Γράφει η Αντωνία Δήμου*

Λίγες ημέρες μετά την μερική άρση του αμερικανικού εμπάργκο όπλων στην Κύπρο και ενόψει των ευρωπαϊκών αποφάσεων για την επιβολή κυρώσεων σε βάρος της Τουρκίας που αναμένεται να ληφθούν στην Ειδική Σύνοδο Κορυφής στις 24 και 25 Σεπτεμβρίου, η Τουρκία επιλέγει να επιτελέσει τον ρόλο του δούρειου ίππου της Ρωσίας σε Ανατολική Μεσόγειο και ΝΑΤΟ.

Η Άγκυρα κλιμακώνει την προκλητική της συμπεριφορά εκδίδοντας δύο Navtex για ασκήσεις του ρωσικού στόλου με πραγματικά πυρά με την πρώτη να εστιάζει στη θαλάσσια περιοχή δυτικά της Κύπρου και στο όριο της ελληνικής υφαλοκρηπίδας για την περίοδο 8 έως και 22 Σεπτεμβρίου. Η δεύτερη Navtex αφορά τη θαλάσσια περιοχή ανατολικά της Κύπρου και εντός της κυπριακής ΑΟΖ για το χρονικό διάστημα 17 έως και 25 Σεπτεμβρίου, ημέρα όπου εκτιμάται η ανακοίνωση της πιθανής επιβολής ευρωπαϊκών κυρώσεων σε βάρος της Τουρκίας.

Η έκδοση των δύο Navtex έχει διττό στόχο. Αφενός η Τουρκία διευκολύνει την ρωσική κάθοδο στα θερμά νερά της Μεσογείου φιλοδοξώντας να καταστήσει τη Μόσχα κεντρικό πόλο ισχύος στο εν εξελίξει παίγνιο ισορροπιών και δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Αφετέρου, με την από κοινού τουρκο-ρωσική ναυτική παρουσία, η Άγκυρα επιχειρεί να καταστήσει σαφές ότι θέτει υπό τον στρατιωτικό της έλεγχό θαλάσσιες ζώνες που εκτείνονται μεταξύ Ρόδου-Κρήτης και Κύπρου. Την ίδια στιγμή, η Άγκυρα ξεδιπλώνει την περίφημη διπλωματία των γεωτρύπανων ώστε με το γεωτρύπανο Γιαβούζ και το ερευνητικό πλοίο Μπαρμπαρός να εγείρει ιδιοκτησιακές αξιώσεις σε θαλάσσια οικόπεδα που βρίσκονται εντός της κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης.

Με απλά λόγια, η Άγκυρα επιδιώκει τη δημιουργία αντίπαλου δέους προς τις ΗΠΑ και την ΕΕ προσφέροντας στην Ρωσία κεντρική θέση στην σκακιέρα της Ανατολικής Μεσογείου. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, η γειτονική χώρα παίζει με τη φωτιά καθώς ο γεωπολιτικός της μαξιμαλισμός, η κλιμακούμενη τουρκική επιθετικότητα και η σύγκλιση με την Ρωσία στοχεύοντας στην υπονόμευση του ΝΑΤΟ καθιστούν την επιβολή κυρώσεων μονόδρομο.

Ειδικά όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση, εκτιμάται ότι αποτελεί κοινή πεποίθηση αρκετών χωρών μελών ότι απέναντι σε κάθε δύναμη αποσταθεροποίησης, όπως εν προκειμένω είναι η Τουρκία, θα πρέπει να υφίσταται ένας αξιόπιστος αποτρεπτικός μηχανισμός, όπως είναι η επιβολή κυρώσεων.

Οικονομικές κυρώσεις ως πολιτική επιλογή

Το εύλογο ερώτημα το οποίο ανακύπτει έγκειται στο κατά πόσο οι ευρωπαϊκές  κυρώσεις, πρωτίστως οικονομικής φύσης, μπορεί να πλήξουν την τουρκική οικονομία. Οι οικονομικές κυρώσεις αποτελούν πολιτική επιλογή η οποία εμπίπτει σε μία λεπτή γραμμή που χωρίζει την κενή ρητορική από την λήψη στρατιωτικής δράσης όπως εύγλωττα διατύπωσε ο Τζέρεμυ Γκρίνστοκ, πρώην Βρετανός διπλωμάτης στον ΟΗΕ. Δηλαδή, οι οικονομικές κυρώσεις αποτελούν κάτι περισσότερο από απλά λόγια και κάτι λιγότερο από στρατιωτική δράση με στόχο τη συμμόρφωση της χώρας που αποτελεί στόχο, εν προκειμένω την Τουρκία με ζητούμενο την στρατιωτική αποκλιμάκωση και την επαναπρόσδεσή της στο ευρωπαϊκό άρμα.

Προτού ωστόσο εκτιμηθούν οι επιπτώσεις από την πιθανή επιβολή ευρωπαϊκών κυρώσεων σε βάρος της τουρκικής οικονομίας, καθίσταται χρήσιμη η αποτίμηση της αποτελεσματικότητας των κυρώσεων στην βάση της αποκτηθείσας διεθνούς εμπειρίας. Προφανώς, οικονομικές κυρώσεις δεν εφαρμόζονται στο σύνολο των συγκρουσιακών καταστάσεων μεταξύ χωρών. Όπως επίσης οικονομικές κυρώσεις δεν λειτουργούν εναντίον οργανώσεων, όπως οι τρομοκρατικές ομάδες τύπου ISIS ή Αλ Κάιντα, καθώς αυτές δεν διαθέτουν επίσημα θεσμικά ή οικονομικά συστήματα που μπορούν να αποτελέσουν στόχο και ως εκ τούτου να αποδυναμωθούν μέσω των όποιων κυρώσεων.

Οι οικονομικές κυρώσεις ωστόσο εξακολουθούν να αποτελούν επιλογή όταν μία χώρα παραβιάζει διεθνείς κανόνες ή απειλεί την ασφάλεια άλλων χωρών. Αντιπροσωπευτική περίπτωση αποτελεί η επιβολή κυρώσεων από τις ΗΠΑ και ευρωπαϊκές χώρες έναντι της Ρωσίας ως απάντηση για την κατάληψη της Κριμαίας και τη στήριξη Ρώσων αυτονομιστών στην ανατολική Ουκρανία.

Σημαντικό ζήτημα συνιστά το κατά πόσο οι κυρώσεις «λειτουργούν» ώστε η όποια χώρα-στόχος να αλλάξει τη συμπεριφορά της. Η εκτίμηση εν πολλοίς συνίσταται στο ότι οι κυρώσεις φέρουν αποτελέσματα κατά περίπτωση. Επί παραδείγματι, μετά την επιβολή κυρώσεων στη Ρωσία, η αξία του εθνικού νομίσματος, του ρουβλίου, υποχώρησε σημαντικά, όπως επίσης και η ρωσική χρηματιστηριακή αγορά με αποτέλεσμα η οικονομική ανάπτυξη της Μόσχας να καταστεί αρνητική.

Οι κυρώσεις επίσης μπορεί να βλάψουν τους λαούς των χωρών στις οποίες επιβάλλονται. Τούτο έχει καταστεί ευκρινές με την επιβολή αμερικανικών κυρώσεων για πάνω από δύο δεκαετίες σε βάρος της Βόρειας Κορέας όπου το ποσοστό της φτώχειας αυξήθηκε σημαντικά, ενώ την ίδια στιγμή μειώθηκε το προσδόκιμο ζωής.

Πότε οι κυρώσεις δεν είναι επιτυχείς

Τούτων λεχθέντων, ποιος ο βαθμός κατά τον οποίο οι χώρες υπό καθεστώς κυρώσεων αλλάζουν τη συμπεριφορά τους; Η εμπειρία αποδεικνύει ότι αν και η επιβολή κυρώσεων είναι ενίοτε επιτυχής, υφίστανται περιπτώσεις όπου αποτυγχάνουν. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Κούβας στην οποία οι ΗΠΑ επέβαλαν κυρώσεις το 1960, μετά την εθνικοποίηση αμερικανικών εταιρειών στις οποίες απαγορεύτηκε το «επιχειρείν» στην Κούβα.

Οι κυρώσεις δεν κατάφεραν να αλλάξουν τις πολιτικές της Κούβας, γεγονός το οποίο αναγνώρισε ο πρώην Αμερικανός πρόεδρος Ομπάμα, προχωρώντας το 2014 στην αποκατάσταση των σχέσεων ΗΠΑ-Κούβας.

To πρόσθετο ερώτημα το οποίο ανακύπτει συνίσταται στους λόγους για τους οποίους οι κυρώσεις σε κάποιες περιπτώσεις δεν φέρουν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα ως προς την αλλαγή πολιτικής στις χώρες-στόχο. Οι κυριότεροι λόγοι εστιάζουν στα εξής:

Πρώτον, η ηγεσία μίας χώρας-στόχου σπάνια πλήττεται από τις κυρώσεις. Αντίθετα, πολλές φορές η ηγεσία μπορεί να μετατρέψει την επιβολή κυρώσεων σε πολιτικό της πλεονέκτημα. Επί παραδείγματι, η δημοτικότητα του Ρώσου προέδρου Πούτιν αυξήθηκε σημαντικά έπειτα από την επιβολή των αμερικανο-ευρωπαϊκών κυρώσεων αφού κατάφερε να πείσει τους πολίτες ότι οι ΗΠΑ και οι ευρωπαίοι σύμμαχοί τους επιχειρούν, μέσω των κυρώσεων, να καταστρέψουν τη Ρωσία.

Δεύτερον, οι κυρώσεις μπορεί να υπονομευθούν από τις ενέργειες τρίτων χωρών. Τούτο είναι καταφανές στην περίπτωση του Ιράν όπου η Κίνα αύξησε το εμπόριο με την Τεχεράνη έπειτα από την επιβολή των αμερικανικών κυρώσεων.  Επίσης, η Τουρκία έχει προβεί εμπράκτως σε παραβίαση των αμερικανικών και διεθνών κυρώσεων σε βάρος του Ιράν μέσω της τουρκικής κρατικής τράπεζας Halkbank που αποτέλεσε όχημα για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομο εμπόριο χρυσού και ιρανικού πετρελαίου.

Τρίτον, οι οικονομικές κυρώσεις μπορούν να αποτύχουν επειδή δεν είναι αρκετά ισχυρές υπό την έννοια ότι αυτές είθισται να σταματούν στο σημείο όπου είναι δυνατόν να βλάψουν τα συμφέροντα της χώρας ή των χωρών που τις επιβάλλουν. Οι κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας είναι αντιπροσωπευτικές καθώς η επιβολή τους σταμάτησε στο σημείο του μη αποκλεισμού της ρωσικής οικονομίας από το διεθνές τραπεζικό σύστημα. Και τούτο διότι ο αποκλεισμός της ρωσικής οικονομίας από το τελευταίο θα έβλαπτε τα συμφέροντα του συνόλου των ευρωπαϊκών χωρών που εξαρτώνται από το ρωσικό εμπόριο φυσικού αερίου και πετρελαίου.

Ευρωπαϊκές ισχυρές κυρώσεις έναντι Τουρκίας

Υπό τα δεδομένα, καθίσταται προφανές ότι για να λειτουργήσουν οι όποιες ευρωπαϊκές κυρώσεις έναντι της Τουρκίας θα πρέπει να είναι τόσο ισχυρές ώστε να πείσουν την Άγκυρα να συμμορφωθεί εγκαταλείποντας εμπράκτως την ένοπλη κλιμάκωση που αποσκοπεί στην πραγμάτωση του γεωπολιτικού δόγματος της Γαλάζιας Πατρίδας.  Ήδη ο Ύπατος εκπρόσωπος Εξωτερικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ζοζέπ Μπορέλ έχει καταρτίσει λίστα κυρώσεων (περιοριστικών μέτρων) με μέτρια έως και ισχυρή σημαντικότητα ως προς τις δυνητικές επιπτώσεις στην τουρκική οικονομία.

Στην λίστα εκτιμάται ότι περιλαμβάνονται στοχευμένα περιοριστικά μέτρα όπως καταχώριση των πλοίων που εμπλέκονται σε παράνομες ερευνητικές δραστηριότητες της Τουρκίας, καθώς και κυρώσεις στην προμήθεια και εξαγωγή υλικού που σχετίζεται με την πραγματοποίηση ερευνών στον ενεργειακό τομέα. Ισχυρά περιοριστικά μέτρα σχετίζονται με την πιθανότητα μείωσης των ευρωπαϊκών κονδυλίων προς την Τουρκία και την απαγόρευση δανεισμού από ευρωπαϊκές κρατικές τράπεζες σε τουρκικές τράπεζες και βιομηχανίες.

Με δεδομένο μάλιστα ότι η Τουρκία αποτελεί υποψήφια προς ένταξη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθίσταται προφανές ότι οι εξελισσόμενες διεργασίες εντός των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων για την επιβολή κυρώσεων σε βάρος της Τουρκίας συνιστά πρωτόγνωρη διαδικασία. 

Τη στιγμή μάλιστα που η τουρκική οικονομία έχει γονατίσει λόγω των συνεχών υποτιμήσεων της τουρκικής λίρας έναντι του ευρώ, οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης όπως οι Fitch και Standard and Poor’s έχουν επανειλημμένως υποβαθμίσει το αξιόχρεο των τουρκικών κρατικών ομολόγων και το τουρκικό χρηματοοικονομικό περιβάλλον είναι γενικότερα ασταθές λόγω και της αύξησης του πληθωρισμού, η πιθανότητα επιβολής ισχυρών ευρωπαϊκών οικονομικών κυρώσεων  εκτιμάται ότι θα εντείνει έτι περαιτέρω τη διόγκωση του ιδιωτικού και δημοσίου χρέους καθιστώντας την Τουρκία ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς.

Τον εν λόγω ενδεχόμενο εκτιμάται ως απευκταίο από την Τουρκία όπως έχει άλλωστε αποδείξει η  περίπτωση της επιβολής  ισχυρών αμερικανικών κυρώσεων προ δύο ετών λόγω της φυλάκισης του Αμερικανού πάστορα Μπράνσον. Ως γνωστόν, η Τουρκία τότε αποφάσισε να συμμορφωθεί. Η έκβαση της υπόθεσης Μπράνσον συνιστά σαφές προηγούμενο το οποίο οφείλει να λάβει υπόψιν η Ευρωπαϊκή Ένωση ώστε να ενεργήσει με αποφασιστικότητα.

Προδήλως, η Τουρκία ξεδιπλώνει τον γεωπολιτικό της μαξιμαλισμό εν μέσω των συμπληγάδων ενός ασταθούς εγχώριου οικονομικού περιβάλλοντος και ενός μεταβαλλόμενου αυταρχικού πολιτικού συστήματος που προκρίνει την υπονόμευση του ΝΑΤΟ, και την επιθετικότητα έναντι του διαλόγου και της ειρηνικής συνύπαρξης με τους Ευρωπαίους γείτονες της.  

Το  ευρωπαϊκό μήνυμα προς την Τουρκία ότι η λίστα των κυρώσεων θα ενεργοποιηθεί, συνολικά ή τμηματικά, στην περίπτωση που δεν επιδείξει έμπρακτη αποκλιμάκωση είναι ξεκάθαρο. Η μπάλα βρίσκεται στο τερέν της Άγκυρας προκειμένου να συμμορφωθεί. Σε διαφορετική περίπτωση, η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και να επιβάλλει κυρώσεις ενισχύοντας τη γεωπολιτική της θέση στην Ανατολική Μεσόγειο και τον κόσμο.

 * Η Αντωνία Δήμου είναι επικεφαλής του Τομέα Μέσης Ανατολής στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Άμυνας και Ασφάλειας (ΙΑΑΑ) με έδρα την Αθήνα καθώς και Εταίρος στο Κέντρο για την Ανάπτυξη της Μέσης Ανατολής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες.