Ένα αντίγρ

αφο της λεγόμενης Tsar-Bomb, της μεγαλύτερης πυρηνικής βόμβας που πυροδότησε ποτέ η Σοβιετική Ένωση, σε έκθεση στη Μόσχα, τον Αύγουστο του 2015. Maxim Zmeyev / Reuters

Γιατί ξεφτίζει το παγκόσμιο καθεστώς μη διάδοσης

Eric Brewer

Σήμερα, σε μια εποχή ανερχόμενου ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, η Ουάσινγκτον μπορεί για άλλη μια φορά να υποβαθμίσει ή να αγνοήσει τις ανησυχίες για τις φιλοδοξίες ενός εταίρου στον τομέα των πυρηνικών όπλων και να επικεντρωθεί στον πιο σημαντικό στόχο της καταπολέμησης της Ρωσίας ή της Κίνας.

Τον περασμένο μήνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρθηκαν από μια πυραυλική συμφωνία-ορόσημο με την Ρωσία. Μια άλλη κρίσιμη συνθήκη για τον έλεγχο των όπλων, η συμφωνία New START, πρόκειται να λήξει στις αρχές του 2021. Η Κίνα και αρκετές άλλες χώρες με πυρηνικά όπλα, χωρίς να υπόκεινται σε δεσμεύσεις βάσει της συνθήκης, έχουν δημιουργήσει το οπλοστάσιό τους. Όμως, καθώς η παγκόσμια αρχιτεκτονική ελέγχου των εξοπλισμών έχει ξεφτίσει και τα αποθέματα όπλων αυξάνονται, ένας πυλώνας παραμένει σταθερός: Μόνο μια χούφτα χωρών σε όλο τον κόσμο διαθέτουν πυρηνικά όπλα και ο κίνδυνος να εισέλθουν καινούργιες χώρες στο κλαμπ, όπως συμφωνούν οι περισσότεροι εμπειρογνώμονες, είναι σχετικά χαμηλός. 

Στον αντίποδα, οι προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών για την μη διάδοση ήταν εξαιρετικά επιτυχείς. Κανένα κράτος που δεν διαθέτει ήδη πυρηνικά όπλα δεν φαίνεται να τα αναπτύσσει, αν και ορισμένα, όπως το Ιράν, έχουν τις δυνατότητες να το κάνουν. Οι περισσότερες χώρες επέλεξαν να μην κατασκευάσουν τις δικές τους [πυρηνικές] κεφαλές εν μέρει επειδή οι διεθνείς συνθήκες έχουν δημιουργήσει νομικά, πολιτικά και κανονιστικά εμπόδια στην βόμβα, και εν μέρει επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν προβεί σε εκτεταμένες δεσμεύσεις ασφαλείας με τους συμμάχους τους σε όλο τον κόσμο. Η Ουάσινγκτον και οι συνεργάτες της έχουν επίσης εμπεδώσει το ότι εκείνοι που πιάνονται να πολλαπλασιάζουν [τα πυρηνικά όπλα] θα αντιμετωπίζουν σκληρές κυρώσεις.

Ωστόσο, μολονότι ο πυρηνικός πολλαπλασιασμός παρέμεινε ως επί το πλείστον υπό έλεγχο μέχρι στιγμής, υπάρχει λόγος να αμφιβάλλουμε εάν θα το κάνει αυτό εις το διηνεκές. Η διεθνής τάξη και ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών μέσα σε αυτήν, αλλάζουν. Οι συνθήκες, οι δεσμεύσεις ασφαλείας και οι πηγές μόχλευσης στις οποίες βασίζεται η μη διάδοση δεν μπορούν να επιβιώσουν με αυτές τις αλλαγές. Η Ουάσινγκτον δεν πρέπει να εκπλαγεί αν το πυρηνικό τοπίο -και η ικανότητά της να το διαχειρίζεται- σύντομα αλλάξει προς το χειρότερο.

ΤΙ ΛΕΝΕ ΟΙ ΓΡΑΦΕΣ

Η σημερινή συναίνεση για την πρόληψη της διάδοσης των πυρηνικών όπλων δεν υπήρχε πάντα. Στα πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, μερικοί στις Ηνωμένες Πολιτείες ισχυρίστηκαν ότι ο πολλαπλασιασμός ήταν αναπόφευκτος και ότι το να υπάρχουν περισσότερα πυρηνικά εξοπλισμένα κράτη με την πλευρά της Ουάσιγκτον θα μπορούσε να είναι ένα πλεονέκτημα. Αλλά οι άνεμοι άλλαξαν στα μέσα της δεκαετίας του 1960, και η Ουάσινγκτον και η Μόσχα συνειδητοποίησαν τους κινδύνους της χωρίς όριο διάδοσης. Μέχρι το 1970, και τα δύο μέρη υποστήριξαν την Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων (Treaty on the Non-Proliferation of Nuclear Weapons), σύμφωνα με την οποία χώρες που δεν είχαν ήδη πυρηνικά όπλα δεσμεύθηκαν να μην τα επιδιώξουν στο μέλλον. Η συνθήκη ουσιαστικά ανάγκασε τους ουδέτερους να πάρουν μια απόφαση, και η συντριπτική πλειοψηφία των κρατών αποφάσισε κατά των πυρηνικών όπλων.

Με την πάροδο του χρόνου, οι κυβερνήσεις δημιούργησαν πρόσθετα εργαλεία για να κλείσουν τυχόν κενά. Η Ομάδα Πυρηνικών Προμηθευτών (Nuclear Suppliers Group), η οποία αποτελείται από σχεδόν 50 κράτη, έχει ενισχύσει με επιτυχία τους ελέγχους στις εξαγωγές ευαίσθητων τεχνολογιών που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την διάδοση. Και πολλά από τα περιστατικά της δεκαετίας του 1990, συμπεριλαμβανομένης της ανακάλυψης του κρυφού πυρηνικού προγράμματος του Ιράκ το 1991, ώθησαν τα κράτη να διευρύνουν τις εξουσίες ελέγχου του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (International Atomic Energy Agency) -εξουσίες που διευκολύνουν σήμερα τον οργανισμό να επιθεωρεί το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Λίγοι σύμμαχοι των ΗΠΑ έχουν αναπτύξει πυρηνικά όπλα σε μεγάλο βαθμό επειδή είχαν τις Ηνωμένες Πολιτείες και το τεράστιο οπλοστάσιό τους στην πλευρά τους. Η Ουάσινγκτον, με την σειρά της, χρησιμοποίησε την εξάρτηση των χωρών αυτών από την στρατιωτική της ισχύ -και από άλλες μορφές στρατιωτικής, οικονομικής και τεχνικής βοήθειας των ΗΠΑ- ως μοχλό αν κάποια από αυτές, παρόλα ταύτα, έδειχνε πυρηνικές φιλοδοξίες. Αυτή η μόχλευση ήταν αποφασιστικής σημασίας για να αποτραπούν από το να γίνουν πυρηνικές [δυνάμεις] η Ταϊβάν η Νότια Κορέα και η Γερμανία.

Οι επίδοξοι διαδίδοντες [τα πυρηνικά] γνωρίζουν καλά ότι, ιδίως μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν την ικανότητα να επιφέρουν καταστροφικές οικονομικές ζημίες σε χώρες που δεν απέχουν από την ανάπτυξη των όπλων. Η Ουάσινγκτον είχε επιβάλλει στο παρελθόν επίπονες εσωτερικές και επιβαλλόμενες από τον ΟΗΕ οικονομικές κυρώσεις εναντίον του Ιράκ, της Λιβύης, της Βόρειας Κορέας και του Ιράν, για να πείσουν τους ηγέτες τους ότι το κόστος των πυρηνικών τους προγραμμάτων υπερβαίνει τα οφέλη. Στις περιπτώσεις της Λιβύης και του Ιράν, η απομόνωση που προέκυψε έπαιξε μεγάλο ρόλο στο να εξωθηθούν να περιορίσουν τα προγράμματά τους ή να τα εξαλείψουν εντελώς με αντάλλαγμα την άρση των κυρώσεων.

Επειδή η μη διάδοση έχει εξαρτηθεί τόσο πολύ από την ηγεσία, τις συμμαχίες και την επιβολή των ΗΠΑ, έχει περιέλθει κάτω από σοβαρές πιέσεις κατά την διάρκεια της ταραχώδους διοίκησης του προέδρου Donald Trump. Αυτή η πίεση, σε συνδυασμό με τις αυξανόμενες παγκόσμιες απειλές -η Ρωσία, η Κίνα, η Βόρεια Κορέα και τώρα ακόμα και το φάντασμα ενός χωρίς περιορισμούς Ιράν- έχει προκαλέσει ένα εύφλεκτο μίγμα πιέσεων διάδοσης [των πυρηνικών] μεταξύ φιλικών χωρών.

Βεβαίως, οι σύμμαχοι των ΗΠΑ ανησυχούσαν πάντα ότι η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να τους εγκαταλείψει, αλλά οι ενέργειες του Τραμπ τον έθεσαν σε δική του κατηγορία. Έχει καταστήσει σαφές ότι βλέπει το σύστημα συμμαχιών των ΗΠΑ ως υποχρέωση και όχι ως περιουσιακό στοιχείο, και επανειλημμένα αμφισβήτησε το εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα τιμήσουν τις αμυντικές τους δεσμεύσεις σε περίπτωση επίθεσης εναντίον συμμάχων. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ προσπάθησε να εξαναγκάσει τις χώρες που φιλοξενούν αμερικανικά στρατεύματα να δώσουν περισσότερα χρήματα για να «αποζημιώσουν» τις Ηνωμένες Πολιτείες επειδή παρέχουν ασφάλεια, και τακτικά έχει εγκωμιάσει τους ομοίους του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν και του Βορειοκορεάτη δικτάτορα Κιμ Jong Un -ηγέτες των ίδιων των καθεστώτων που οι συμμαχίες των ΗΠΑ έχουν σκοπό να αμυνθούν έναντί τους.

Είτε η εχθρότητα του Trump έναντι της υπό την ηγεσία των ΗΠΑ παγκόσμιας τάξης επιβιώσει της προεδρίας του είτε όχι, ορισμένα από τα χαρακτηριστικά της είναι πιθανό να συνεχίσουν και ίσως ακόμη και να αναπτυχθούν στην αμερικανική πολιτική. Αυτά περιλαμβάνουν την απαξίωση του ελεύθερου εμπορίου, έναν σκεπτικισμό για τους διεθνείς θεσμούς, και μια συναλλακτική προσέγγιση στις συμμαχίες. Οι μελλοντικοί ηγέτες στην Ουάσινγκτον, οι οποίοι ενδέχεται να επιδιώξουν να στηρίξουν το σημερινό διεθνές σύστημα και την θέση των Ηνωμένων Πολιτειών μέσα σε αυτό, θα έχουν να αντιμετωπίσουν την άνοδο αντίπαλων δυνάμεων και το βάρος των δημοσιονομικών απαιτήσεων και της πολιτικής δυσπραγίας εγχωρίως.

Καμία από αυτές τις τάσεις δεν αποτελεί καλό οιωνό για τη μη διάδοση. Τα προσκόμματα που οι Ηνωμένες Πολιτείες βοήθησαν να εγερθούν για να εμποδιστεί η εξάπλωση των πυρηνικών όπλων είναι ισχυρά αλλά δεν είναι αυτοσυντηρούμενα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να απομακρυνθούν από αυτά και να περιμένουν να παραμείνει συγκρατημένη η διάδοση. Στην πραγματικότητα, οι αμφιβολίες σχετικά με την δέσμευση των Ηνωμένων Πολιτειών οδήγησαν συμμάχους και εταίρους να επιδιώξουν [να αποκτήσουν] πυρηνικά όπλα στο παρελθόν: Η πολιτική του προέδρου Richard Nixon, σύμφωνα με την οποία οι σύμμαχοι πρέπει να κάνουν περισσότερα για να σηκώσουν το βάρος της δικής τους άμυνας και οι προσπάθειές του να εξομαλύνει τις σχέσεις με την κομμουνιστική Κίνα βοήθησαν στην τόνωση των πυρηνικών φιλοδοξιών της Νότιας Κορέας και της Ταϊβάν.

Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ έχουν αποφύγει μέχρι σήμερα να προσπαθήσουν να κατασκευάσουν την βόμβα. Έχουν υπάρξει πρόσφατες συζητήσεις προς αυτή την κατεύθυνση στην Γερμανία και η δημόσια υποστήριξη για ένα πρόγραμμα πυρηνικών όπλων παραμένει υψηλή στη Νότια Κορέα, αλλά δεν υπάρχουν ευρείες εκκλήσεις για ένταξη στο πυρηνικό κλαμπ σε οποιαδήποτε από τις δύο χώρες. Είναι όμως δύσκολο να γνωρίζουμε αν οι κυβερνήσεις ενδέχεται να έχουν πιο σοβαρές συζητήσεις πίσω από κλειστές πόρτες. Οι χώρες που σκέφτονται την βόμβα πρέπει να κάνουν προκαταβολικά στοιχήματα για το αν οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι πιθανό να είναι αξιόπιστοι και προβλέψιμοι συνεργάτες στο μέλλον. Λίγα από την τρέχουσα συμπεριφορά της Ουάσιγκτον θα υπονοούσαν ότι θα το κάνει.

ΠΟΣΟ ΜΑΚΡΙΑ ΘΑ ΠΑΕΙ Η ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ;

Συνήθως, οποιαδήποτε χώρα θα έπρεπε να σκεφτεί σοβαρά τις κυρώσεις που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει για το ότι αναπτύσσει πυρηνικά όπλα. Στο κάτω-κάτω, οι Ηνωμένες Πολιτείες διαχειρίζονται σημαντική οικονομική ισχύ, μέσω της οποίας θα μπορούσαν ακόμα να διαμορφώσουν κίνητρα και τιμωρίες που θα μείωναν τις όποιες κινήσεις προς την διάδοση. Αλλά ακόμα και αυτή η ικανότητα αρχίζει να βρίσκεται υπό πίεση.

Κατ’ αρχήν, οι οικονομικές κυρώσεις σε επίδοξους διαδίδοντες [τα πυρηνικά] χάνουν την ισχύ τους καθώς οι χώρες αναπτύσσουν τα μέσα για να εργαστούν παρακάμπτοντας την κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οι διαφωνίες με την Ουάσινγκτον σχετικά με την πολιτική της για το Ιράν, για παράδειγμα, οδήγησαν τα ευρωπαϊκά κράτη να σκεφτούν πώς να προστατευτούν, και να παρακάμψουν τις κυρώσεις των ΗΠΑ. Και όπως δείχνει η βορειοκορεατική κυβερνοκλοπή ύψους δισεκατομμυρίων δολαρίων από τις τράπεζες, και οι συναλλαγές σε κρυπτονομίσματα, ακόμη και οι σχεδόν καθολικές κυρώσεις για τις εξαγωγές δεν είναι πλέον ένας σίγουρος τρόπος αποκοπής των εσόδων μιας χώρας.

Η επιβολή της «μέγιστης πίεσης» στην Βόρεια Κορέα -που είναι ήδη κράτος-παρίας- είναι ένα πράγμα. Η επιβολή κυρώσεων κατά μεγάλων οικονομιών ή συμμάχων σε κλίμακα επαρκή για να αντισταθμίσει τα οφέλη από ένα οπλοστάσιο πυρηνικών όπλων, και το να πεισθεί η διεθνής κοινότητα να στηρίξει αυτές τις προσπάθειες, είναι κάτι άλλο. Εάν η Ουάσιγκτον επέβαλλε κυρώσεις σε έναν παγκόσμιο παίκτη όπως η Ιαπωνία, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα κινδύνευαν να βλάψουν τα δικά τους οικονομικά συμφέροντα και τα συμφέροντα ασφαλείας τους στην διαδικασία.

Το να τιμωρείς συμμάχους δεν είναι μόνο πολύπλοκο, μπορεί επίσης να σου προσδώσει μια μειονεκτική θέση σε άλλους στόχους. Αυτό οδήγησε την Ουάσινγκτον να είναι εξαιρετικά προσεκτική όταν προσπάθησε να συγκρατήσει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ισραήλ στην δεκαετία του 1960 και του Πακιστάν στην δεκαετία του 1980. Αλλά αυτές οι προσεγγίσεις απέτυχαν. Σήμερα, σε μια εποχή ανερχόμενου ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, η Ουάσινγκτον μπορεί για άλλη μια φορά να υποβαθμίσει ή να αγνοήσει τις ανησυχίες για τις φιλοδοξίες ενός εταίρου στον τομέα των πυρηνικών όπλων και να επικεντρωθεί στον πιο σημαντικό στόχο της καταπολέμησης της Ρωσίας ή της Κίνας.

Η μεγαλύτερη αμερικανική έμφαση στην κατανομή των βαρών μπορεί επίσης να επιτρέψει ή να ενθαρρύνει τους συμμάχους να αναπτύξουν ικανότητες χρήσιμες για πυρηνικά όπλα. Για παράδειγμα, η Νότια Κορέα θα μπορούσε να επαναλάβει την κίνησή της για την ανάπτυξη ενός πυρηνικού υποβρυχίου, το οποίο θα μπορούσε να ενισχύσει τις συμμαχικές προσπάθειες για την αντιμετώπιση της Βόρειας Κορέας, αλλά θα μπορούσε επίσης να χρησιμεύσει ως πιθανή αιτιολόγηση για εμπλουτισμό ουρανίου.

Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΑΥΤΑΡΧΙΚΩΝ

Η αδυναμία της Ουάσινγκτον να ενεργεί ως επιβάλλων την μη διάδοση θα επιδεινωθεί από την παγκόσμια άνοδο των αυταρχικών καθεστώτων. Οι προσωποπαγείς ηγέτες -που οι έρευνες δείχνουν είναι ιδιαίτερα πιθανό να επιδιώξουν πυρηνικά όπλα- έχουν πάρει την εξουσία σε χώρες του ΝΑΤΟ όπως η Τουρκία και η Ουγγαρία. (Ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν πρόσφατα διαμαρτυρήθηκε ότι ήταν άδικο που η Τουρκία δεν θα μπορούσε να αναπτύξει πυρηνικά όπλα). Και ο πρίγκιπας Mohammed bin Salman της Σαουδικής Αραβίας -άλλος στενός εταίρος των ΗΠΑ- έχει απειλήσει ότι θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα αν το κάνει το Ιράν. Αυτοί οι αυταρχικοί ηγέτες είναι λιγότερο πιθανό να ανησυχούν για την παραβίαση διεθνών κανόνων και συνθηκών. Ακόμα χειρότερο είναι ότι υπάρχει λιγότερος κίνδυνος να αποκαλυφθεί ένα μυστικό πυρηνικό πρόγραμμα, ή ότι μια κοινωνική κατακραυγή θα παρεμποδίσει την πρόοδό του, σε χώρες που στερούνται δημοκρατικών θεσμών, πολιτικής αντιπολίτευσης και ελευθεριών του Τύπου.

Η αποχώρηση του Trump από το αξίωμα ενδέχεται να μειώσει κάποιες από αυτές τις αρνητικές τάσεις. Αλλά άλλες -όπως ένας παγκόσμιος αναπροσανατολισμός μακριά από την υπό την ηγεσία των ΗΠΑ διεθνή τάξη- δεν έχουν εύκολους τρόπους διόρθωσης της πολιτικής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να σκεφτούν εκ νέου σχετικά με τους τύπους των προκλήσεων της διάδοσης [των πυρηνικών όπλων] που είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν στις επόμενες δεκαετίες, τις πηγές της μόχλευσής τους, και το πώς μπορούν να τις χρησιμοποιήσουν ρεαλιστικά. Η Ουάσινγκτον δεν είναι σε καμία περίπτωση ανίσχυρη -αλλά πρέπει να ξυπνήσει για το πώς οι γεωπολιτικές αλλαγές ξεφλουδίζουν δεκαετίες προσπαθειών για την πρόληψη της διάδοσης.

Ο ERIC BREWER είναι συνεργάτης στο Πρόγραμμα για Πυρηνικά Θέματα του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών. Εργάστηκε στο παρελθόν στο προσωπικό του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και στο Εθνικό Συμβούλιο Πληροφοριών.