Tου Γιώργου Ι, Κωστούλα

Αρχίζοντας, θέλω να πω δυο λόγια για το πως η Ιστορία, μερικές φορές, αδικεί κάποια γεγονότα, όπως αυτό του έπους του ‘40.

Πόσο δηλαδή ένα φαινόμενο, ψυχολογικό και ιστορικό  απροσδόκητο, δημιούργημα μιας στιγμής ανεπανάληπτης, αδικήθηκε από τις μετέπειτα ιστορικές επιχωματώσεις. Η κατοχή, η αντίσταση, το κίνημα του Δεκέμβρη, ο εμφύλιος, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, το ξύπνημα ενός νέου κόσμου ήρθαν να εκτοπίσουν τη στιγμή της Αλβανίας.

Δυστυχώς, ό,τι απέμεινε από τη λάμψη του μεγάλου συμβάντος είναι μια κενή ρητορεία, οι παρελάσεις των μαθητών  και των φαντάρων, ένα γεγονός που πολλές φορές συγχέεται με την 25η Μαρτίου. Ένα γεγονός που απλώς προηγήθηκε και προϋπέθετε την κατοχή και την αντίσταση.

Ακόμα και η λογοτεχνία που τόσα έχει προσφέρει στην εμπέδωση της κοινής ιστορικής συνείδησης, δεν έχει ενδιαφερθεί, όσο θα περίμενε κανείς, για το καλούμενο έπος του ‘40. Ό,τι έχει γραφτεί περιορίζεται σε ορισμένα, σπουδαία μεν,  λιγοστά δε, παραδείγματα έργων όπως αυτά του Τερζάκη, του Μπεράτη, του Θεοτοκά, του Αθανασιάδη, του Ελύτη, του Αγγ. Βλάχου. Όλων, δηλαδή, συγγραφέων που έζησαν το έπος ως στρατευμένοι. Από τους νεότερους λογοτέχνες, πολύ μικρό ενδιαφέρον έχει εκδηλωθεί, κάτι βεβαίως που δεν είναι τυχαίο. Στη θέση τους λουστήκαμε, εμείς οι παλιότεροι τις αλήστου μνήμης ταινίες του Τζέιμς Πάρις ή κάποιες άλλες, του τύπου "Υπολοχαγός Νατάσα".

Η βασική θέση, ωστόσο, που διατρέχει το σημερινό επετειακό κείμενο είναι ότι: σπουδαιότερο γεγονός από τα ηρωικά κατορθώματα των Ελλήνων στρατευμένων στην Αλβανία, ήταν ο ξεσηκωμός τους, καθαυτός. Ο οποίος, μόνο παραπλανητικά ήταν αυθόρμητος. Στην πραγματικότητα ήταν αποτέλεσμα βαθύτατων ψυχικών διεργασιών που έφεραν στην επιφάνεια τις υπνωτούσες αρετές ενός βαθύτατα υπερήφανου λαού. Η χαμένη αίσθηση της έννοιας της πατρίδας, που μέχρι την ιταλική εισβολή λαγοκοιμόταν, εξόριστη στα ψυχικά έγκατα της βασανισμένης ύπαρξής του, θα ανασυρθεί, εν είδει ενός συγκλονιστικού και μεταμορφωτικού big bang.

Ας το δούμε αυτό, μέσω μιας ακροθιγούς περιγραφής της κατάστασης, στην οποία βρισκόταν ο λαός πριν από το μεγαλειώδες γεγονός.

Πρώτα σε πολιτικό επίπεδο: Μετά το 1922, η μεσοπολεμική Ελλάδα, την ώρα που προσπαθούσε να ορθοποδήσει από το σοκ της μικρασιατικής καταστροφής, βρέθηκε στη δίνη μιας μεγάλης οικονομικής, κοινωνικής και κυρίως πολιτικής κρίσης.

Φανατισμοί, κινήματα και αντικινήματα, εκτελέσεις, αστάθεια και τέλος η δικτατορία. Από κοντά στην αναταραχή και ο στρατός: Βενιζελικοί εναντίον Κωνσταντινικών, δημοκρατικοί εναντίον μετριοπαθών. Οπερετικές φιγούρες στρατιωτικών με καπέλο πολιτικού: Κονδύλης, Πάγκαλος, Πλαστήρας σε ρόλο που δεν τους πήγαινε, αλλάζοντας στρατόπεδα και ανεβοκατεβάζοντας κυβερνήσεις. Με δυο λόγια μια περίοδος γεμάτη απ’ αυτό που ο λαός κατονομάζει με μια λέξη: παλιοκαταστάσεις.

Στο επίπεδο του κράτους και της δημόσιας διοίκησης τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Η αρχέγονη αγωνία των Ελλήνων για εξασφάλιση γης στη αρχή και καρέκλας για την  επιβίωσή τους στη συνέχεια, μεταμόρφωσε το κράτος σε  μια χθόνια θεότητα, γενναιόδωρη και κραταιά. Κυρίως όμως ανεκτική: Οι πολίτες μπορούν να την κλέβουν, να την εξαπατούν, να την αρμέγουν. 

Με τη συμπεριφορά του, το κράτος κρατούσε τους υπηκόους του δεμένους στο άρμα της επιβίωσης και της ιδιοτέλειας. Ο, τι το καλύτερο, μια   πρώτης τάξεως ευκαιρία στην πραγματικότητα, για την αυτοανάλωση ενός λαού. 

Το μεγαλύτερο θέλγητρο: η πληρωμένη νωχέλεια της δημόσιας καρέκλας. Της κρικέλας όπως την αποκαλούσαν. Όμως επειδή δεν ήταν δυνατόν όλοι να τα έχουν όλα, πάντα, μια συνεχής διαπάλη ανάμεσα σε δυσαρεστημένους και ικανοποιημένους, σε μειονεκτούντες και πλεονεκτούντες, ανθούσε στους κόλπους των πολιτών, των ψηφοφόρων καλύτερα. 

Όλα αυτά, όπως ήταν φυσικό, μόλυναν τον συλλογικό χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας: Σταθερά και ορατά σημεία  αυτού του χαρακτήρα μια δυσθυμία, μια απαλή και υπόγλυκη κατήφεια, ένα ασταμάτητο μουρμουρητό μιας σιωπηρής απόγνωσης. 

Έτσι, φθονούντες και φθονούμενοι, όλοι μαζί θα άφηναν να διαρρέουν οι δεκαετίες, με ένα παράπονο στα χείλη και στις καρδιές τους.

Λιγότερο πια στα δημοτικά, και περισσότερο τώρα στα ρεμπέτικα τραγούδια, ελεγειακές νότες νανουρίζουν τις νέες γενιές  που παραδίδονται πολλές φορές σε άνισες εσωτερικές ψυχικές αναμετρήσεις. Ένας κατήφορος που φτάνει στον πάτο της στυφής αλήθειας: ότι είμαστε καταδικασμένοι να σβήσουμε με ένα υπόλοιπο μέσα μας,  ένα άχτι, έναν στεναγμό που δεν βγήκε, ένα μαράζι που δεν το διέλυσε καμιά χαρά.  

Έτσι ταλανισμένο, ανάμεσα στα πιο βαθιά και ανομολόγητα διλήμματα βρήκε τον ελληνικό λαό η επίθεση των Ιταλών τον Οκτώβρη του ‘40.

Γογγύζοντας, κρατούσαν τη ψυχή τους μανταλωμένη μέσα σε αδιέξοδα. Μια ψυχή που της έλλειπε ο καθαρός αέρας. Όταν κραυγάζουν αέρα  κατά των εισβολέων, δεν είναι μόνο για να τους απωθήσουν με το ρεύμα της θέλησής τους, ήταν και για να ρουφήξουν το στοιχείο που τους έλειπε τόσα χρόνια: μια πνοή που θα καθάριζε το υπόγειο της ψυχής τους.

Δεν είναι πια πετροβολημένοι οι Έλληνες,  είναι ντυμένοι στο χακί και είναι αποφασισμένοι να φωνάξουν ένα στεντόρειο όχι, τόσο προς τα έξω στους εισβολείς, όσο και κυρίως προς  την ίδια την ψυχή τους, που μούλιαζε μέσα σε μολυσμένα, ψυχοφθόρα παράπονα.

Έτσι λοιπόν συνέβη και οι Έλληνες του ‘40, μέσα στη ασφυξία που περιγράφουμε, και μολονότι ήταν σε συνεχή αντιμαχία με τους εσωτερικούς τους δαίμονες, κατόρθωσαν να υπερβούν τη μιζέρια τους, τα προσωπικά τους και να γίνουν υπέροχα δοτικοί στο κάλεσμα της εν κινδύνω πατρίδας. 

Σε αυτό το πρωτογενές κοινωνικό επίπεδο αναδύθηκε η ανάγκη του "συνανήκειν", κι ακομα η ιδέα ότι όλοι μαζί μπορούσαν να αισθανθούν τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο.

Εκείνο που τους έλειπε εμφανίζεται τώρα ως υπόσχεση εξιλέωσης. Εάν αγωνιστείτε γι’ αυτήν τη αθάνατη οντότητα που λέγεται πατρίδα θα γίνετε αθάνατοι. Η ουσία σας είναι να απαρνηθείτε τα εγώ σας, που σας σκοτώνουν καθημερινά. Που σημαίνει: Εάν σωθεί η πατρίδα  που τους γέννησε, σήμαινε ότι οι ίδιοι μπορούν να ξαναγεννηθούν.

Έγιναν λοιπόν ηρωικοί κατά του εισβολέα, τόσο περισσότερο, όσο λιγότερο ηθικοί ήταν μεταξύ τους. Στον ηρωισμό του ‘40 ξαναβρίσκεται η ομοθυμία στη θέση της ανέφικτης ομόνοιας. 

Διερμηνεύοντας αυτά τα συναισθήματα, ο Μεταξάς θα σημειώσει στο ημερολόγιό του μια φράση, δραματικά θυμικής εντάσεως σημαντική. Η λέξη κλειδί της φράσης το ουσιαστικό, "προσβολή". Η πλήρης φράση: "Δεν μπορώ να δεχτώ αυτήν την προσβολή".

Σε ποιον επιτίθεται ο Μουσολίνι; Σε εμάς. Αλλά ποιοι είμαστε εμείς;
Συγκλονιστικότερος τρόπος για να μπει στη εικόνα το εμείς, δεν μπορούσε να υπάρχει.

Αναφορές: Για περισσότερες ιστορικές στιγμές ψυχικής ανάτασης του λαού μας, βλ. το βιβλίο του Βασίλη Καραποστόλη "Διχασμός και εξιλέωση", εκδόσεις Πατάκη, διαμορφωτικό και του παρόντος κειμένου.

* Ο κ. Κωστούλας είναι τέως γενικός διευθυντής εταιρειών του ευρύτερου  χρηματοπιστωτικού τομέα