Γράφει ο Στρατηγός ε.α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΖΙΑΖΙΑΣ Επίτιμος Α/ΓΕΣ Μέλος του ΣΑΙΤΘ

Η Τουρκία ,με την ανακοίνωση της «πρόθεσης» της, να προβεί σε σεισμικές έρευνες και εν συνέχεια να « στήσει»  εξέδρα εξόρυξης, εντός της Ελληνικής Υφαλοκρηπίδος, κατά το προσεχές χρονικό διάστημα, φαίνεται ότι κάνει το επόμενο βήμα αναβάθμισης της αναθεωρητικής στρατηγικής, στην επίτευξη των παράνομων εθνικών της στόχων . 

Είναι φανερό ότι η Τουρκία εχει αναβαθμίσει «ποσοτικά και ποιοτικά» τις προκλήσεις-διεκδικήσεις  της. Προβαίνει σε υπερπτήσεις πάνω από κατοικημένα νησιά του Αιγαίου, αμφισβητώντας Ελληνικά  κυριαρχικα δικαιωμάτα, που σχετίζονται με τον Εθνικο Εναέριο Χώρο  και το εδαφικό καθεστώς ορισμένων νήσων, μικρονήσων και βραχονησίδων. Εκδίδει NAYTEX σε επιλεγμένες περιοχές, με σκοπό να πετύχει μακροπρόθεσμα την επιχειρησιακή διχοτόμηση του Αιγαίου και μεσοπρόθεσμα  να πετύχει τον πλήρη επιχειρησιακό έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου .

Τα κίνητρα της Τουρκίας στις σχέσεις της με την Ελλάδα δεν προσδιορίζονται από το εσωτερικό πολιτικό ακροατήριο, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι αναλυτές εντός της Ελλάδος, αλλά από τον εθνικισμό που διαπνέει την τουρκική εξωτερική πολιτική, ασχέτως ηγεσιών ή ιδεολογιών δηλαδή κεμαλισμού ή ισλαμισμού. Τα όσα συμβαίνουν στο Αιγαίο από το 1974 ή στην ανατολική Μεσόγειο την τελευταία δεκαετία, είναι άσκηση τουρκικής εθνικής πολιτικής την οποία εθνική πολιτική οφείλαμε να έχουμε μελετήσει, να έχουμε εκτιμήσει και να έχουμε αντιμετωπίσει ορθολογικά και δυναμικά. 

Σήμερα η Τουρκία απειλεί-ανακοινώνει ότι προτίθεται τους θερινούς μήνες, να  προβεί σε σεισμικές έρευνες νοτιοανατολικά  του τόξου Καστελόριζου – Ρόδου- Καρπάθου- Κρήτης και να «στήσει» εξέδρα  εξόρυξης, εγγύς στα χωρικά Ύδατα των 6 ναυτικών μιλίων  της Χώρας μας, ενέργεια που αποτελεί προέκταση του παράνομου Τούρκολιβυκού συμφώνου και όχι μέρος αυτού. Είναι γεγονός ότι η κίνηση ερευνητικού σκάφους εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδος, δημιουργεί θέμα κυριαρχίας αλλά όχι τετελεσμένα. Το στήσιμο όμως εξέδρας εξόρυξης, δημιουργεί τετελεσμένα, διότι πέριξ της γεώτρησης η Τουρκία θα ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα και θα δύναται να διατηρεί δυνάμεις ασφαλείας, με ότι αυτό συνεπάγεται . 

Οι Τούρκοι έχουν κάνει τα πάντα στο Αιγαίο και στην Ανατολικη Μεσόγειο. Η αμφισβήτηση της περιοχής νότια της Κρήτης έχει ξεκινήσει από το 1996 όταν κατά τη διάρκεια της νατοϊκής άσκησης «Dynamic-Mix», η Τουρκία έθεσε θέμα εξαίρεσης της νήσου Γαύδου, ως περιοχή ακαθορίστου κυριότητας. Είχε προηγηθεί η κρίση των Ιμίων με την οποία είχε φέρει στην επιφάνεια τη θεωρία περί «γκρίζων» ζωνών. Μεθοδικά και αξιολογώντας πάντα τις αντιδράσεις μας, περνούν  από το ένα επίπεδο στο αμέσως υψηλότερο, επιτυγχάνοντας μεμονωμένους στόχους, χωρίς να δημιουργούν θερμά επεισόδια, αλλα στηριζόμενοι στην κατευναστική πολιτική που εφαρμόζουν εδώ και χρόνια οι Ελληνικές κυβερνήσεις. Η Τουρκία βέβαια δεν ευνοείται από την «Γεωγραφία», όσον αφορά το Δίκαιο της Θάλασσας και γι’ αυτό τον λόγο έχει επιδοθεί σ’ αυτή την προσπάθεια της επιβολής δια της βίας της παράνομης «γαλάζιας πατρίδας» .

Γενικά η Τουρκία « χτίζει» με στρατιωτικά μέσα την εικόνα της, ως «συνδιαχειριστής» του Αιγαίου και της ΝΑ Μεσογείου με στόχο να βάλει στην  «ατζέντα» των διεκδικήσεων της, όσο το δυνατόν περισσότερα ζητήματα, με δήθεν νομικό «μανδύα», ώστε να «οδηγήσει» την Ελλάδα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, με μια «φουσκωμένη» ατζέντα θεμάτων, όπου η Ελλάδα έχει μόνο να χάσει αφού δεν διεκδικεί τίποτε, ενώ η Τουρκία διεκδικεί τα πάντα .

Η Τουρκία φαίνεται ότι θα χρησιμοποίησει στην περιοχή της Ελληνικής ΑΟΖ το ίδιο μοντέλο, την ίδια στρατηγική, που εφήρμοσε με τις έρευνες και τις γεωτρήσεις στην Κυπριακή ΑΟΖ, όμως μάλλον δεν εκτίμησε ορθολογικά  ότι η Ελλάδα διαθέτει από τις πιο αξιόμαχες ΕΔ στο ΝΑΤΟ και είναι δεδομένο ότι θα υπερασπιστεί, αν απαιτηθεί τα εθνικά της συμφέροντα .

Αν η Τουρκία επιτύχει τους στόχους της στην Ανατολική Μεσόγειο, αυτό θα έχει δραματικές επιπτώσεις στην εθνική ασφάλεια της χώρας, καθώς και την ασφάλεια της ΚΥΠΡΟΥ. Για πρώτη φορά θα κινδυνεύει να αποκοπεί με θαλάσσια ζώνη η Κύπρος, από το εθνικό κέντρο, γι` αυτό απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή τόσο σε στρατιωτικό, όσο και σε διπλωματικό επίπεδο. 

Ο Ερντογαν επιλέγει αυτή την χρονική περίοδο να προβεί στις παράνομες ενέργειες του, λόγω συγκυριών στο εσωτερικό της Τουρκίας (πέφτει η δημοτικότητα του, η οικονομία, παρά τις διεθνείς ενέσεις, είναι σε κάθοδο, η αντιμετώπιση της πανδημίας δεν είναι και η καλύτερη), κυρίως όμως λόγω των επικείμενων εκλογών στις ΗΠΑ. Οι αμερικανικές εκλογές θα διεξαχθούν τον Νοέμβριο, με τον νύν Πρόεδρο Trump να υπολείπεται κατά 11 μονάδες του  επίσης υποψηφίου για το χρίσμα του Προέδρου Bayden. Αυτό το γνωρίζει ο  Ερντογαν, ο οποίος αντιλαμβάνεται πως ότι είναι να κάνει θα πρέπει να το κάνει έως τον Νοέμβριο, επιβάλλοντας τετελεσμένα σε Αιγαίο, Κύπρο και ΝΑ Μεσόγειο. 

Στη Χώρα μας δυστυχώς, επικράτησε και επικρατεί  επί χρόνια  το δόγμα,  «δεν διεκδικούμε τίποτα», το οποίο μας οδήγησε σε αυτή την αδιέξοδη κατάσταση. Οι προκλήσεις- διεκδικήσεις της Τουρκίας δεν πρέπει να καταστούν «ρουτίνα», να γίνουν « εθνικός εθισμός» στους εκάστοτε κυβερνώντες, στο λαό μας, θεωρώντας ότι έτσι εξορκίζεται το κακό……  Η συνεχιζόμενη κρίση δεν είναι κανονικότητα, όπως θέλουν και υποστηρίζουν οι γείτονες. Η συνεχής υποχωρητικότητα, ο αυτοαφοπλισμός με την εγκατάλειψη των Ενόπλων Δυνάμεων τα τελευταία χρόνια, η περίφημη στρατηγική ψυχραιμία  και η συνεχής επίκληση του διεθνούς δικαίου χωρίς δυναμική διεκδίκηση αυτού, όλα αυτά τα χρόνια, δεν έφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα για την Χώρα μας, γι` αυτό πρέπει να αλλάξουμε  εθνική στρατηγική αντιμετώπισης της τουρκικής προκλητικότητας. Η Εθνική στρατηγική βεβαίως είναι μια έννοια η οποία, ενώ συχνά αναφέρεται στον  ελληνικό πολιτικό διάλογο, τα θεμελιώδη διλήμματα και προβλήματα που εμπερικλείει ελάχιστα έχουν κατανοηθεί. Οφείλουμε όμως, έστω και τώρα,  να σχεδιάσουμε την στρατηγική της εθνικής μας επιβίωσης, η οποία να στηρίζεται σε διεθνείς σταθερές συμμαχίες, κοινών συμφερόντων, κοινών στόχων, κυρίως όμως να στηρίζεται στην ισχυρή και αξιόπιστη αποτροπή. Χρειαζόμαστε μία νέα στρατηγική που δεν μπορεί να βασίζεται στην αποχή μας από την άσκηση των δικαιωμάτων που μας αποδίδει το διεθνές δίκαιο.

Οι ελληνικές κυβερνήσεις  όλα αυτά τα χρόνια, για να χρησιμοποιήσω στρατιωτική ορολογία, κάνουν «επιβράδυνση επί διαδοχικών τοποθεσιών και  επι χλοερού εδάφους» και προσπαθούν να «μεταθέσουν » τα προβλήματα, που άπτονται των εθνικών θεμάτων στην  επόμενη κυβέρνηση. Τρέχουν να «δουν» και όχι να εκτιμήσουν, να προβλέψουν το επόμενο βήμα της Τουρκίας, τόσο στην διεθνή σκακιέρα, όσο και στις διμερείς σχέσεις μας  γενικά τρέχουν πίσω από τις εξελίξεις.

Σήμερα ο Ερντογάν, εκτιμώντας ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν πρόκειται να αντιδράσει δυναμικά και θα περιορισθεί σε διπλωματικές ενέργειες, προβαίνει στην παράνομη αμφισβήτηση της εθνικής μας κυριαρχίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Αν η κατάσταση φθάσει σε θερμή εμπλοκή, θα πρόκειται για ναυάγιο της ελληνικής αποτροπής, την οποία τόσο πολύ επικαλούνται οι τελευταίες κυβερνήσεις, αλλά ελάχιστα έπραξαν για να την καταστήσουν ισχυρή και αξιόπιστη. Η στρατικοποίηση της κρίσης είναι δεδομένη παρά τα αντίθετα αφηγήματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής . 

Ο Ερντογάν δεν επιδιώκει μόνο να αρπάξει τον όποιο ενεργειακό πλούτο της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελλάδας. Επιδιώκει ταυτοχρόνως να εδραιώσει και τη “Γαλάζια Πατρίδα”, το όραμά του να μετατρέψει την καρδιά της Ανατολικής Μεσογείου σε “τουρκική λίμνη”. 

Η Ελληνική κυβέρνηση οφείλει να αντιληφθεί , έστω και την ύστατη ώρα, ότι  οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται πλέον με «παλιά εργαλεία», όπως διαβήματα, ενημερώσεις ΝΑΤΟ, Ευρωπαϊκής Ενωσης και συνεχή επίκληση του διεθνούς δικαίου. Αυτά είναι τυπικές διαδικασίες, που δεν προσέφεραν τίποτε στην επούλωση των τραυμάτων των Ελληνοτουρκικών σχέσεων. Είναι καιρός πλέον να δημιουργήσουμε  «διπλωματικό θόρυβο», να εγκαταλείψουμε την παθητική διπλωματία, να εγκαταλείψουμε την διπλωματία του «επαίτη» και να βγούμε μπροστά διεκδικώντας το δίκαιο μας. Δεν πρέπει να μας θεωρούν δεδομένους. Η Ελλάδα δεν πρέπει να ακολουθεί τις εξελίξεις που προσπαθεί να δρομολογήσει η Τουρκία, αλλά να διαμορφώνει η ίδια τις εξελίξεις, στη βάση μιας εθνικής στρατηγικής και προώθησης των εθνικών μας συμφερόντων.

Έτσι εκτιμώ, λαμβάνοντας υπόψη βέβαια τις  δυνατότητες που παρέχουν οι Ενοπλες Δυνάμεις στην πολιτική ηγεσία, να ασκήσει επιθετική  εξωτερική πολιτική, ότι είναι μέσα στις δυνατότητες της Χώρας μας να προβούμε σε δυναμικές ενέργειες, με περιφερειακό και διεθνή αντίκτυπο, αφού ενημερώσουμε φίλους και συμμάχους για την ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ μας, όπως:

  • Να προσφύγουμε στον ΟΗΕ και να καταγγείλουμε την τουρκική επιθετικότητα και να θέσουμε την διεθνή κοινότητα προ των ευθυνών της, όπως και τους συμμάχους μας στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ενωση .

  • Να προβούμε στην ευθυγράμμιση των ακτών μας και κλείσιμο των κόλπων , όπως εισηγούνται οι αξιόλογοι καθηγητές Μάζης και Συρίγος.

  • Στις πραξικοπηματικές ενέργειες της Τουρκίας, η απάντηση ειναι η Διεθνής Νομιμότητα, που σημαίνει επέκταση εναέριας και θαλάσσιας κυριαρχίας στα 12 ν.μ , σε όλη την επικράτεια. Είμαστε η μόνη χώρα στον κόσμο που έχει χωρικά ύδατα 6 μιλίων. Όλες οι άλλες έχουν από 12 μίλια. Έχουμε τις μικρότερες θαλάσσιες ζώνες στον κόσμο. Να εγκαταλείψουμε το φοβικό σύνδρομο που δημιούργησε το Casus Belli της Τουρκίας.

  • Ανακήρυξη ΑΟΖ και άμεση κοινοποίηση συντεταγμένων στον ΟΗΕ,  ώστε να καταγράφει επισήμως η διαφορά με την Τουρκία.  Εδώ πρέπει να τονισθεί ότι η Υφαλοκρηπίδα υπάρχει εφ` εαυτής σε κάθε κράτος, δεν χρειάζεται να ανακηρυχθεί . ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ όμως οριοθέτηση. Η ΑΟΖ χρειάζεται να ανακηρυχθεί μονομερώς και ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ να οριοθετηθεί .

Στην συνέχεια μπορούν να ακολουθήσουν συνομιλίες με όλες τις όμορες με θάλασσα χώρες και να διευθετηθούν τυχόν διάφορες . Αρχή μας πρέπει να είναι ότι τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, που στηρίζονται στο διεθνές δίκαιο και σε διεθνής συνθήκες, δεν τα «πάμε» στα διεθνή δικαστήρια. 

Η αντίδραση της Ελλάδος σε τυχόν προσπάθεια της Τουρκίας να δημιουργήσει «τετελεσμένα» εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδος, πηγάζει από την ειλημμένη  και διακηρυγμένη  πολιτική απόφαση της Ελληνικής κυβέρνησης, να μη δεχθεί παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της. Την απόφαση αυτή  οφείλει η Ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων να την ερμηνεύσει ως σαφή Γενική Οδηγία  αποκρούσεως κάθε απόπειρας παραβίασης των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και να την μετατρέψει σε στρατιωτικό επιχειρησιακό έργο. Το συγκεκριμένο μήνυμα να έχει σταλεί με έμφαση προς εχθρούς και φίλους, που ανησυχούν  για την πορεία που έχουν πάρει οι ελληνοτουρκικές σχέσεις. Από εκεί και πέρα θα αντιμετωπισθεί η παραβίαση σε τακτικό επίπεδο από εκείνους που παρακολουθούν τις τουρκικές κινήσεις, σύμφωνα με τα υπάρχοντα σχέδια και τα δεδομένα του χρόνου εκδήλωσης τυχόν επεισοδίου.

΄Αλλη δυνατότητα που έχουμε είναι να δείξουμε χαρακτηριστική  αποφασιστικότητα υπεράσπισης της εθνικής μας κυριαρχίας, (όπως το 1987) δηλαδή να προβάλουμε ισχυρή και αξιόπιστη αποτροπή, συνοδευόμενη από δυναμικές στρατιωτικές δράσεις, που θα αναγκάσουν την Τουρκία  να το σκεφτεί πολύ περισσότερο πριν κάνει οτιδήποτε. Αυτό βέβαια θέλει  κυρίως κυβερνητική βούληση, αλλά και στρατιωτική και διπλωματική ευελιξία.

Όμως πρέπει να μελετήσουμε λεπτομερώς και τα διδάγματα, που εξήχθησαν κατά την κρίση των Ιμιων. Υφίσταται και πάλι το ενδεχόμενο και ειναι το πιο πιθανόν, σε περίπτωση κρίσης – θερμού επεισοδίου στην ΝΑ Μεσόγειο, να επέμβουν και πάλι οι Αμερικανοί και να επιβάλουν και πάλι συμφωνία «no flags, no ships, no troops», με αποτέλεσμα γκρίζοποίησης της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου, όπου η Τουρκία δεν χάνει τιποτε, αλλα με ολέθριες συνέπειες για την ασφάλεια της Χώρας, αλλά και την ύπαρξη της Κύπρου, αφού αποκόπτεται από το Εθνικό  Κέντρο.

Σε κάθε περίπτωση η χώρας μας είναι προετοιμασμένη για όλα τα ενδεχόμενα, όπως πρόσφατα διαβεβαίωσε τον ελληνικό λαό ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας .

Η Στρατιωτική Ηγεσία παρέχει  στην Πολιτική Ηγεσία όλες τις δυνατότητες των Ενόπλων Δυνάμεων για να εξασκήσει τις επιβαλλόμενες πολιτικές, για την υπεράσπιση των εθνικων μας συμφερόντων και να διασφαλίσει τα κυριαρχικά δικαιώματα, που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συνθήκες.

Βρισκόμαστε στην πιο μεγάλη κρίση μετά το 1974 και οφείλουμε όλοι με ομοψυχία και εθνική ανάταση να βοηθήσουμε την Πατρίδα να περάσει ανώδυνα και χωρίς απώλειες και  αυτή την κρίση.