Γράφει ο Κώστας Λάβδας*

Στο γενικό πλαίσιο πρώτα. Καταρχήν η νέα χρονιά θα φέρει νέες δυνατότητες στις ευρωατλαντικές σχέσεις. Είναι σαφές ότι οι καλές ευρωατλαντικές σχέσεις είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας και γενικότερα της σταθερότητας στην περιοχή. Θα πρέπει όμως να θυμόμαστε παράλληλα ότι μακροπρόθεσμα η αργή πορεία σχετικής απομάκρυνσης των ΗΠΑ θα συνεχιστεί. Σε σχέση με την Ευρώπη, η περίοδος Μπάιντεν θα μοιραστεί σε δυο φάσεις.

Αρχικά θα παρακολουθήσουμε μια προσπάθεια επιδιόρθωσης της ζημίας που υπέστησαν οι ευρωατλαντικές σχέσεις από την προεδρία Τραμπ. Στη συνέχεια, από το 2022 ή λίγο αργότερα, οι ΗΠΑ με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα επανέλθουν στις ράγες της μακροπρόθεσμης, αργής κίνησης που ξεκίνησε επί Ομπάμα και συνοψίζεται στο εξής: σταδιακή, προσεκτική και μέσω πολυμερούς συνεννόησης απομάκρυνση από την Ευρώπη και άλλες περιοχές στις οποίες οι ΗΠΑ δεν μπορούν ή/και δεν επιθυμούν να εκπληρώνουν τους ρόλους που διαδραμάτιζαν επί δεκαετίες. 

Αυτό θα είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο οφείλουμε να προβληματιστούμε και για τα ζητήματα της περιοχής μας. Η σημαντική και απολύτως θετική τάση μερικής επιστροφής στην πολυμέρεια που θα εκφράσει σε πρώτο χρόνο η νέα διοίκηση στην Ουάσιγκτον από τις 20 Ιανουαρίου δεν συνεπάγεται αυτόματη επίλυση των προβλημάτων που μας απασχολούν. Αντίθετα, επιβάλλει την προσεκτική ανάλυση της πραγματικότητας που θα αναδυθεί μέσα από την ωρίμανση της δεύτερης φάσης.

Η Ευρώπη και εμείς το 2021 

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το 2021 ξεκινά με τέσσερις κρίσιμες προκλήσεις. Η έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση ολοκληρώθηκε με συμφωνία η οποία εν πολλοίς διατηρεί πολλούς από τους εμπορικούς δεσμούς αλλά (όπως αναμενόταν) αφήνει εκτός κάδρου τα ζητήματα άμυνας και ασφάλειας. Η εξελισσόμενη αμυντική σχέση Γαλλίας – Βρετανίας, εντός του ΝΑΤΟ και πέραν αυτού, προοιωνίζει πολλά για το μέλλον των πολυεπίπεδων σχέσεων μεταξύ των δυνάμεων τόσο στο ευρωατλαντικό όσο και στο ευρασιατικό πλαίσιο. Η Βρετανία προφανώς θα έλθει και σε νέες συμφωνίες με την Τουρκία, αλλά σε ό,τι αφορά ειδικότερα στα εθνικά θέματα που μας ενδιαφέρουν το Λονδίνο θα το ξανασυναντήσουμε μεσοπρόθεσμα και απευθείας αλλά και μέσω Παρισίων (αυτά που ακούγονται περί ελληνικής «διαμεσολάβησης» στις σχέσεις Λονδίνου – Βρυξελλών δεν αξίζουν ούτε υποτυπώδους σχολιασμού). 

Μια δεύτερη πρόκληση είναι βέβαια η πανδημία και το σύνθετο πακέτο αντιμετώπισης της εξάπλωσής της και διαχείρισης των συνεπειών της. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μετά τις πρώτες καθυστερήσεις και αμφιταλαντεύσεις, η ΕΕ ανταποκρίθηκε σε γενικές γραμμές με μια δυναμική που φαίνεται να υπόσχεται πολλά και για το μέλλον στα πεδία της οικονομικής και ρυθμιστικής ενοποίησης.

Η τρίτη πρόκληση ονομάζεται Κίνα. Παρά την εμμονή των δυτικών αμυντικών κύκλων για την Ρωσία, η οποία παραμένει διπλωματικά ανήσυχη και επικίνδυνη αλλά οικονομικά ασήμαντη, η πραγματική πρόκληση είναι η Κίνα. Το 2020 έκλεισε με μια καταρχήν συμφωνία (στις 30 Δεκεμβρίου) μεταξύ ΕΕ – Κίνας για καλύτερη πρόσβαση των ευρωπαϊκών εταιρειών στην κινεζική αγορά. Αξιέπαινο, αλλά υπάρχουν και άλλες όψεις. Τα ανθρώπινα δικαιώματα μπαίνουν εν πολλοίς στην άκρη, ενώ και πολλές από τις βαθύτερες ανησυχίες των ΗΠΑ σε σχέση με την δυναμική της κινεζικής διείσδυσης στη Δύση (πέρα από την εξελισσόμενη και ιδιαιτέρως εντυπωσιακή διείσδυση στην Αφρική) πάλι δεν λαμβάνονται υπόψη – υπάρχει και το προηγούμενο σε σχέση με τον ρόλο της Huawei, ως προς την οποία οι αντιλήψεις στο εσωτερικό του ευρωατλαντικού κόσμου ποικίλλουν. Ένας συνδυασμός επιστημονικών, οικονομικών, στρατηγικών και συγκυριακών μεταβλητών έχει ως αποτέλεσμα την σταδιακή μείωση αυτού που ο Quincy Wright ονόμαζε «τεχνολογική απόσταση» μεταξύ των κύριων δυνάμεων του πλανήτη σήμερα. Δυστυχώς για την ΕΕ, και η νέα συμφωνία της με την Κίνα θα εκληφθεί από τη νέα αμερικανική διοίκηση ως ένας πρόσθετος παράγοντας που μικραίνει ακόμη περισσότερο αυτή την απόσταση.   

Η τέταρτη πρόκληση, ουσιαστική αλλά συνήθως υπόρρητα αναγνωριζόμενη, αναφέρεται στο συνδυασμό του νέο-Οθωμανικού οράματος του καθεστώτος Ερντογάν στην Άγκυρα με τις κρατικές και κινηματικές διαστάσεις του ριζοσπαστικοποιημένου πολιτικού Ισλάμ στο παγκόσμιο επίπεδο.        

Σε αυτό το πλαίσιο, για την Ελλάδα ένα καλό σενάριο για το 2021 είναι η χρονιά που ξεκινάει τώρα να αποτελέσει έναν «ευνοϊκό προθάλαμο» του 2022. Δηλαδή, στο καλό σενάριο ο ρόλος του 2021 θα είναι να διαμορφώσει τέτοιες συνθήκες για τα εθνικά μας θέματα, ώστε το 2022 η θέση μας να είναι ευνοϊκότερη. Υπό αυτές τις συνθήκες επομένως, το 2021 αποτελεί μια μεταβατική χρονιά.

Εάν η Ουάσιγκτον καταστήσει σαφές στην Άγκυρα ότι η γεωπολιτική σημασία της δεν δικαιολογεί τον αποσταθεροποιητικό της ρόλο, θα είναι ευχερέστερο για την Αθήνα να εντείνει τον ήδη επιτυχή συντονισμό της τόσο σε πολυμερές επίπεδο (ΕΕ, ΝΑΤΟ) όσο και μέσω διμερών, τριμερών και τετραμερών σχημάτων με τις ΗΠΑ, την Γαλλία, την Αίγυπτο, το Ισραήλ, τα Εμιράτα και φυσικά την Κύπρο. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα θα πρέπει προχωρά σε ένα έξυπνο εξοπλιστικό πρόγραμμα με στρατηγική στόχευση. Η Ελλάδα πρέπει να συντονιστεί με την Γαλλία, την μόνη στρατηγική δύναμη που παραμένει στην ΕΕ, με την οποία όντως μας συνδέουν γεωπολιτικά και άλλα κοινά ενδιαφέροντα καθώς επίσης και μια κοινή ανάγνωση της τουρκικής επιθετικότητας στη Βόρεια Αφρική, την Μέση Ανατολή και τον Καύκασο. 

Σε αυτό το «καλό» σενάριο, μπορεί να ξεκινήσουν οι διερευνητικές επαφές με συγκεκριμένη ατζέντα που περιορίζεται στην οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Παράλληλα, η ΕΕ μπορεί να ξεκινήσει την αναζήτηση ενός νέου πλαισίου σχέσεων με την Τουρκία, για το οποίου την αναγκαιότητα αλλά και τα εντελώς ειδικά χαρακτηριστικά έχω γράψει αναλυτικά στο παρελθόν. 

Όμως ας παραμείνουμε προσγειωμένοι στο έδαφος. Το πιθανότερο σενάριο είναι η Άγκυρα να εξακολουθήσει να πιέζει την Ελλάδα με σκοπό την αποδοχή της αναζήτησης «συνολικής λύσης» μέσω διαπραγματεύσεων, στοχεύοντας στην εμπλοκή της Αθήνας σε μια συμφωνία-πακέτο με πλήθος ζητημάτων, τα περισσότερα από τα οποία αντικατοπτρίζουν την επεκτατική λογική των τουρκικών αναθεωρητικών σχεδίων. Θα δούμε συνεπώς την επανάληψη της γνωστής συνδυαστικής πολιτικής διπλωματικών ελιγμών αλλά και αναθεωρητικής στοχοπροσήλωσης, πολιτική που εφαρμόζει με συνέπεια η Άγκυρα. Αυτή η τουρκική προσέγγιση μπορεί να οδηγήσει σε κλιμάκωση ανά πάσα στιγμή, εφόσον ενταθεί η προσπάθεια επίτευξης τετελεσμένων, π.χ. μέσω ερευνητικής ή και εξορυκτικής δραστηριότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.           

Η ανοχή της ΕΕ και η πεποίθηση κάποιων (ευτυχώς όχι όλων) στην Ουάσιγκτον ότι η Τουρκία παραμένει ουσιαστικά αναντικατάστατη, μπορεί να μας φέρει αντιμέτωπους με θεμελιώδη διλήμματα που αναφέρονται στην επιβίωση της Ελλάδας σε μια πραγματικά επικίνδυνη γειτονιά. Σε αυτό το σενάριο, η Τουρκία επιταχύνει την αναθεωρητική της προσέγγιση, οι γέφυρες της Άγκυρας με τη νέα αμερικανική διοίκηση επιτυγχάνουν να θυμίσουν εκ νέου τη σημασία της Τουρκίας για το ΝΑΤΟ, οι μεγάλες μεταναστευτικές ροές και η εργαλειοποίησή τους από την Τουρκία επιστρέφουν και ενισχύονται, η πίεση για λύση δυο κρατών στην Κύπρο καθίσταται αφόρητη και η ΕΕ παραμένει κατακερματισμένη και αβέβαιη σε σχέση με τις εξωτερικές προκλήσεις. Η ώσμωση του τουρκικού καθεστώτος με κράτη και κινήματα που ασπάζονται το ριζοσπαστικό πολιτικό Ισλάμ εξελίσσεται περαιτέρω ενώ παράλληλα η Άγκυρα εξακολουθεί να επιτυγχάνει τη συνέχιση του ιδιότυπου ρόλου της μεταξύ Ανατολής και Δύσης.    

Κατά συνέπεια, ίσως η πιο προβληματική προοπτική για την Ελλάδα είναι αυτή στην οποία το δυτικό στρατόπεδο εξακολουθεί να προσπαθεί να κρατήσει την Τουρκία κοντά του ανεξαρτήτως των τουρκικών διαθέσεων. Για την βιώσιμη ειρήνη στην περιοχή χωρίς σημαντικές ελληνικές υποχωρήσεις, η Τουρκία θα πρέπει είτε να συνετιστεί ώστε να υπάρξει διάλογος όχι σε ό,τι επιθυμεί ο τουρκικός αναθεωρητισμός αλλά στα υπαρκτά ζητήματα (το καλύτερο σενάριο) είτε να περάσει από μια φάση οξείας κρίσης (δυσάρεστης για όλους) στις σχέσεις της με τη Δύση. Ομαλοποίηση ή ρήξη και πιθανή επανέναρξη υπό νέες συνθήκες, στη διαμόρφωση των οποίων θα πρέπει να έχουμε συνεισφέρει.     

Η Κύπρος στη νέα συγκυρία

Είναι δεδομένο ότι κάθε συζήτηση για τις εξελίξεις μετά τις εκλογές στα κατεχόμενα, πρέπει να λαμβάνει υπόψη ένα βασικό στοιχείο: ανεξαρτήτως εκλογικού αποτελέσματος στο ψευδοκράτος, η Άγκυρα αποτελούσε και θα εξακολουθήσει να αποτελεί αποκλειστικό κέντρο λήψης των πραγματικά σημαντικών αποφάσεων για τους τουρκοκύπριους. Ναι, η εκλογή του Ερσίν Τατάρ, εκλεκτού του Ερντογάν, εκμηδένισε πια τις όποιες δυνατότητες τακτικής διαφοροποίησης του δορυφόρου από την Άγκυρα, όμως δεν άλλαξε τα ουσιώδη της σχέσης μεταξύ ψευδοκράτους και Τουρκίας. 

Σε αυτό το πλαίσιο, οι εξελίξεις μετά τις εκλογές φαίνεται να επιβεβαιώνουν και να επιταχύνουν τις τάσεις που έχουν ήδη δρομολογηθεί μετά το αδιέξοδο στο Κραν Μοντανά το 2017. Ανεξαρτήτως του τι ακριβώς συνέβη στο Κραν Μοντανά, η περίοδος έκτοτε είναι νέα και έτσι θα γίνεται αντιληπτή από τους αναλυτές του μέλλοντος: το Κραν Μοντανά και όχι η εκλογή Τατάρ αποτελεί το ουσιαστικό σημείο καμπής. Από το 1977 (συμφωνία Μακαρίου – Ντενκτάς), το 1979 (συμφωνία Κυπριανού – Ντενκτάς) και ξανά το 2006 (συμφωνία Παπαδόπουλου – Ταλάτ), το υπόδειγμα της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας ήταν σχεδόν γενικά αποδεκτό ως γενικό πλαίσιο για το μέλλον της Κύπρου. Όμως οι εξελίξεις έχουν σταδιακά οδηγήσει σε αναζητήσεις και πέρα από αυτό το πλαίσιο. Ο Μουσταφά Ακιντζί υπήρξε πράγματι υποστηρικτής της αναζήτησης μιας φόρμουλας στο πλαίσιο της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας, αλλά τότε όπως και τώρα τον τελικό λόγο είχε η Άγκυρα. Μπορεί ο Τατάρ να είναι ο πρώτος τουρκοκύπριος ηγέτης της τελευταίας περιόδου που μιλάει ανοικτά για την λύση των δυο κρατών ως προτιμότερη, αλλά οι πρόσφατες, μετεκλογικές δηλώσεις του ότι «δεν γίνεται να συζητείται μόνο η ομοσπονδία, πρέπει να έρθουν στο τραπέζι και εναλλακτικές λύσεις» καθρεφτίζουν μια τάση που ωρίμαζε σταδιακά από χρόνια σε πολλούς και διάφορους κύκλους.    

Η εμμονή με την πολιτική ισότητα όπως την εννοεί η τουρκοκυπριακή πλευρά συνεπάγεται τόσο την θετική ψήφο για συμμετοχή λήψης αποφάσεων στο υπουργικό συμβούλιο μιας ομοσπονδίας όσο και άλλες προτάσεις, όπως την εκ περιτροπής προεδρία. Ένας τέτοιος μηχανισμός θα καθιστούσε τη νέα ομοσπονδία όμηρο της Άγκυρας στο διηνεκές. Η επίλυση του Κυπριακού σκαλώνει στην συνεχιζόμενη προσπάθεια της Τουρκίας να επιβάλει όρους που θα σημαίνουν στην πράξη τον έλεγχο της κυπριακής πολιτικής συνολικά. 

Εν κατακλείδι: το μετεκλογικό τοπίο στα κατεχόμενα επιβεβαιώνει με ακόμη σαφέστερο τρόπο ότι συνομιλητής της Κύπρου ήταν και παραμένει η Άγκυρα. Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ έχει ανακοινώσει ότι θα επιχειρήσει την επανέναρξη των συνομιλιών. Η πολιτική ισότητα των κοινοτήτων και η εκ περιτροπής προεδρία έχουν ήδη τεθεί από την Άγκυρα ως προϋποθέσεις. Κάθε γνησίως ομοσπονδιακή λύση θα βρίσκει πια την τουρκική άρνηση. Οι εξελίξεις θα κινηθούν είτε σε πλαίσιο διαμόρφωσης ενός νέου, απολύτως χαλαρού συνομοσπονδιακού υποδείγματος είτε στην λύση δύο κρατών στην οποία αναφέρεται ήδη η Άγκυρα. Θα πρέπει, κατά συνέπεια, να προετοιμαζόμαστε με αντίστοιχα σενάρια για τις επιπτώσεις αυτών των κατευθύνσεων αναφορικά με το μέλλον των σχέσεών μας με την Τουρκία και, γενικότερα, τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο. 

Το 2021 ως ευνοϊκός προθάλαμος του 2022 

Για το 2021 ως ευνοϊκό προθάλαμο του 2022 – το «καλό» σενάριο στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω – δυο βασικές επισημάνσεις είναι, συμπερασματικά, επιβεβλημένες. Πρέπει καταρχήν να γίνει κατανοητό ότι η εθνική ασφάλεια προϋποθέτει ένα επίπεδο οικονομικής ευρωστίας, αλλά αυτό δεν αρκεί. Χρειάζονται στρατηγική, φρόνημα, εξοπλισμοί, συμμαχίες και σωστά υπολογισμένα σήματα προς το διεθνές περιβάλλον. Σε αυτό το πλαίσιο, όπως εξηγώ από χρόνια, πρέπει να εγκαταλείψουμε το φαιδρό επιχείρημα ότι εξοπλιζόμαστε κυρίως διότι απειλούμαστε από (δηλαδή, φοβόμαστε) την Τουρκία. Μπορεί να φαίνεται επαρκές σε επίπεδο εσωτερικής επικοινωνιακής διαχείρισης, όμως προς τα έξω – αντίθετα από ό,τι νομίζουν πολλοί – μόνον κακό μας κάνει. Εξοπλιζόμαστε διότι είμαστε κρίσιμος πυλώνας σταθερότητας της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στην ταραγμένη Ανατολική Μεσόγειο και έχουμε άμεση πρόσβαση στην ρευστή και εύφλεκτη Μέση Ανατολή. Και δεν συρόμαστε σε συνολική διαπραγμάτευση με τον αυταρχικό γείτονα λόγω φόβου.   

Η δεύτερη καταληκτική επισήμανση αναφέρεται στη διάσταση του χρόνου. Εφόσον τον αξιοποιήσουμε σωστά, ο χρόνος ευνοεί την ανάδειξη της σχετικής υπεροχής της θεσμικά ωριμότερης Ελλάδας απέναντι σε μια Τουρκία που γίνεται περισσότερο αυταρχική, θεσμικά απαξιωμένη και εισέρχεται σε φάση βαθύτερης και απρόβλεπτης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Δεν υπάρχει κανένα ουσιαστικό επιχείρημα υπέρ της επιπόλαιης άποψης ότι είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας μια «λύση» το συντομότερο δυνατό. Αυτό για το οποίο αξίζει να προσπαθήσουμε, είναι η προσεκτική διαμόρφωση των συνθηκών για την επίτευξη βιώσιμης ειρήνης με την Τουρκία σε μια γειτονιά του πλανήτη που θα παραμείνει ρευστή και δύσκολη. Με δυο λόγια, αυτό – το μόνο που αξίζει, πέρα από πυροτεχνήματα για γρήγορες «λύσεις» – θα πάρει χρόνο. 

* Ο Κώστας Α. Λάβδας είναι Καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και έχει διατελέσει, μεταξύ άλλων, Senior Research Fellow στο London School of Economics και Καθηγητής στην Έδρα Ελληνικών και Ευρωπαϊκών Σπουδών «Κωνσταντίνος Καραμανλής» στο Fletcher School of Law and Diplomacy του Πανεπιστημίου Tufts στις ΗΠΑ