...Το ελληνικό κράτος πλέον ήλεγχε την  εκκλησιαστική ιεραρχία καθώς και  τους μηχανισμούς μέσω των οποίων πολιτικοποίησε τους Ρωμιούς. Από την πλευρά τους οι Νεότουρκοι προσπάθησαν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις και να μεταρρυθμίσουν όλη την κρατική μηχανή. Μέσω αυτής, ο έλεγχος της κρατικής εξουσίας προσπάθησε να φτάσει σε όλες τις πόλεις, ακόμη και στις μικρότερες διοικητικές μονάδες. Ο παλιός τρόπος εκπροσώπησης καταργήθηκε δηλαδή ο διαχωρισμός  δεν αφορούσε πλέον σε εθνικούς χώρους αλλά σε εκλογικές περιφέρειες και ο πληθυσμός εκπροσωπήθηκε ως ένα ομοιογενές πολιτικό σώμα.

Στο οσμανικό διοικητικό πλαίσιο η κοινότητα έχασε την αυτόνομη λειτουργία της και επειδή δεν είχε πλέον καμιά διοικητική αρμοδιότητα, έχασε και τους πόρους που είχε από αυτή τη λειτουργία. Τόσο οι Νεότουρκοι, όσο και η νέα ηγεσία του πρώην μιλλέτ  χρησιμοποίησαν τη θρησκευτική ηγεσία, της οποίας η  ανάμιξη στην πολιτική ζωή ήταν αντισυνταγματική, προκειμένου να ελέγξουν την πολιτικοποίηση του πληθυσμού. Το Πατριαρχείο, επειδή ήθελε με κάθε τρόπο να διατηρήσει την εξουσία του πάνω στους Ρωμιούς, έκανε προσπάθειες να προσαρμοστεί στις νέες καταστάσεις. 

Οι εκλογές, που  προκηρύχτηκαν στις 3 Αυγούστου το 1908, είχαν διάρκεια περίπου τεσσεράμισι μήνες και ολοκληρώθηκαν στις 17 Δεκεμβρίου του 1908. Το Πατριαρχείο δημιούργησε Εφορευτική Επιτροπή των εκλογών η οποία αποτελούνταν από τον Επίσκοπο Ελαίας, τον Αλεξ. Καμπούρογλου, τον Κ.Κωνσταντινίδη και τον Γ. Νομικό. 

Οι απεσταλμένοι και οι μεσάζοντες της Επιτροπής Ένωσης και Προόδου  συμφώνησαν με την Επιτροπή να υπάρχει ένα κοινό δελτίο υποψηφίων. Αργότερα, ειδικά στις αρχές Οκτωβρίου, η κατάσταση άλλαξε και άρχισαν να σημειώνονται βιαιότητες και παρανομίες. Το Πατριαρχείο αναγκάστηκε να στείλει ένα  «Τακρίριο» (Νέα δήλωση-Yeni Bildirge Üzerine) το οποίο ανέφερε ότι η συνταγματική κυβέρνηση καταπολεμούσε το Πατριαρχείο και τον Ελληνισμό.

Oι ελληνικοί πληθυσμοί, κατά τη διάρκεια των εκλογών, ήταν πιο οργανωμένοι και πειθαρχημένοι και  ψήφισαν κανονικά, σε αντίθεση με τους μουσουλμάνους που έδειξαν αδιαφορία,. To  αποτέλεσμα ήταν να εκλεγούν σε περισσότερα τμήματα αποκλειστικά χριστιανοί αντιπρόσωποι σε περιοχές που το μουσουλμανικό στοιχείο ήταν η πλεοψηφία και για αυτό οι Νεότουρκοι αποφάσισαν σε μερικά τμήματα να ακυρώσουν τις εκλογές καθόσον δεν περίμεναν αυτή την κατάληξη. 

Η Επιτροπή Ένωσης και Προόδου, επειδή δεν μπόρεσε να βρει υποψηφίους με ανώτερη μόρφωση, αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με τον υπάρχοντα τοπικό πληθυσμό. 

Η Συνταγματική κυβέρνηση έστειλε μία επιτροπή στον Πατριάρχη και πρότεινε να πάει ένα μέλος της Επιτροπής Ένωσης και Προόδου  με μία αντιπροσωπεία του Πατριαρχείου στον Υπουργό Εσωτερικών. Παράλληλα, τα πιο σημαντικά ζητήματα αυτής της εποχής ήταν η πολιτική  καθοδήγησης των Ρωμιών, η ιδεολογική υποδομή στην οποία στηριζόταν ο πολιτικός τους λόγος καθώς και η διαμόρφωση των πολιτικο- εθνικών μηχανισμών. 

Στην πολιτική καθοδήγησης ηγούνταν το Πατριαρχείο και η  «Οργάνωσις της Κωνσταντινουπόλεως», οι υποψήφιοι βουλευτές και ο Τύπος. Το ίδιο συνέβαινε και στις κοινότητες της Μικράς Ασίας. Την πλειοψηφία της ηγεσίας αυτής αποτελούσε «η μέση ελληνική αστική τάξη». 

Κάποιοι είχαν ελληνική υπηκοότητα και συνεργάζονταν με τις ελληνικές διπλωματικές αρχές. Αλλά και ο Τύπος λειτούργησε ως μέσο διαμόρφωσης  «πολιτικής ταυτότητας». Έτσι  ενώ μέχρι το 1908 η σχέση του κέντρου με την περιφέρεια ήταν χαλαρή, άρχισε να γίνεται πιο στενή μέσα από τους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς και τους εθνικούς θεσμούς.Το ελληνικό κράτος δεν είχε οργανωμένη στρατηγική πολιτική για τους Έλληνες εκτός Ελλάδας. Ήταν περισσότερο συγκυριακή. 

Μετά το 1908  δημιουργήθηκε μία συγκεντρωτική εξουσία, η οποία είχε ενιαίο σύστημα πολιτικών μηχανισμών και ενιαίο πολιτικό πρόγραμμα.Στην Κωνσταντινούπολη δημιουργήθηκε ένα πολιτικό πρόγραμμα, που αφορούσε όλους τους Ρωμιούς, από τους Βουλευτές, την  «Οργάνωση» και τον Τύπο.

Η προσπάθεια που γινόταν αφορούσε στην προσπάθεια ώστε όλοι οι Ρωμιοί  της Μακεδονίας, των νησιών και της Καππαδοκίας, που ήταν μέρος του ίδιου πολιτικού σώματος,  να ομοιογενοποιηθούν πολιτικο-εθνικά μέσα από τις ίδιες διεργασίες και μηχανισμούς. 

Από τους βουλευτές που εκλέχτηκαν και συγκροτούσαν την ηγεσία των Ρωμιών οι περισσότεροι προέρχονταν από την περιοχή των Βαλκανίων και όχι της Μικράς Ασίας. Έτσι στις εκλογές του 1908 εκλέχτηκαν 24 βουλευτές εκ των οποίων μόνο οι έξι ήταν από τη Μικρά Ασία , ενώ οι υπόλοιποι προέρχονταν από τα Βαλκάνια και τα νησιά. Συγκεκριμένα, μεταξύ των δεκαπέντε βουλευτών –συμπεριλαμβανομένων και των δύο της Κωνσταντινούπολης – που ήταν μέλη της Οργάνωσης, κανένας δεν ήταν Μικρασιάτης, ούτε καν από τη Σμύρνη.

Η εφημερίδα  «Πρόοδος» ειδικά αλλά και ο  ελληνικός Τύπος ανέφερε ότι οι Ρωμιοί δεν θα μπορούσαν να εμπιστευτούν την Επιτροπή Ένωσης και Προόδου   διότι κατά τη διάρκεια των εκλογών προέβησαν σε αδικίες εναντίον τους και ότι παρόλο που ήρθαν στην εξουσία με την προοπτική διακυβέρνησης της χώρας με ισοπολιτεία και ισονομία κατέστρεψαν όλες τις προσδοκίες όχι μόνο των Ρωμιών, αλλά και των άλλων μη-μουσουλμανικών εθνοτήτων. Επιπλέον ότι οι Νεότουρκοι θεωρούνταν απερίσκεπτοι και μεγάλο τμήμα της επιτυχίας τους το όφειλαν στους Ρωμιούς. 

Εκτός τούτου, σύμφωνα με την κρατική στατιστική ο πληθυσμός των Ρωμιών στην Κωνσταντινούπολη ήταν 145.000, αριθμό τον οποίο δεν αποδεχόταν η εφημερίδα, η οποία πίστευε ότι εντός της οσμανικής επικράτειας κατοικούσαν 6.000.000 Ρωμιοί. Σε αναλογία με αυτόν τον πληθυσμό έπρεπε να εκλεχθούν 65 βουλευτές.Tο θέμα που παρουσίαζε μία ιδιαιτερότητα ήταν το ζήτημα της υπηκοότητας των οργάνων της διαμόρφωσης της πολιτικο-εθνικής ταυτότητας των Ρωμιών, καθώς και οι σχέσεις που είχαν αναπτύξει με τις ελληνικέςδιπλωματικές αρχές. 

Επί παραδείγματι, οι αρχισυντάκτες και οι δημοσιογράφοι των σημαντικότερων εφημερίδων της Κωνσταντινούπολης «Πατρίς», «Νεολόγος», και «Πρόοδος» ήταν είτε Έλληνες υπήκοοι είτε Οσμανοί υπήκοοι από την περιοχή των Βαλκανίων. Μεγάλος αριθμός δημοσιογράφων ήλθε από την Αθήνα, μετά τις εκλογές του 1908,  με σκοπό τη διαπαιδαγώγηση των Ρωμιών.  Πολλές φορές το θέμα της υπηκοότητας δημιούργησε αρκετά προβλήματα με τις οσμανικές αρχές, που υπονόμευε τη θέση των Ρωμιών. 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα μπορεί να θεωρηθεί η επιλογή του καππαδοκικής καταγωγής του Π.Καρολίδη, ο οποίος ήταν και γνώστης της τουρκικής και της Μικράς Ασίας. Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών πίστευε ότι ήταν μία καλή επιλογή, για να αποφευχθούν αυτή την περίοδο οι συγκρούσεις με τους Νεότουρκους.Η Οργάνωση της Κωνσταντινουπόλεως πίστευε ότι ήταν ατυχής η επιλογή διότι ο Καρολίδης πρέσβευε μια ραγιάδικη πολιτική. Απελαύνονταν ενίοτε από τη χώρα Έλληνες δημοσιογράφοι με την κατηγορία ανάμιξης ξένων υπηκόων στα εσωτερικά του κράτους. 

Ο Καρολίδης όμως, καθηγητής ιστορίας στο Παν/μιο της Αθήνας, εκλέχτηκε βουλευτής Σμύρνης έχοντας ελληνική υπηκοότητα. Ο Καρολίδης προτάθηκε από το ελληνικό κράτος και η πρόταση έγινε αποδεκτή σε γενικές γραμμές από την ΕΕΠ , δηλαδή μέσα από αυτό το χαοτικό “δούναι και λαβείν” παρατηρούμε ότι αρχίζει να χαράσσεται η ελληνική πολιτική.

Ειδικά την περίοδο των εκλογών του 1912 το πρόβλημα  της υπηκοότητας  πήρε τεράστιες διαστάσεις, , όταν κάποια δημοσιεύματα της προεκλογικής περιόδου καλούσαν τους Ρωμιούς να καταψηφίσουν το κόμμα της Επιτροπής Ένωσης και Προόδου .  Οι δημοσιογράφοι απελάθηκαν με το αιτιολογικό ότι έχοντας ξένη υπηκοότητα αναμειγνύονταν στην εσωτερική πολιτική του κράτους και υπονόμευαν την ενότητα των Οσμανών. 

Ο Γάλλος πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη στις 6 Μαρτίου 1912αναφέρει πως   η κίνηση των Νεότουρκων παρουσίαζε μία ιδιαιτερότητα.

«.......φαίνεται ότι η Πύλη δεν έχει τόσο την πρόθεση να γίνει δυσάρεστη στην Κυβέρνηση των Αθηνών όσο να προειδοποιήσει τους Έλληνες Οσμανούς και να τους προαναγγείλει τα αντίποινα στα οποία εκτίθενται, αν ξεκόψουν από την ΕΕΠ.»

Το πρόβλημα της υπηκοότητος ήταν ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα την περίοδο αυτή, το οποίο οι Νεότουρκοι προσπαθούσαν να το διαχειριστούν, ανάλογα με την καθημερινή πολιτική κατάσταση.

Οι Νέοτουρκοι αλλά και οι εθνικοί ηγέτες ανέπτυξαν πολιτικό λόγο με πυρήνα την έννοια του οσμανισμού, ενώ οι  Ρωμιοί ανέπτυξαν μία πολιτική, η οποία βασιζόταν στο δόγμα του ελληνο-οσμανισμού. Μέσα στο νέο πολιτικό πλαίσιο αυτό σήμαινε την κατάργηση των ίδιων των αρχών του. 

Αποτέλεσμα ήταν ο  Ελληνο-οσμανισμός στην πορεία να εξελιχθεί ως η  πολιτική ιδεολογία των Ρωμιών και ήταν η άλλη όψη της  «Μεγάλης Ιδέας». 

Ο Ι. Δραγούμης έλεγε:

«.... Τώρα που ο Σουλτάνος έδωσε το Σύνταγμα στην Τουρκία, ίσως καλλιτερέψει η Τουρκική διοίκηση και ίσως ζήσουν πιο ελεύθερα οι Έλληνες της Τουρκίας. Ίσως δεν θελήσουν πια να ενωθούν με την Ελλάδα. Είναι άλλα να γίνουν. Πρέπει το τουρκικό κράτος με τον καιρό να γίνει ελληνικό κράτος, όπως το ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος έγινε Βυζαντινό Ελληνικό κράτος». 

Εν τέλει η Κωνσταντινούπολη, αναπαρήγαγε και αναπροσάρμοζε την πολιτική που παρήγαγε το ελληνικό κράτος, ανάλογα με τις ανάγκες της, χωρίς να παραγάγει αυτόνομη πολιτική. Η «Οργάνωση» ή ο Τύπος παρήγαγαν και εξέφραζαν μία πολιτική η οποία ήταν αποτέλεσμα της σύγχυσης που επικρατούσε σε αυτή την αντιφατική και μεταβατική περίοδο στα Βαλκάνια και επομένως  δεν ήταν αυτόνομη. Η  «Οργάνωση» την περίοδο αυτή ανέπτυξε μία αντισλαβική πολιτική ή την πολιτική της  «Λίγκας» των Βαλκανικών εθνών, η οποία προφανώς αποτελούσε μία αυτόνομη έκφραση της πολιτικής ιδεολογίας της Κωνσταντινούπολης.

Αρχικά είχε στο πρόγραμμά της απόψεις που αφορούσαν κινήσεις κατά του σλαβικού κινδύνου. Καμία καταγραφή απόψεων δεν κατεγράφη για τη νέα πραγματικότητα, δηλαδή , την κήρυξη του Συντάγματος και τη θέση των Ρωμιών έναντι αυτής της κατάστασης. Υπήρξε όμως μία σειρά δραστηριοτήτων, όπως απογραφή των εμπορικών καταστημάτων που ανήκαν σε Βούλγαρους με τι διευθύνσεις τους. Δηλαδή δημιουργήθηκε ένα δίκτυο πληροφοριών για τις δραστηριότητές τους, με σκοπό να προστατευτούν οι Έλληνες αποτελεσματικά έναντι των Σλάβων. 

Από την ανακήρυξη του Συντάγματος και τις εκλογές του 1908 μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους, η κατάσταση στα Βαλκάνια, οι στόχοι της Επιτροπής Ένωσης και Προόδου, η πολιτική της Ελλάδας και η πολιτική ηγεσία των Ρωμιών στην Κωνσταντινούπολη άλλαξαν. Έγινε προσπάθεια ώστε οι Ρωμιοί της Κωνσταντινούπολης να αναπτύξουν έναν πολιτικό λόγο.

Αφενός να γίνει αναπαραγωγή αρχών, που ήταν κοινές για όλο το έθνος, σε όλους τους Ρωμιούς, αφετέρου, σωστή διαχείρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων, στο πλαίσιο του νέου κοινοβουλευτικού συστήματος.

Σημαντικά προβλήματα αυτή την εποχή ήταν:

Tα πολιτικά δικαιώματα των Ρωμιών

H διαχείρισή και ο τρόπος νομιμοποίησης τους μέσα στο οσμανικό πολιτικό πλαίσιο

O ρόλος του Πατριαρχείου και τα πρώην προνόμιά του

Oι μηχανισμοί που μπορούσαν να αναπαράγουν τις αρχές του ελληνικού κράτους και να τις παρουσιάζουν ως αρχές των Ρωμιών.

Tο ελληνικό κράτος χρησιμοποιούσε όλους τους μηχανισμούς άσκησης εξουσίας επί των Ρωμιών, σταδιακά, όσο οι σχέσεις των Ελλήνων με τους Νεότουρκους χειροτέρευαν και ανέπτυξε πολιτική στρατηγική, αφού δημιούργησε και χρηματοδότησε μηχανισμούς προπαγάνδας για την εξάπλωση της πολιτικής του, επειδή ήταν και ο μοναδικός φορέας όλου του έθνους.

Να σημειώσω εδώ ότι στις άλλες περιοχές της Μικράς Ασίας ο ελληνικός Τύπος παρουσίαζε την παρακάτω εικόνα: 

Στα Άδανα, την Άγκυρα, την Κασταμονή, τη Σεβάστεια και το Ικόνιο, δεν εκδιδόταν καμιά ελληνική εφημερίδα.

Στην Τραπεζούντα τρεις

Στο Τσανάκκαλε και την Προύσα από μία. 

Στις παράλιες πόλεις κυκλοφορούσε ο Τύπος της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης, και εφημερίδες και τα περιοδικά που έρχονταν από την Ελλάδα. 

Έτσι το ελληνικό κράτος προσπάθησε να δημιουργήσει έναν ισχυρό πυρήνα πατριωτισμού και εθνικής συνείδησης χρηματοδοτώντας τον Τύπο με το ποσόν των 20.000 φράγκων.

Παράλληλα με τη χρηματοδότηση των εφημερίδων και των περιοδικών της Κωνσταντινούπολης «Νεολόγος», «Πρόοδος» και  «Ταχυδρόμος», είχε προβλεφθεί χρηματική βοήθεια με τη μορφή συνδρομής και για τα περιοδικά και τις εφημερίδες της Σμύρνης. 

Επιπλέον δημιούργησε στην Κωνσταντινούπολη την ελληνική τηλεγραφική υπηρεσία που ο κύριος ρόλος της ήταν η άμεση και γρήγορη επικοινωνία μεταξύ των δύο κέντρων. 

Επίσης αυξήθηκε ο αριθμός των εφημερίδων και περιοδικών στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη...

Ο Σταύρος Τσερπές είναι αντιστράτηγος εν αποστρατεία