Γράφει ο Σταύρος Τσερπές Αντιστράτηγος ε.α.

Για την Ελλάδα η πρώτη μεγάλη κρίση του 20ου αιώνα τελείωσε με τη συνθήκη της Λωζάννης το 1923.

Πότε άρχισε; Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί. Θα μπορούσαμε να επιλέξουμε το έτος 1908 ως ημερομηνία έναρξης. Το καθοριστικό γεγονός, που μας οδηγεί στον  καθορισμό του έτους  1908 ως έτος έναρξης της πρώτης μεγάλης κρίσης του 20ου αιώνα για την Ελλάδα, είναι η έκρηξη της επαναστάσεως των Νεοτούρκων, που ο επίσημος τίτλος τους ήταν «Επιτροπή Ένωσης και Προόδου».

Ήταν η αρχή του τουρκικού εθνικισμού με την ευρεία έννοια της λέξης. Το 1889 περίπου ιδρύθηκε από άτομα μη τουρκικής καταγωγής, φοιτητές της Στρατιωτικής Σχολής Ιατρικών Επιστημών, όπως τους Ισάκ Σουκουτί (Κούρδος), Μεχμέτ Ρεσίτ (Κιρκάσιος), Αμπντουλάχ Τζεβντέτ (Κούρδος), Ιμπραήμ Τέμο( Αλβανός), Χουσεϊν Αλή (Αζερμπαϊτζανός), που απλώθηκε στη συνέχεια και σε άλλες σχολές, η «Εταιρεία για την Οσμανική Ένωση», οργάνωση, η οποία μετέπειτα ονομάστηκε «Επιτροπή Ένωσης και Προόδου» (ΕΕΠ).

Η εταιρεία ήταν οργανωμένη σε «πυρήνες» συγκεντρώνοντας μέλη φίλων, χωρίς φανερή πολιτική δράση ούτε σαφή ιδεολογία. Τα μέλη αυτά των «πυρήνων», που ήταν άνθρωποι με ανώτερη παιδεία και είχαν την ευκαιρία να έλθουν σε επαφή με τα ιδεολογικοπολιτικά ρεύματα που κυκλοφορούσαν στη Δυτική Ευρώπη,  αρχικά δεν προχωρούσαν πέρα από τη διοργάνωση μυστικών συναντήσεων και την ανάγνωση βιβλίων των «Νέων Οσμανών».

Πίστευαν ότι αίτιο της κακοδαιμονίας, που χαρακτήριζε το κράτος, ήταν ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β ́ (Abdül Hamit) και ότι καλύτερες ημέρες θα μπορούσαν να έλθουν αν εξασφαλιζόταν συνταγματική διακυβέρνηση.

Η ΕΕΠ είχε επιδιώξει να συνεργαστεί με τους Έλληνες  από την εποχή της ίδρυσής της, καθόσον οι Έλληνες αποτελούσαν το σημαντικότερο μέρος του πληθυσμού της αυτοκρατορίας, αφού διέθεταν πνευματική, κοινωνική και οικονομική  δύναμη. Μικρός αριθμός Ελλήνων είχε συμμετάσχει στις οργανώσεις του κινήματος των Νεότουρκων στην Ευρώπη και  είχε μυηθεί σ΄αυτό. Ο Ελληνισμός στην πλειονότητά του πίστεψε πως το νέο καθεστώς έθετε τις βάσεις για μια νέα συνεργασία των λαών της Οσμανικής Αυτοκρατορίας και δημιουργούσε ευνοϊκές προϋποθέσεις για ευρύτερη συμμετοχή των Ελλήνων στην οσμανική διοίκηση.

Πολλοί  Έλληνες της Κωνσταντινούπολης δέχτηκαν με ενθουσιασμό την κίνηση των Νεότουρκων και συμμετείχαν στις διαδηλώσεις με Οσμανικές και ελληνικές σημαίες, που έγιναν μαζί με Τούρκους , Αρμένιους και Εβραίους.  Εκτός τούτου συνεισέφεραν οικονομικά για την επιστροφή αυτών που βρίσκονταν σε εξορία.

H αλλαγή στην Οσμανική Αυτοκρατορία επέφερε ενθουσιασμό τόσο στην ελληνική κυβέρνηση όσο και στην κοινή γνώμη στην Ελλάδα.  Αναπτερώθηκαν οι ελπίδες ότι η συνεργασία των Ελλήνων με τους Τούρκους στην Οσμανική Αυτοκρατορία, υπό το νέο καθεστώς, θα έδινε νέες ευκαιρίες.

Στην Αθήνα οργανώθηκαν μεγάλες διαδηλώσεις υπέρ του νέου Συντάγματος. Εκδηλώσεις ενθουσιασμού προκάλεσαν στους Έλληνες της Πόλης οι επισκέψεις Ελλήνων επισήμων και Αθηναίων εκδρομέων στην Κωνσταντινούπολη.

Η ενδυνάμωση των δεσμών της Ελλάδας με την Οσμανική Αυτοκρατορία ήταν η μεγάλη ελπίδα. Η επίσημη ελληνική πολιτική κατ’ αρχάς δεν είχε πρόβλημα να συνεργαστεί με τους Νεότουρκους. Ωστόσο, μετά την ήττα του πολέμου του 1897, η ελληνική πολιτική απέφευγε με προσοχή να εμπλακεί σε νέες εχθροπραξίες με την Οσμανική Αυτοκρατορία και το ενδιαφερόν της  πλέον εστράφη στην εσωτερική ανασύνταξη του ελληνικού κράτους.

Να σημειώσουμε εδώ ότι στις αρχές του 1897, ο Βασιλιάς Γεώργιος και ο Σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ  παρ’ όλα τα προβλήματα, και ειδικά το θέμα της Κρήτης, δεν επιθυμούσαν μια ένοπλη σύγκρουση. Κανείς από τους δύο δεν ήθελε να έρθει αντιμέτωπος με τις υφιστάμενες πιέσεις.

Η κατάσταση είχε περιπλακεί λόγω της πρότασης να δοθεί το ανώτατο αξίωμα του Διοικητή ή του «Ύπατου Αρμοστή»  της κρητικής πολιτείας στο δευτερότοκο γιο του Έλληνα μονάρχη, πρίγκιπα Γεώργιο, ως αντάλλαγμα για την απόσυρση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος του συνταγματάρχη Βάσου. Βέβαια από ορισμένους πολιτικούς κύκλους στην Αθήνα αμφισβητήθηκε αυτή η ιδέα και θεωρήθηκε ως ένδειξη μιας μελλοντικής ιδεολογικής και πολιτικής κρίσης.

Για την Οσμανική Αυτοκρατορία η ιδέα της ανάδειξης ενός μη Οσμανού στη συγκεκριμένη θέση ήταν ιδιαίτερα απεχθής.  Ο σουλτάνος περιόρισε τις πολεμικές διαθέσεις των συμβούλων του. Ωστόσο μία επίθεση ατάκτων στα βόρεια σύνορα, στις 18 Απριλίου 1897, ήταν το έναυσμα για την έναρξη των εχθροπραξιών.

Ειρηνικό αποτέλεσμα στην Κρήτη πιθανώς  ο τουρκικός στρατός δεν ήταν ίσως σε θέση να το πετύχει. Στην ηπειρωτική χώρα όμως  θα μπορούσε να καταφέρει ένα καίριο πλήγμα. Η ήττα των ελληνικών δυνάμεων, με επικεφαλής το διάδοχο Κωνσταντίνο, έθεσε σε κίνδυνο ακόμα και την Αθήνα. Ο Βασιλιάς Γεώργιος υπολόγιζε στο βρετανικό παράγοντα. Ωστόσο απογοητεύτηκε οικτρά.

Έτσι οι Μεγάλες Δυνάμεις επέμεναν ότι οι Έλληνες θα έπρεπε να  «εκλιπαρήσουν» για να σωθούν από τη δυσχερή θέση.      Ο σουλτάνος διέταξε τη διακοπή προέλασης των οσμανικών στρατευμάτων προς την Αθήνα, αφού είχε πλέον τη διαβεβαίωση του τσάρου για τη  «διά βίου ευγνωμοσύνη του».

Ο Αμπντούλ Χαμίτ γνώριζε καλά ότι αργά ή γρήγορα θα έπρεπε να επιστρέψει την κατεχόμενη περιοχή στους Έλληνες. Παράλληλα η τουρκική κοινή γνώμη απολάμβανε αυτόν το θρίαμβο.

Η εκτίμηση για την  κυβέρνηση του ελληνικού κράτους ήταν  ότι το νέο καθεστώς, εφ’ όσον δεν θα έθιγε τα παραδοσιακά προνόμια που επί αιώνες είχε εξασφαλίσει στους Έλληνες ο θεσμός της ένταξης σε εθνικοθρησκευτικά σύνολα, «μιλέτ», υπό την ηγεσία της εκκλησιαστικής ιεραρχίας θα μπορούσε να ενισχύσει τις δυνάμεις του Ελληνισμού μέσα στην Οσμανική Αυτοκρατορία.

Η αλυτρωτική ιδεολογία  αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη των συγκρούσεων στα Βαλκάνια κατά το 19ο αιώνα παρά τη συνεργασία των δύο χωρών που έγινε το 1908. Ο Μακεδονικός Αγώνας και τα αδιέξοδά, στις αρχές του 20ου αιώνα διαμόρφωσαν μία νέα πραγματικότητα στην περιοχή.

Οι Έλληνες ιδεολόγοι του εθνικισμού οδηγήθηκαν στην αναζήτηση ενός οράματος. Αυτό δεν είχε σχέση με τη λογική του αλυτρωτισμού και της επέκτασης των ορίων του ελληνικού κράτους.

Στηριζόταν όμως στην ιδέα της συνεργασίας των λαών της Ανατολής. Κύριοι εκφραστές της ιδέας αυτής, ο Αθ. Σουλιώτης – Νικολαΐδης και ο Ίων Δραγούμης. Ο Αθανάσιος Σουλιώτης – Νικολαϊδης γεννήθηκε στη Σύρο το 1878 σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων και αποφοίτησε το 1900 με το βαθμό του υπολοχαγού. Το 1906, κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, ίδρυσε την «Οργάνωσιν Θεσσαλονίκης». Το καλοκαίρι του ιδίου χρόνου γνώρισε τον Ίωνα Δραγούμη, τότε υποπρόξενο της Ελλάδας στην Αλεξανδρούπολη (Ντεντεαγάτς), και συνδέθηκαν με βαθιά φιλία.

Ίδρυσαν τη μυστική «Οργάνωσιν Κωνσταντινουπόλεως», της οποίας ο Σουλιώτης ήταν πρόεδρος μέχρι τον Οκτώβριο του 1912, ενώ στη συνέχεια πολέμησε στον Α ́ Βαλκανικό Πόλεμο. Εκλέχτηκε Βουλευτής Θεσσαλονίκης το 1920, έγινε Νομάρχης Φλωρίνης το 1934 και γενικός διοικητής Θράκης το 1935 και πέθανε το 1945.

Η «Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως» ιδρύθηκε λίγο πριν από την Επανάσταση των Νεότουρκων και είχε σαν στόχο την ενίσχυση Ελλήνων-Ρωμιών απέναντι στη σλαβική προπαγάνδα και φιλοδοξούσε να οργανώσει τις δυνάμεις του Ελληνισμού στην Οσμανική Αυτοκρατορία, ώστε να αναδειχτεί σε ρυθμιστή των πραγμάτων στην Ανατολή.

Το πεδίο δράσης ξεκινούσε από τη Μακεδονία και τελείωνε στη Θράκη, για αυτόν το λόγο θεωρούνταν η συνέχεια της οργάνωσης «Οργάνωσις Θεσσαλονίκης».

Ο Αθ. Σουλιώτης- Νικολαϊδης πίστευε στην ειρηνική συμβίωση Ελλήνων και Τούρκων μετά την απομάκρυνση του σλαβικού κινδύνου και, όπως ο Ι. Δραγούμης, θεωρούσε ότι το καθεστώς των Νεότουρκων άνοιγε νέους στόχους με πρώτο τον «εξελληνισμό της Αυτοκρατορίας». Εκτός τούτου, η οργάνωση ασχολήθηκε με την πολιτική διαπαιδαγώγηση των «Ελλήνων της Τουρκίας» και διατηρούσε απέναντι τους Νεότουρκους την πολιτική της αναμονής.

«Στο δύσκολο αυτό αγώνα του Έθνους, πρέπει να προσέξωμε πολύ.......Δεν θα δείξωμε εμείς πρώτοι δυσπιστία προς τους Νεότουρκους....... Μεταξύ Νεοτούρκων και Παλαιοτούρκων θα προτιμούμε τους πρώτους και μεταξύ των Νεοτούρκων, τους ολιγότερον σωβινιστάς»

Τις προτάσεις τους για νέους τρόπους αντιμετώπισης των ελληνοτουρκικών σχέσεων έστειλαν στον υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας, Γ. Μπαλτατζή, μετά την ανακήρυξη του Συντάγματος, ο Δραγούμης και ο Σουλιώτης – Νικολαΐδης. Έτσι και υπό την προϋπόθεση να σεβαστούν οι Τούρκοι τα δίκαια των Ελλήνων στην Οσμανική Αυτοκρατορία, ανέφεραν ότι πλέον η ελληνική πολιτική μπορούσε να συνεργαστεί για ένα συνασπισμό των λαών της Ανατολής και πρότειναν ο συνασπισμός αυτός να αρχίσει με μία συμμαχία Ελλάδας και Τουρκίας. Επιπλέον, να υπάρχει εγγύηση για τη συμμετοχή των Ελλήνων στο οσμανικό κράτος με ίσα καθήκοντα και δικαιώματα.

Το Υπουργείο Εξωτερικών δεν απάντησε στο υπόμνημα των Δραγούμη – Νικολαΐδη και  παρέμεινε επιφυλακτικό, περιμένοντας δείγματα γραφής από το νέο καθεστώς ενώ ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ ́, εξέφρασε διαφορετική άποψη. Αντιστάθηκε στις νεοτουρκικές μεταρρυθμίσεις και δεν συμμερίστηκε το γενικό ενθουσιασμό, επειδή με τη μετατροπή της οσμανικής εξουσίας σε κοσμική, θα περιοριζόταν επιρροή του.

Συνέβαλε ωστόσο σημαντικά στη μείωση των εντάσεων που δημιουργήθηκαν μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων κατά τη διάρκεια των βουλευτικών εκλογών, το φθινόπωρο του 1908, ανταποκρινόμενος πλήρως στο ρόλο του ως ηγέτη της ελληνικής εθνικής – θρησκευτικής κοινότητας.

Η ΕΕΠ κατά την περίοδο της επικράτησής της, αλλά και από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής της, κινήθηκε στα πλαίσια τριών ιδεολογικών ρευμάτων:

- Του Οσμανισμού

- Του Ισλαμισμού

- Του Τουρκικού Εθνικισμού

Τα όρια αυτών δεν υπήρξαν πάντα ευδιάκριτα μεταξύ τους.

Οσμανισμός

Στηριζόταν στην αντίληψη ότι η ισοπολιτεία θα ενέπνεε σε όλους τους πολίτες της αυτοκρατορίας νομιμοφροσύνη στο οσμανικό κράτος και θα μπορούσε να περιορίσει τους εθνικούς ανταγωνισμούς που συγκλόνιζαν και απειλούσαν την Οσμανική Αυτοκρατορία. Ο οσμανισμός απέτυχε να γεφυρώσει τις διαφορές των υπηκόων της αυτοκρατορίας και να αγωνιστεί κατά του διαμελισμού της.

Ισλαμισμός

Η θρησκευτική πίστη ως συνεκτικός κρίκος της αυτοκρατορίας, συνέχισε να ανταγωνίζεται εκείνη του οσμανισμού.

Τουρκικός Εθνικισμός

Μετά την αποτυχία του οσμανισμού να γεφυρώσει τις διαφορές των υπηκόων της αυτοκρατορίας και να αγωνιστεί κατά του διαμελισμού της ενισχύθηκε η ιδέα του τουρκικού εθνικισμού, ιδιαίτερα μετά την καταστολή του κινήματος των οπαδών του παλαιού καθεστώτος και την εκθρόνιση του Αμπντούλ Χαμίτ, το 1909. Εκδηλώθηκε κυρίως με:

- Mέτρα περιορισμού των εκκλησιαστικών προνομίων

- Διάλυσης των εθνικών συλλόγων με απελάσεις.

- Μέτρα που απέβλεπαν στην αποδυνάμωση των χριστιανών στα αστικά κέντρα.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κήρυξε, ότι η Εκκλησία τελεί υπό διωγμό και το  όραμα των Δραγούμη – Νικολαΐδη κατέρρευσε μαζί με τις ελπίδες για ισοπολιτεία. Νέα δεδομένα δημιούργησαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι, τα οποία επηρέασαν αποφασιστικά τις διακοινοτικές σχέσεις.

Μετά την είσοδο Τούρκων προσφύγων από τις ευρωπαϊκές επαρχίες η  αναλογία των Τούρκων, σε σχέση με τους χριστιανικούς πληθυσμούς, αυξήθηκε στη Μ. Ασία . Το τουρκικό εθνικιστικό πνεύμα ανεπτύχθη μετά την  απώλεια των βαλκανικών κτήσεων και τον  ο Α ́ Παγκόσμιο Πόλεμο.

 Η ΕΕΠ  κατά τη διάρκεια του πολέμου επιτάχυνε τη διαδικασία μετασχηματισμού της αυτοκρατορίας σε εθνικό τουρκικό κράτος, καταστρέφοντας τους θεσμούς που στήριζαν την πολυεθνική Οσμανική Αυτοκρατορία. Η τουρκική κυβέρνηση το 1915, έθεσε υπό οριστικό έλεγχο το εκπαιδευτικό πρόγραμμα και επέβαλε τη διδασκαλία της τουρκικής γλώσσας και ιστορίας. Το 1916, με την κατάργηση των «μιλέτ», θεσμού συλλογικής εκπροσώπησης των εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων, περιορίστηκαν ουσιαστικά οι αρμοδιότητες του Οικουμενικού Πατριαρχείου

H Ελλάδα το 1917 μπήκε στον πόλεμο.  Τότε η νεοτουρκική κυβέρνηση (δηλ. Των Ενβέρ – Ταλαάτ – Τζεμάλ) έλαβε μέτρα εναντίον των Ελλήνων. Έτσι οι τουρκικές αρχές προώθησαν σχέδια για την απομάκρυνση των ελληνικών πληθυσμών από τις «στρατηγικά ευαίσθητες» περιοχές της αυτοκρατορίας και κήρυξαν αυστηρό οικονομικό αποκλεισμό εναντίον του ελληνικού εμπορίου στη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη.

Προβλήματα στους χριστιανικούς πληθυσμούς δημιούργησε την ίδια εποχή, η υποχρεωτική στράτευση των μη μουσουλμάνων, την οποία μερικά χρόνια πριν είχε αποδεχτεί η ομάδα των Ελλήνων βουλευτών.

Με την ανακωχή του Μούδρου, που υπογράφτηκε τον Οκτώβριο του 1918 η Οσμανική Αυτοκρατορία και μαζί με αυτήν η νεοτουρκική ΕΕΠ   πέρασαν στην ιστορία. Ο ανταγωνισμός μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, που κορυφώθηκε μεταξύ 1919 και 1922, έληξε με τραγικές συνέπειες για τον Ελληνισμό της Οσμανικής Αυτοκρατορίας.

Ας επιστρέψουμε πίσω στις εκλογές του 1908, τις πολιτικές εξελίξεις και τις Έλληνικές κοινότητες. Οι σχέσεις μεταξύ των Ρωμιών και της ΕΕΠ  άρχισαν σταδιακά να χειροτερεύουν, μετά την ανακήρυξη του Συντάγματος του 1908. Αρχικά, οι Ρωμιοί δεν υποδέχτηκαν το κίνημα των Νεότουρκων πολύ θετικά.

Σε αντίθεση με την αδιάφορη στάση των κατοίκων της κεντρικής Μικράς Ασίας και ειδικά της Καππαδοκίας, στα παράλια υπήρξε σε κάποιες περιπτώσεις ένας ενθουσιασμός. Ο Πατριάρχης τάχθηκε εναντίον του κινήματος και δεν ήθελε την ανατροπή του παραδοσιακού καθεστώτος. Προέβαλε τις αντιθέσεις του στο καθεστώς κατ ́επανάληψη σε κείμενα/άρθρα που δημοσιεύτηκαν στην Εκκλησιαστική Αλήθεια. Διατύπωσε αυστηρή κριτική για τους πρώτους δύο μήνες της Επανάστασης.

Η ΕΕΠ προσπάθησε να πλησιάσει με διάφορους τρόπους τον Πατριάρχη. Οι υπεύθυνοι των επιτροπών και ειδικά ο Φαζλί Μπέη - Fazlı(Fazıl) Bey- προσπάθησαν να πείσουν τον Πατριάρχη ότι δεν θα υποστούν καμία αλλαγή τα προνόμιά τους. Μετά την αποτυχία της επίσκεψης αυτής, τον Πατριάρχη επισκέφτηκε ο Πρίγκιπας Σαμπαχαττίν και τον διαβεβαίωσε ότι ο ίδιος και οι υποστηρικτές του θα εγγυηθούν για τα προνόμια του Πατριαρχείου. Η επίσκεψη αυτή ενόχλησε την ΕΕΠ  επειδή έγινε πριν τις εκλογές.

Είχε επομένως  αντιληφθεί ο Πατριάρχης, ο οποίος  κράτησε μία σκληρή στάση έναντι του νέου καθεστώτος,  ότι το συνταγματικό καθεστώς δεν συμβιβαζόταν με τα προνόμια του  «Φαναριού». Ξέσπασαν αρκετές πολεμικές και αντιπαραθέσεις στο πλαίσιο του μιλλέτ (εθνότης) που έφεραν αντιμέτωπους τον Πατριάρχη με τους κοσμικούς, οι οποίοι άρχισαν να αμφισβητούν το ρόλο του πρώτου.

Μερικοί Ρωμιοί έμειναν πιστοί στον Πατριάρχη και στην ιδέα του οσμανισμού, και κάποιοι βέβαια πίστεψαν στον κοινοβουλευτισμό και το Σύνταγμα που θα ευνοούσε τόσο τις  «εθνικές» επιδιώξεις, όσο και την εκκοσμίκευση του  «μιλλέτ». Οι Ρωμιοί που εμφανίζονταν ως ένθερμοι οπαδοί των Νεότουρκων, τουλάχιστον στην αρχή, πίστευαν ότι το γεγονός αυτό θα περιόριζε το ρόλο του Πατριάρχη προς όφελός τους.

Με το πρόσχημα μάλιστα της υπεράσπισης της ανακήρυξης του Συντάγματος, οι Ρωμιοί προετοίμασαν εκδηλώσεις και διαδηλώσεις κατά του Πατριάρχη, φαινόμενα που παρατηρήθηκαν όχι μόνο στους Ρωμιούς αλλά και στους Αρμένιους, οι οποίοι προπηλάκισαν τον Αρμένιο Πατριάρχη.Στις 16 Ιουλίου 1908, πλήθος Αρμενίων κατευθύνθηκε προς το Πατριαρχείο και, αφού εξύβρισε τον Πατριάρχη προσπάθησε να τον εκδιώξει από τον Πατριαρχικό θρόνο. Αντίθετα οι Ρωμιοί δεν τόλμησαν να αμφισβητήσουν τον Πατριάρχη που συνιστούσε σύμβολο της θρησκείας τους.

Παρόλο που είχε προγραμματιστεί και από τους Ρωμιούς της Κωνσταντινούπολης μία διαδήλωση κατά του Πατριάρχη, τρείς μέρες αργότερα δηλαδή στις 19 Ιουλίου 1908, και παρά το τεταμένο κλίμα που δημιουργήθηκε από τη διαδήλωση των Αρμενίων κανένας δεν ανέλαβε την ευθύνη για την τελική οργάνωση της διαδήλωσης.

Θα συνεχίσουμε την σχετική ανάλυση από την οποία θα κατανοηθούν πάρα πολλά!