Άνθρωποι περιμένουν στην σειρά σε μια διανομή δωρεάν τροφίμων στην περιοχή Τσέλσι, στη Μασαχουσέτη, τον Απρίλιο του 2020. Brian Snyder / Reuters

Ο σωστός τρόπος κατανόησης των οικονομικών της πανδημίας

Γράφουν οι Rajeev Cherukupalli και Tom Frieden

Ο νέος κορωνοϊός έχει εξαπλωθεί ευρέως σε όλο τον κόσμο, κατακλύζοντας τα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης και σκοτώνοντας εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Αλλά η κόπωση με τις διαταγές για παραμονή στο σπίτι και οι συνέπειες ενός ξαφνικού παγώματος στην οικονομική δραστηριότητα έφεραν μειωμένη εστίαση στο ανθρώπινο κόστος της νόσου. Ακόμα χειρότερα, η ανυπομονησία ενίσχυσε μια ευρεία παρανόηση: Ότι η σωτηρία λιγότερων ζωών θα άξιζε τον κόπο εάν η οικονομική δραστηριότητα αποκατασταθεί γρήγορα. Ούτε τα οικονομικά της πανδημίας λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο και ούτε η αντίδραση στην πανδημία. Μόνο η δράση που θέτει την υγεία των ανθρώπων στο επίκεντρο θα επιτρέψει μια οικονομική ανάκαμψη.

Οι αντιλήψεις των ατόμων για την ασφάλεια θα καθοδηγήσουν τις καταναλωτικές και τις επιχειρηματικές αποφάσεις τους επόμενους μήνες. Εάν οι κυβερνήσεις αποτύχουν να σώσουν ζωές, οι άνθρωποι που φοβούνται τον ιό δεν θα ξαναρχίσουν να ψωνίζουν, να ταξιδεύουν ή να γευματίζουν έξω. Αυτό θα εμποδίσει την οικονομική ανάκαμψη, είτε με lockdown είτε χωρίς lockdown. Κατά συνέπεια, μόνο η επένδυση σε στρατηγικές που προστατεύουν την υγεία θα επιτρέψει στην οικονομία να ανακάμψει˙ η συγκράτηση τέτοιου είδους δαπανών θα σημαίνει περισσότερες εστίες, περισσότερες απώλειες ζωών και παρατεταμένα οικονομικά δεινά.

τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι καταναλωτικές δαπάνες -ο μεγαλύτερος μοχλός της οικονομικής ανάπτυξης- μειώθηκαν ακόμη και πριν τα περισσότερα κράτη δώσουν εντολή για lockdown, και δεν είναι πουθενά κοντά στο κανονικό, ακόμη και σε πολιτείες που έχουν μερικώς επαναλειτουργήσει. Η ηπιότερη προσέγγιση της Σουηδίας στο lockdown δεν γλίτωσε την συρρίκνωση της οικονομίας της και φαίνεται να σχετίζεται με τα υψηλότερα ποσοστά θανάτων. Η ανάκαμψη της Κίνας θα εξαρτηθεί από την αναζωογονημένη εγχώρια και παγκόσμια ζήτηση. Χώρες και πολιτείες που έχουν ανοίξει ξανά πριν πετύχουν το κατώφλι της σταθερής μείωσης των λοιμώξεων ρισκάρουν να εκδηλώσουν νέα κρούσματα, υψηλότερα ποσοστά θανάτου και παρατεταμένη οικονομική αναστάτωση.

Οι αντισταθμίσεις δημόσιων οικονομικών συνήθως περιλαμβάνουν ανταγωνιστικές προτεραιότητες και περιορισμένους πόρους -κανόνια ή βούτυρο, νοσοκομεία ή αυτοκινητόδρομους. Αλλά θα ήταν λάθος να εφαρμόσουμε αυτό το πλαίσιο στην αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19, επειδή οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν μια θεμελιωδώς διαφορετική επιλογή. Η σωτηρία των ζωών είναι καθοριστικής σημασίας για την αποκατάσταση της οικονομικής δραστηριότητας, δεν είναι αντίθετη σε αυτήν.

ΣΩΖΟΝΤΑΣ ΖΩΕΣ

Η σωτηρία ζωών θα απαιτήσει τεράστιες κρατικές επενδύσεις για την βελτίωση της δημόσιας υγείας και των συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης για να καλύψουν τόσο τις άμεσες όσο και τις μελλοντικές ανάγκες. Ο στόχος πρέπει να είναι ο έλεγχος της εξάπλωσης του ιού, η προστασία των εργαζομένων στον υγειονομικό τομέα και η δημιουργία αυξημένης χωρητικότητας στις εγκαταστάσεις υγείας -διατηρώντας παράλληλα την υγειονομική περίθαλψη που δεν έχει σχέση με την COVID-19. Η πρωτοβάθμια περίθαλψη, όπως ο εμβολιασμός, η θεραπεία χρόνιων παθήσεων, και οι συνήθεις διαδικασίες διάσωσης ζωής και οι θεραπείες που κρατούν έναν πληθυσμό υγιή, μπορούν να περιμένουν μόνον τόσο. Το επίκεντρο δεν πρέπει να είναι απλώς η μείωση των θανάτων που μπορεί να αποφευχθούν από την [ασθένεια] COVID-19, αλλά η πρόληψη όσο το δυνατόν περισσότερων θανάτων, είτε από COVID-19 είτε όχι, πράγμα που θα σημαίνει την διατήρηση ή ακόμη και ενίσχυση της φροντίδας που δεν αφορά στην COVID-19.

Όταν η COVID-19 εξαπλώνεται ευρέως, οι αποδιοργανωτικές αλλά ουσιαστικές πρακτικές παραμονής στο σπίτι είναι ο μόνος τρόπος για τον περιορισμό της εκρηκτικής διάδοσης. Το lockdown είναι ένα αμβλύ αλλά αποτελεσματικό μέσο. Μπορεί να τερματιστεί, επιτρέποντας στους ανθρώπους να βγουν με ασφάλεια, μόνο όταν υπάρχουν τέσσερις βασικές πρακτικές: Εκτεταμένα [διαγνωστικά] τεστ, απομόνωση αυτών που έχουν μολυνθεί, ανίχνευση επαφών, και καραντίνα αυτών των επαφών.

Αυτές οι τέσσερις πρακτικές (μια στρατηγική που η Resolve to Save Lives ονομάζει "Box It In εξαρτώνται από σημαντικές επενδύσεις τόσο οικονομικών όσο και ανθρώπινων πόρων. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αύξηση των τεστ (απαιτούνται τουλάχιστον 400.000 τεστ την ημέρα μόνο για τις ομάδες υψηλότερης προτεραιότητας) και άλλες παρεμβάσεις θα κοστίσουν δισεκατομμύρια δολάρια. Και η εφαρμογή ενός διεξοδικού συστήματος εντοπισμού επαφών θα μπορούσε να συνεπάγεται την απασχόληση και την εκπαίδευση τουλάχιστον 100.000 ατόμων και μέχρι 300.000 ατόμων. Η παραδοσιακή ανίχνευση επαφών είναι δαπανηρή, χρονοβόρα και έντασης εργασίας, καθώς απαιτεί γρήγορη δουλειά και οικοδόμηση εμπιστοσύνης με σεβασμό στην ιδιωτικότητα. Αλλά είναι απαραίτητη για να ελέγχεται η εξάπλωση του ιού. (Πολλές κυβερνήσεις σε χώρες με χαμηλό εισόδημα διεξάγουν τακτικά τον εντοπισμό επαφών.

Εν τω μεταξύ, η απομόνωση ασθενών που έχουν μολυνθεί και η απομόνωση ατόμων που έχουν έλθει σε επαφή μαζί τους θα απαιτήσει σημαντική πρόσθετη επένδυση. Η απομόνωση των ασθενών, προκειμένου να αποφευχθεί η εξάπλωση σε νοσοκομεία και κέντρα υγείας (καθώς και σε γηροκομεία, καταφύγια αστέγων και σωφρονιστικές εγκαταστάσεις, που έχουν μερικά από τα υψηλότερα ποσοστά μόλυνσης και θνησιμότητας), απαιτεί επανασχεδιασμένες εγκαταστάσεις και πρακτικές υγειονομικής περίθαλψης και επαρκή εφόδια προστατευτικού εξοπλισμού. Οι δημοτικές και κρατικές Αρχές ενδέχεται επίσης να χρειαστεί να χρησιμοποιήσουν εγκαταστάσεις όπως ξενοδοχεία και μοτέλ για να χωρίσουν και να στεγάσουν άτομα που είναι άρρωστα ή εκτεθειμένα και δεν μπορούν να φροντιστούν και να απομονωθούν με ασφάλεια στην τρέχουσα διαμονή τους. Χώρες που έχουν ήδη επενδύσει σε τέτοιες προσωρινές εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας και της Νότιας Κορέας, έχουν σώσει ζωές και έχουν αποφύγει τις χειρότερες οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας.

Τελικά, τίποτα δεν θα επιτρέψει στους ανθρώπους να επιστρέψουν στο προ COVID-19 φυσιολογικό εκτός από ένα εμβόλιο. Οι κυβερνήσεις και οι ιδιωτικές εταιρείες πρέπει να επενδύσουν στην δοκιμή και την διανομή ενός εμβολίου το συντομότερο δυνατόν, αναγνωρίζοντας ότι ακόμη και όταν αναπτυχθεί ένα εμβόλιο, το να χορηγηθεί σε όλους όσους το χρειάζονται θα είναι μια τεράστια επιχείρηση. Οι θεραπείες θα βοηθήσουν επίσης, πιθανώς ουσιαστικά, και θα είναι διαθέσιμες νωρίτερα. Αλλά είναι απίθανο να αλλάξουν το παιχνίδι όπως θα έκανε ένα ασφαλές και αποτελεσματικό εμβόλιο.

Μαζί με τα δισεκατομμύρια σε δαπάνες για μια ολοκληρωμένη αντίδραση στην COVID-19 τους επόμενους μήνες, θα απαιτηθούν σημαντικές πρόσθετες επενδύσεις για τη μείωση του κινδύνου μελλοντικών πανδημιών. Στην αμεσότητα της πανδημικής απόκρισης, είναι εύκολο να συνδεθούν οι ενέργειες με τις μετρήσιμες συνέπειες: Η προμήθεια περισσότερων τεστ και προστατευτικού εξοπλισμού μετριάζει την πίεση στα νοσοκομεία και μειώνει τους θανάτους, η ισχυρή ανίχνευση επαφών μειώνει την εξάπλωση. Όμως σύντομα, οι κυβερνήσεις θα μπουν στον πειρασμό, όπως συμβαίνουν υπό κανονικές συνθήκες, να ξοδέψουν λιγότερα για την υγεία εν τη απουσία τέτοιων προφανών συνεπειών -ένας λόγος για τον οποίο η επένδυση στην πρόληψη πανδημιών εξασθενούσε ακόμη και καθώς το παγκόσμιο εμπόριο και ταξίδια αυξάνονταν.

ΜΕΤΡΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΣΟΚ

Οι προσπάθειες για επιβράδυνση και διακοπή της εξάπλωσης της COVID-19 είναι απαραίτητα αποδιοργανωτικές και δαπανηρές, επειδή επηρεάζουν άμεσα το εάν και το πώς μπορούν να εργαστούν οι άνθρωποι. Οι κυβερνήσεις πρέπει να επενδύσουν σε πολιτικές που μειώνουν τη μετάδοση, όπως η επί πληρωμή άδεια ασθενείας, και που βοηθούν τους ανθρώπους να διατηρήσουν ή να αποκτήσουν πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη. Αλλά πρέπει επίσης να επενδύσουν σε πολιτικές που συμβάλλουν στη μείωση του οικονομικού σοκ, όπως η διευρυμένη ασφάλιση ανεργίας (περισσότεροι από 33 εκατομμύρια Αμερικανοί έχουν υποβάλει αρχικές δηλώσεις ανεργίας από τις αρχές Μαρτίου), συμπληρωματικές αμοιβές (για παράδειγμα, ο Καναδάς σκοπεύει να συμπληρώσει τους μισθούς των εργαζομένων στην πρώτη γραμμή [της πανδημίας]), και προγράμματα που επιτρέπουν στις εταιρείες να διατηρούν τους εργαζομένους τους. Τέτοιες κοινωνικές προστασίες απαιτούνται όχι μόνο για χάρη της οικονομικής ανακούφισης ενόψει ενός παγκόσμιου σοκ, αλλά και για τον περιορισμό της πανδημίας: Εάν τα άτομα που έχουν μολυνθεί από τον ιό και οι επαφές τους μπορούν να μείνουν σπίτι χωρίς οικονομική δυσκολία, οι χώρες θα είναι πιο πιθανό να επιβραδύνουν τη μετάδοση και να αποτρέψουν τις οικονομίες τους να καταρρεύσουν περαιτέρω.

Η επιστροφή στην εργασία απαιτεί την αναγνώριση ότι ορισμένα άτομα θα παραμείνουν πολύ ευάλωτα για να επιστρέψουν σε θέσεις εργασίας που συνεπάγονται κινδύνους για την υγεία και δεν μπορούν να γίνουν από απόσταση. Κατά συνέπεια, οι κυβερνήσεις ενδέχεται να χρειαστεί να επεκτείνουν την εισοδηματική υποστήριξη και να παρέχουν ευρύτερη ασφάλιση ανικανότητας [προς εργασία]. Αυτό θα μείωνε τον κίνδυνο σοβαρής ασθένειας στις πιο ευάλωτες κοινότητες -ιδίως σε κοινότητες χαμηλού εισοδήματος, μεταναστών, και μειονοτήτων, οι οποίες έχουν πληγεί περισσότερο από την COVID-19- και επομένως επιτρέπουν την συνέχιση των οικονομικών δραστηριοτήτων.

Υπάρχει ένας μακρύς και ποικίλος κατάλογος θέσεων εργασίας που κρίνονται απαραίτητες και συνεπάγονται υψηλό κίνδυνο COVID-19: Δεν είναι μόνο οι εργαζόμενοι στην υγειονομική περίθαλψη, αλλά και οι οδηγοί λεωφορείων και οι εργαζόμενοι στην συσκευασία κρέατος, στις αποθήκες και στα μανάβικα έχουν λίγες επιλογές, όμως συνεχίζουν να εμφανίζονται [στην δουλειά]. Οι γραμμές παραγωγής σε πολλές βιομηχανίες -όχι μόνο στην συσκευασία κρέατος, που είναι το θέμα των πρόσφατων εκτεταμένων εξάρσεων- περιλαμβάνουν φυσική εγγύτητα με άλλους εργαζόμενους. Εκείνοι που επιστρέφουν σε αυτές τις θέσεις εργασίας χρειάζονται πολύ καλύτερη προστασία: Συχνή απολύμανση, νέα χωρίσματα, υποχρεωτική απολύμανση χεριών, αυξημένη φυσική απόσταση, διατήρηση μικρών ξεχωριστών ομάδων εργαζομένων ενώ θα εξαιρούνται οι μολυσμένοι εργαζόμενοι, και γρήγορη αναγνώριση και έρευνα για να σταματήσει η εξάπλωση των κρουσμάτων.

Ωστόσο, αυτή η προστασία θα λειτουργήσει μόνο εάν οι εργοδότες λάβουν και εφαρμόσουν σαφή, τεκμηριωμένη, επίσημη καθοδήγηση. Η βελτίωση της ασφάλειας της βιομηχανίας πρέπει να αντιμετωπίζεται ως δημόσιο αγαθό -πράγμα που απαιτεί αποτελεσματική εποπτεία από ομοσπονδιακές και πολιτειακές κυβερνήσεις. Χωρίς επιβολή, μεμονωμένες επιχειρήσεις θα μπουν στον πειρασμό να λειτουργήσουν πονηρά, με τραγικά αποτελέσματα: Εάν κάποιος εργοδότης κάνει παρακάμψεις για να εξοικονομήσει χρήματα, η μόλυνση μπορεί να εξαπλωθεί και να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη σε μια ολόκληρη βιομηχανία (είτε πρόκειται για εργοστάσια συσκευασίας κρέατος είτε για ξενοδοχεία). Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις έχουν συμφέρον να εγγυηθούν την ασφάλεια προκειμένου να αποτρέψουν τον τερματισμό λειτουργίας σε ολόκληρη την βιομηχανία, αλλά δεν μπορούν να βασίζονται στην αυτο-αστυνόμευση. Η κυβέρνηση μπορεί να συμβάλει στην διασφάλιση της εμπιστοσύνης του κοινού όπως το κάνει με την ασφάλεια των τροφίμων: Επιβάλλει πρότυπα που μειώνουν τον κίνδυνο και η βιομηχανία με την σειρά της βρίσκει οικονομικά αποδοτικούς τρόπους για να ανταποκριθεί σε αυτά τα πρότυπα. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και η κυβέρνηση συνεργάζονται έτσι ώστε να μειώσουν το κόστος του να κρατήσουν τους πάντες ασφαλείς.

ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ

Η εύρεση πρακτικών, κλιμακούμενων τρόπων τόσο για την προστασία των ανθρώπων όσο και για να πεισθούν να αλλάξουν την προσωπική συμπεριφορά τους προς όφελος της κοινότητας αποτελεί το «εκ των ων ουκ άνευ» της δημόσιας υγείας. Στην τρέχουσα πανδημία, παρά τα αρχικά λάθη, οι κυβερνήσεις κατάφεραν γενικά να πείσουν τους ανθρώπους να βάλουν το συλλογικό καλό πάνω από το δικό τους -είτε μένοντας στο σπίτι είτε φορώντας μάσκες δημόσια.

Όταν η προσοχή και η ενέργεια του κοινού επικεντρώνονται σε έναν σαφή εχθρό, είναι σχετικά εύκολο να πείσουμε τις κυβερνήσεις να επενδύσουν σε μέτρα δημόσιας υγείας, καθώς μειώνουν ξεκάθαρα τον αριθμό των θανάτων και επιταχύνουν την ανάκαμψη. Η μεγαλύτερη πρόκληση στο μέλλον θα είναι να πεισθούν οι κυβερνήσεις να χρηματοδοτήσουν προγράμματα που καθιστούν λιγότερο πιθανή την επόμενη πανδημία. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτό απαιτεί σημαντική αύξηση της χρηματοδότησης τόσο για την εγχώρια δημόσια υγεία όσο και για την παγκόσμια δημόσια υγεία (και να προστατευθεί η χρηματοδότηση από κοντόφθαλμες περικοπές στο μέλλον). Το μακροπρόθεσμο μάθημα της COVID-19 θα πρέπει να είναι σαφές: Εάν οι κυβερνήσεις δεν αυξήσουν μαζικά τις επενδύσεις τους στην παγκόσμια υγειονομική ασφάλεια, θα θέσουν σε κίνδυνο τόσο τις ζωές όσο και τα προς το ζην στο μέλλον.

Αν και το κόστος τόσο της άμβλυνσης αυτής της πανδημίας όσο και της πρόληψης της επόμενης μπορεί να φαίνεται υπερβολικό, το τίμημα αποτελεί ένα ζήτημα σύγκρισης με το οικονομικό τους όφελος –ένα θέμα δαπάνης δισεκατομμυρίων για την εξοικονόμηση τρισεκατομμυρίων. Οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν τώρα τόσο το ανθρώπινο όσο και το οικονομικό κόστος, σε αντίθεση με ό, τι αντιμετώπιζαν εδώ και δεκαετίες, και θα κριθούν και για τα δύο -πόσους θανάτους προλαμβάνουν και πόσο πλήρως αποκαθιστούν τις οικονομίες τους. Το να ληφθούν ημίμετρα για τον έλεγχο της πανδημίας και να υπάρξει βιασύνη για το ξανάνοιγμα [της οικονομίας] πολύ νωρίς (και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ασφάλεια στους χώρους εργασίας) θα αυξήσει την ζημιά τόσο από την άποψη των ζωών όσο και από του εισοδήματος. Οι ηγέτες πρέπει να αναγνωρίσουν ότι αυτό που είναι καλό για την δημόσια υγεία είναι επίσης καλό για τις δουλειές.

Ο RAJEEV CHERUKUPALLI είναι οικονομολόγος στη σχολή Δημόσιας Υγείας Johns Hopkins Bloomberg.
Ο TOM FRIEDEN είναι ανώτερος συνεργάτης για την Παγκόσμια Υγεία στο Council on Foreign Relations και πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Resolve to Save Lives (μια πρωτοβουλία της Vital Strategies). Διετέλεσε διευθυντής των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) των ΗΠΑ από το 2009 έως το 2017 και ως Επίτροπος του Τμήματος Υγείας της Νέας Υόρκης από το 2002 έως το 2009.