηση της μετανάστευσης εάν οι χώρες αυτές ε ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μια ρητορική που είχε ακουστεί και στο προηγούμενο κύμα διεύρυνσης.

Στην περίπτωση της Αλβανίας και της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας ήταν κυρίως η αλλαγή συσχετισμών και κυβέρνησης στη Βόρεια Μακεδονία και έδωσε μια ώθηση στην επανέναρξη της σχετικής συζήτησης, μαζί με την επιμονή της αλβανικής κυβέρνησης.

Την ίδια στιγμή επειδή οι δύο χώρες λίγο πολύ έκαναν τις σχετικές αιτήσεις να ξεκινήσουν την ενταξιακή διαπραγμάτευση την ίδια περίοδο, υπήρχε μια πάγια πρακτική να αντιμετωπίζονται με ενιαίο τρόπο.

Ωστόσο, φαίνεται πώς πλέον στην Ευρώπη κυριαρχούν οι «δεύτερες σκέψεις» και γι’ αυτό δεν μπορεί να υπάρξει ένας συσχετισμός ώστε να ξεκινήσει η ενταξιακή διαπραγμάτευση. Κυρίως φαίνεται να βγαίνει μπροστά η παραδοσιακά επιφυλακτική απέναντι στη διεύρυνση Γαλλία, η οποία κιόλας επεδίωξε η ετήσια εκτίμηση που κάνει η Κομισιόν ως προς τις πρόοδο των υποψήφιων μελών να καθυστερήσει φέτος έτσι ώστε να υπάρχει και η αναβολή της λήψης απόφασης να έχει και την επιπλέον δικαιολογία της έλλειψης χρόνου για μελετηθούν οι σχετικές εκθέσεις προόδου.

Το ερώτημα της «αποσύνδεσης»

Πλάι σε αυτή τη συνολική επιλογή η όλη συζήτηση να γίνει τον Οκτώβριο, υπάρχει και μια άλλη αναδυόμενη τάση. Αυτή είναι η λεγόμενη «αποσύνδεση» των ενταξιακών διαδικασιών της Αλβανίας και της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας. Μάλιστα, το Ολλανδικό κοινοβούλιο έχει ήδη λάβει σχετική απόφαση που εισηγείται την αποσύνδεση καθώς εκτίμησε ότι στην περίπτωση της Αλβανίας υπάρχουν σοβαρά προβλήματα που όμως δεν υπάρχουν σε σχέση με τη Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας.

Πάντως οι δύο χώρες έσπευσαν να αντιμετωπίσουν την ενδεχόμενη «αποσύνδεση» ως απειλή για την ευρωπαϊκή τους πορεία και γι’ αυτό έσπευσαν να δηλώσουν ότι θα επιμείνουν να κινούνται συντονισμένα.

Παλινωδίες και απογοήτευση

Στα ίδια τα Βαλκάνια η όλη εξέλιξη έγινε δεκτή με σημαντική απογοήτευση και θεωρείται άλλη μια περίπτωση όπου η Ευρωπαϊκή Ένωση υποτάσσεται σε βραχυπρόθεσμους σχεδιασμούς και δεν βλέπε το συνολικό πρόβλημα.

Αρκεί να αναλογιστούμε ότι η προοπτική της εισόδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν και ένα από τα επιχειρήματα που επικαλέστηκαν οι ίδιοι οι εκπρόσωποι της ΕΕ (αλλά και η χώρα μας) ώστε να δεχτούν οι πολίτες της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας την αλλαγή της συνταγματικής ονομασίας της ίδιας τους της χώρας.

Όσοι παρατηρούν για καιρό τις σχετικές διαπραγματεύσεις επισημαίνουν τη σχετική ανακολουθία στις πρακτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η τελευταία θεωρεί ότι η βασική αναγκαιότητα στην περιοχή είναι η σταθερότητα και πιστεύει ότι η ενταξιακή διαδικασία μπορεί να είναι παράγοντας σταθερότητας. Σε αυτό το πλαίσιο συχνά έχει διαπραγματευτεί με κυβερνήσεις που και αυταρχικές είναι και διεφθαρμένες, ενισχύοντάς τις μέσα από την προσφορά της ενταξιακής προοπτικής, την ίδια ώρα που μετά επικαλείται αυτά ακριβώς τα προβλήματα ως εμπόδια στην ενταξιακή διαδικασία. Μόνο που στο τέλος αυτές οι παλινωδίες για χώρες που έχουν σοβαρά προβλήματα (και που μπορεί να επενδύουν υπερβολικά ίσως στην ευρωπαϊκή προοπτική), μπορεί να λειτουργήσουν έως και αποσταθεροποιητικά.

Τι σημαίνει για την Ελλάδα η εξέλιξη

Την ίδια στιγμή για την Ελλάδα, τυχόν παραπέρα αναβολή της ενταξιακής διαδικασίας διαμορφώνει και ένα τροποποιημένο τοπίο ως προς τους όρους εμπέδωσης της Συμφωνίας των Πρεσπών, καθώς υποτίθεται ότι ακριβώς η ενταξιακή διαδικασία θα ήταν και το πεδίο όπου και η συμμόρφωση στις προβλέψεις της Συμφωνίας θα εξασφαλιζόταν αλλά και θα επιλύονταν όσα προβλήματα παραμένουν ανοιχτά. Αυτό θα είναι ένα από τα ζητήματα που θα απασχολήσουν την επόμενη κυβέρνηση.