Τον πανηγυρικό λόγο της ημέρας εκφώνησε, μετά το τέλος της δοξολογίας στην Μητρόπολη της Αίγινας, ο πρώην υπουργός Αλέξανδρος Παπαδόπουλος Τιμώντας τον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδος Ιωάννη Καποδίστρια

Κυρίες και Κύριοι,

Έχουν γραφτεί πολλά για τη ζωή και τη μεγάλη προσφορά του Ιωάννη Καποδίστρια στο Έθνος μας. Δεν θα επαναλάβω σήμερα τα όσα ειπώθηκαν κατά καιρούς για το μαρτυρικό κυβερνήτη και ιδιαίτερα εδώ στο νησί σας, απ’ όπου ξεκίνησε η δημιουργία εκ του μηδενός του νεοσύστατου κράτους μας. Εσείς εδώ οι Αιγινήτες, τον τιμήσατε και τον τιμάτε τόσο πολύ, όσο, ίσως, πουθενά στη χώρα. Έχετε ταυτιστεί με τη μνήμη του, όχι μόνο γιατί κατέστησε την Αίγινα εφαλτήριο του νέου κράτους επιλέγοντάς την ως πρώτη πρωτεύουσα, αλλά κυρίως γιατί ο πόνος και το πάθος ψυχής του κυβερνήτη ελευθέρωσε από μέσα του τεράστιες ψυχικές δυνάμεις προκειμένου να μετατρέψει έναν απλό και κατεστραμμένο χώρο σε μία σύγχρονη χώρα και να δώσει στο καθημαγμένο λαό τη ψυχική και πνευματική δύναμη να σταθεί στα πόδια του, να κινητοποιήσει νέες κινητήριες δυνάμεις, να χτίσει καινούρια ελπίδα.Αυτός ο αχός, αυτή η υπόκωφη βοή που έρχεται από τα βάθη των δύο αιώνων, τη νιώθετε εσείς, καλά ακόμα, όπως την ένιωσαν περισσότερο οι πρόγονοί σας, βλέποντας κάθε μέρα έναν άνθρωπο να παλεύει σχεδόν μόνος του και να επιτυγχάνει τόσα πολλά στο λίγο διάστημα που τον άφησαν να ζήσει. Εμπιστεύτηκαν και συμπαραστάθηκαν στον ερημίτη πολιτικό, τον αφοσιωμένο στην πατρίδα Άγιο της πολιτικής.Είναι αλήθεια, ότι ο θάνατος του κυβερνήτη έμεινε αδικαίωτος και η μοίρα του “αχυρένιου” ελληνικού κράτους ήταν προδιαγεγραμμένη να εξελιχθεί σε ένα μετά-οθωμανικό κράτος που ταλανίζεται επί δύο αιώνες να ανακαλύψει τον εθνικό του χαρακτήρα ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση.Η περίοδος μετά τη δολοφονία του και όσα αμέσως ακολούθησαν οδήγησαν το μεγάλο μας ιστορικό Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο πλήρως απογοητευμένος να διατυπώσει σπαρακτικά: “Δυστυχώς το νέον ελληνικόν κράτος σκότωσε το Ελληνικό Έθνος”. Γιατί έβλεπε να αφυδατώνονται οι πνευματικές του δυνάμεις, αυτές που κράτησαν όρθιο  το Γένος μας τα 400 χρόνια υποτέλειας. Ήταν φανερή η έλλειψη διάθεσης και πίστης στη δημιουργία ενός νέου αξιόπιστου κράτους με ρίζες σε θεσμούς και κανόνες. Είδε τον ελληνισμό να πορεύεται με οδηγούς “Τας στρατιάς της ήττης” όπως έγραψε αργότερα ο Κ. Καρυωτάκης. Να καταρρέει σε σημείο εξαφάνισης κάθε προσπάθεια που ξεκίνησε ο Κυβερνήτης να θεμελιώσει στέρεα παιδεία, δικαιοσύνη, κοινωνική μέριμνα, στρατό, δημοσιονομικό και νομισματικό σύστημα και πάνω απ’ όλα, το αίσθημα εθνικής αξιοπρέπειας. Είναι αληθές, ότι η χώρα αν και προόδευσε πολύ από τότε και μέχρι σήμερα, πορεύεται ακόμα με παλινωδίες, με λυσσαλέους πολιτικούς και άκαρπους ανταγωνισμούς, με δημαγωγούς, με λαοπλάνουςΜία κοινωνία χωρίς ιεραρχήσεις, με μεγάλα πολιτιστικά και κοινωνικά ελλείμματα, με έλλειψη των αναγκαίων κοινών κανόνων, όπου οι άνθρωποι υπακούουν σε αυτούς, όχι από φόβο τιμωρίας, αλλά από συνείδηση αυτοπειθαρχίας σ’ αυτούς και στο συλλογικό καλό, που είναι χαρακτηριστικό των ολοκληρωμένων κοινωνιών. Δυστυχώς, αυτή η καταστροφική εγκατάλειψη του πνεύματος και του έργου του Ιωάννη Καποδίστρια και η εν συνεχεία αποκαθήλωση καθετί που πρόλαβε να οικοδομήσει στο πλαίσιο του πνεύματος αυτού, μας οδηγεί στο βέβαιο συμπέρασμα ότι αυτός ήταν και ο λόγος που η νεότερη Ελλάδα δεν ολοκληρώθηκε ποτέ πολιτισμικά γιατί δεν ολοκληρώθηκε ποτέ κοινωνικά μέχρι σήμερα.Γι’ αυτό το συλλογικό όραμα έδωσε τον αγώνα τον καλό ο Ιωάννης Καποδίστριας σε τέτοιο βαθμό όσο κανένας άλλος μεταγενέστερος πολιτικός σ’ αυτό τον τόπο. Το όραμα του Καποδίστρια έγινε και όραμα του λαού του και για αυτό το όραμα έχυσε ιδρώτα και, δυστυχώς, αίμα. Το όραμά του ήταν η ανασύσταση της κρατικής υπόστασης της ρωμιοσύνης μέσα από τις πολιτικές στάχτες της και η θεμελίωσή της σε γερές βάσεις ώστε να πορευθεί συντεταγμένα και πατώντας γερά στα πόδια της να φέρει το βάρος της απαράμιλλης πολιτιστικής κληρονομιάς της, μιας κληρονομιάς που καμία άλλη χώρα δεν έχει στην πεπολιτισμένη Δύση σήμερα.

Βάση της ιδρυτικής και μεταρρυθμιστικής πολιτικής του Καποδίστρια για την υλοποίησή του οράματός του ήταν η Παιδεία. Πάνω σε αυτή έχτισε και όλα τ’ άλλα που προαναφέρθηκαν γι’ αυτό περιορίζομαι να αναφερθώ μόνο στη Παιδεία για να διαγνωσθεί το μέγεθος της συνολικής έμπνευσης του Κυβερνήτη και να γίνουν οι συγκρίσεις όλης της μετέπειτα διαδρομής μέχρι και σήμερα.
Ο Καποδίστριας βρήκε την Παιδεία διαλυμένη και στην ουσία μη λειτουργούσα λόγω των χρόνων του πολέμου από το 1821 και μετά. «… Διά τα σχολεία χρειάζονται οικήματα, εγώ δε φθάσας ενταύθα εύρηκα μόνον καλύβας όπου εσκεπάζοντο πλήθος οικογενειών πειναλέων».

Οι ιδέες του Καποδίστρια για την παιδεία των Ελλήνων πήγαζαν από το Πιστεύω του. Συνοπτικά μπορούμε να πούμε αυτό που ο ίδιος έγραφε: «… Αποτελεί Θεία τιμή το να αναθρέψει κάποιος Ελληνόπαιδες, με τις γνώσεις της Ιεράς μας Θρησκείας, να τους εκπαιδεύσει στην πάτριον γλώσσα και να τους προπαρασκευάσει για ανώτερες Πανεπιστημιακές σπουδές».

Δεν είναι τυχαία η ίδρυση Υπουργείου «επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματείαν»,με γραμματέα τον Ν. Χρυσόγελο, που είχε την ευθύνη για τα Εκκλησιαστικά και τα εκπαιδευτικά θέματα, μια συνύπαρξη που υπάρχει μέχρι και σήμερα.

Ο Καποδίστριας πίστευε ότι ο λαός έπρεπε να μορφωθεί διότι αλλιώς θα υπερίσχυε το «δίκαιο του ισχυρότερου στηριζόμενο εις την αμαθίαν και αποκτήνωσιν του πλήθους». Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί με τον συνδυασμό της πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας και την προώθηση της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Έβαλε σκοπό και στόχο την ίδρυση ενός τουλάχιστον σχολείου σε κάθε χωριό και κωμόπολη «Εντεύθεν και καταγίνομαι μετ’ επιμονής μάλιστα εις τα τρία ταύτα, να συστήσω εις πάσαν κοινότητα έν ή περισσότερα αλληλοδιδακτικά σχολεία, να βάλω θεμέλια τυπικών σχολείων και σχολείων τεχνών και εργοχείρων, …» με σύστημα διδασκαλίας την αλληλοδιδακτική μέθοδο.

Η αλληλοδιδακτική μέθοδος χρησιμοποιήθηκε από τα μέσα του 17ου αιώνα στην Αγγλία και τελειοποιήθηκε τον 18ο αιώνα στη Γαλλία του Sarazin. Ονομάστηκε έτσι για το λόγο ότι με την καθοδήγηση του δασκάλου χρησιμοποιούνταν οι καλύτεροι μαθητές (οι πρωτόσχολοι) για να διδάσκουν τους υπόλοιπους μαθητές στις μικρότερες τάξεις. Η αλληλοδιδακτική εισήχθη επίσημα απο τον Ιωάννη Κοκκώνη στα χρόνια του Καποδίστρια, ο οποίος και μετέφρασε (1830) τον οδηγό της αλληλοδιδακτικής μεθόδου του Σαραζίνου.

Ο Καποδίστριας προχώρησε στη σύσταση ειδικών επιτροπών που θα επιδίδονταν «εις την μετάφρασιν και σύστασιν βιβλίων στοιχειωδών και εις την αναθεώρησιν συγγράμματος ήδη μεταφρασμένων, συντεινόντων προς ομοιόμορφον και τελειότερον οργανισμόν των αλληλοδιδακτικών και τυπικών σχολείων».

Επιβράβευε τους αρίστους μαθητές με υποτροφίες και βοηθούσε τους απόρους μαθητές να συνεχίσουν τις σπουδές τους: «Να μας σημειώσης εκείνους των μαθητών σου,όσοι έδωκαν αδιακόπως προφανή δείγματα της εμφύτου κλίσεως και ικανότητος των καθότι έχομεν σκοπόν να τους προσκαλέσωμεν δια να τελειοποιηθώσιν εις το πρωτότυπον σχολείον..». Ο Νικόλαος Δραγούμης αναφέρει: «Της δ’ αυτής αξιοθαυμάστου προνοίας έδιδε καθ’ εκάστην δείγματα της εν Ελλάδι, αγωνιζόμενος διά παντός τρόπου να προβιβάζη τα της παιδείας και διά τούτο επισκεπτόμενος συνεχώς τα σχολεία, ενθαρρύνων ευμενώς διδάσκοντάς τε και διδασκομένους διά λόγου, βραβείων, ευσήμων και αυτογράφων ευχαριστηρίων επιστολών προς νεανίσκους».
Ήθελε οι δάσκαλοι να έχουν τις απαραίτητες γνώσεις για να διδάξουν και προέτρεπε: «Η επιτροπή δεν θέλει συστήσει ουδένα εις την Κυβέρνηση ως ικανό ινα διευθύνη αλληλοδιδακτικόν σχολείον, εαν δεν είναι ειδήμων της Γραμματικής, και ικανός να εξηγήση εις την καθομιλουμένην τον Αίσωπον,Ισοκράτην και Ξενοφώντα ευχής έργον ήτον να είναι ικανός να εξηγεί και Ομηρον».
Επίσης εμψύχωνε τους δασκάλους: «Διδάσκαλε, είπον μία των ημερών, οδηγείς τας ελπίδας της πατρίδος.» και τους ενίσχυε με χρηματικά βοηθήματα, «δια ν΄αποζημιώσωμεν δε κατά το δίκαιον τους διδασκάλους δια τα έξοδα, όσα μέχρι τούδε έκαμον, θέλοντες να διεγείρουν των μαθητών την φιλοτιμίαν, προσφέρομεν εις αυτούς δωρεάν ανα 300 γρόσια δι’ έκαστον των μαθητών οσοι μέλλουν να γενούν παραδεκτοί εις το πρωτότυπόν σχολείον».

Σύμφωνα με την έκθεση του Ν. Χρυσόγελου, γραμματέα των εκκλησιαστικών και της δημόσιας εκπαίδευσης, τα λιγοστά σχολεία του αγώνα είχαν αυξηθεί μέχρι το 1831 σε 121, ενώ ο αριθμός των μαθητών σε 9.246 από τους οποίους οι 6.718 φοιτούσαν στα 75 αλληλοδιδακτικά που λειτουργούσαν την περίοδο αυτή στη χώρα.
Καρπός όλων αυτών των προσπαθειών ήταν η ίδρυση στην Αίγινα, του Ορφανοτροφείου. Στο Ορφανοτροφείο λειτουργούσαν παράλληλα τρία αλληλοδιδακτικά σχολεία. Το ένα ονομάστηκε Ευνάρδειο: «διότι δαπάναις του Ευνάρδου εκτίσθη και συνετηρήθη». Λειτούργησαν πολλά χειροτεχνεία (τορνευτικής, πλεκτικής, ξυλουργικής, σιδηρουργείας, σκυτοτομικής, ραπτικής, τυπογραφίας, βιβλιοδετικής, λιθογραφίας, ωρολογοποιίας κτλ). Στο Ορφανοτροφείο διδασκόταν και το μάθημα της μουσικής με αποτέλεσμα να συσταθεί και χορωδία. Ο Καποδίστριας όταν επισκέφθηκε το Ορφανοτροφείο και διαπίστωσε την πρόοδο των μαθητών στην μουσική ενέκρινε με Διάταγμα του την αγορά 12 βιολιών και ειδική στολή για τα μέλη της χορωδίας «λευκν ποδήρες ένδυμα και ζώνην κυανόχρουν». Επιπλέον λειτούργησε Πρότυπο Σχολείο το οποίο είχε σκοπό τη μόρφωση δασκάλων που θα στελέχωναν τα αλληλοδιδακτικά σχολεία. Επίσης ιδρύθηκε το Κεντρικό Σχολείο την 1η Νοεμβρίου 1829 με το υπ.άρ. 97 ψήφισμα που σκοπό είχε τη μόρφωση των νέων που θα ήθελαν να ακολουθήσουν Πανεπιστημιακές σπουδές. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια το ορφανοτροφείο και τα χειροτεχνεία φυτοζωούσαν και αντιμετώπιζαν τεράστια προβλήματα λόγω της αδιαφορίας από την πολιτεία. Επιπλέον, στην Αίγινα ιδρύθηκε η Εθνική Τυπογραφία.

Στην Τίρυνθα, η Αγροτική Σχολή για τη διδασκαλία των σύγχρονων τρόπων γεωργικής καλλιέργειας και κτηνοτροφίας, το Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο Ναυπλίου, η Εκκλησιαστική Σχολή στη μονή Ζωοδόχου Πηγής στον Πόρο για την εκπαίδευση των μελλοντικών κληρικών, το Εμπορικό Σχολείο στην Ερμούπολη από τους εμπόρους της πόλης. Σχολεία ιδρύθηκαν στο Ναύπλιο, στο Άργος, στην Τρίπολη, στην Αθήνα , στην Αίγινα, στον Πόρο, στην Ύδρα, στο Γαλαξείδι, στη Ναύπακτο, στη Μεθώνη, στα Φιλιατρά, στην Πάτρα, στα Καλάβρυτα, στη Σκιάθο, στη Σύρο, στην Αμοργό και σε πολλές άλλες πόλεις και νησιά. Συστήθηκαν δευτεροβάθμια σχολεία τα οποία ονόμαζε «πρότυπα» ή «τυπικά», ενώ παράλληλα διατηρήθηκαν και τα λεγόμενα Ελληνικά σχολεία. Ο Καποδίστριας έδωσε και μεγάλη βαρύτητα στη μόρφωση των κοριτσιών, σε μια εποχή κατά την οποία η θέση της γυναίκας στην κοινωνία ήταν υποβαθμισμένη. Για την εκπαίδευση των κοριτσιών λειτούργησε στη Σύρο, στην Τήνο και στο Ορφανοτροφείο Αιγίνης σχολείο θηλέων. Στην Κόρινθο λειτούργησε μεικτό σχολείο. Φιλοδοξούσε στην ίδρυση, εν ευθέτω χρόνω, Πανεπιστημίου, αφού συγκεντρώνονταν οι απαραίτητοι οικονομικοί πόροι αλλά και οι υποψήφιοι φοιτητές. Όπως είπε ο Νικόλαος Δραγούμης: «Διότι την δημοτικήν αγωγήν θηρεύων εκείνος δεν εθήρευεν ως σκοπόν και τέρμα της όλης εκπαιδεύσεως, αλλ’ ως προστοιχείωσιν εις ανωτέραν βαθμίδα. Μωρός δε ο αρχιτέκτων ο ανεγείρων οικίαν, μεγάλην μάλιστα και πολυτελή, άνευ θεμελίων, τοιαύτην όμως μωρίαν δεν είχεν ο Κυβερνήτης. Την ανωτάτην παιδείαν και ηγάπα και ετίμα και παρεδέχετο και την επί τον νούν και την καρδίαν ευγενεστάτην επίδρασιν των αρχαίων συγγραφέων ωμολόγει είπερ τις και άλλος, διότι είπερ τις και άλλος είχε μελετήσει αυτούς». Προχώρησε στην έκδοση, στις αρχές του 1831 στην Αίγινα της φιλολογικής, επιστημονικής και τεχνολογικής εφημερίδας ποικίλης ύλης ονόματι «ΑΙΓΙΝΑΙΑ» με την συνδρομή του Εθνικού Τυπογραφείου, υπό των Γ. Αποστολίδη Κοσμιτή. Κύριος αρθρογράφος, μεταφραστής και υποκινητής της εκδοτικής φιλόδοξης προσπάθειας ήταν ο αεικίνητος Ι. Καποδίστριας πίσω από τα αρχικά Ι.Κ.

Ο Καποδίστριας δεν φρόντισε μόνο για την ίδρυση των σχολείων, αλλά και παρακολουθούσε από κοντά τη λειτουργία τους. Αυτό προκύπτει και από την επιστολή του προς τον διευθυντή του αλληλοδιδακτικού σχολείου Ναυπλίου Κ. Νικητόπουλο, στην οποία έγραφε: «….ευφράνθην χθες ευρεθείς εν μέσω των μαθητών σας και ιδών την μελέτην αυτών. Σας ευχαριστεί η Κυβέρνηση δια τον ζήλον καθ’ ον διδάσκετε και εις επίδοσιν προάγονται 250 μαθητές μη χλιανόμενος την προαίρεσιν μηδέ καταργών την φιλόπατρη υμών προαίρεσιν υπό τας παντελείς στερήσεις των αναγκαίων…».

Συμπέρασμα Κυρίες και Κύριοι,
Σήμερα, στην διακοσιοστή επέτειο του 1821 μεγάλα και ψηλά γύρω μας έχουν χτίσει τείχη.

Εμείς με περίσκεψη, λύπη και αιδώ καλούμαστε να σκεφθούμε και να βάλουμε στην άκρη την όποια απελπισία μας.

Ζώντας μία ιδιότυπη αξιακή και θεσμική παρακμή, κλεισμένοι έξω από τον κόσμο, το ’21 μας προκαλεί να γκρεμίσουμε τα τείχη της στασιμότητάς μας και να αναλογισθούμε το τότε και το τώρα για να οραματισθούμε το μετά.

Το ’21 χωρίς το μετά δεν έχει αξία.

Το ’21 δεν είναι αφορμή για φαμφάρες και λαϊκισμούς. Είναι ο οίστρος που πρέπει να μας ξυπνήσει από τον ύπνο της λήθης.

Συνδυάζοντας δημιουργικά την παράδοσή μας με έναν αναγκαίο εκσυγχρονισμό, η εποχή μας καλείται να αναδείξει έναν νέο τύπο ηγεσίας από καθολικούς και αναγεννητικούς ανθρώπους,  που θα εμπνεύσει το λαό μας και θα συνεχίσει το έργο και το όραμα του Καποδίστρια από εκεί που εκείνος άξαφνα και βίαια άφησε.

Μόνο τότε θα είμαστε σε θέση να σηκώσουμε κεφάλι, να σκεφθούμε, να αισθανθούμε και να πιστέψουμε το συλλογικό μας καημό για ένα αξιόπιστο μέσα και έξω από τη χώρα κράτος, που τόσο έχουμε ανάγκη.

Πρέπει να ξεφύγουμε το συντομότερο από τη μέγγενη, όχι με ευχολόγια, με παρηγορίες και αγοράζοντας συνεχώς πολιτικό χρόνο.

Πρέπει να αρχίσει τώρα η απεμπλοκή της χώρας από την κατάσταση της πνευματικής στασιμότητας, της θεσμικής αναιμίας, της  παραγωγικής αποξήρανσης στα οποία έχουμε περιέλθει.

Ν’ αρχίσουμε να διακρίνουμε τους επαπειλουμένους  γεωπολιτικούς κινδύνους.

 Να κατανοήσουμε, ότι σήμερα στη χώρα μας, κυριαρχούν αφυδατωμένες σε αξιοπιστία ελίτ και ότι η κοινωνία μας βρίσκεται σε συνεχή ροπή υποδούλωσης στο διαλυτικό λαϊκισμό.

Δηλητηριασμένες οι νεότερες γενιές πολιτικών από την αρρώστια του ηλεκτρονικού επικοινωνισμού και της εικόνας προσπαθώντας μεν να κερδίσουν τις εντυπώσεις χάνουν όμως τις υποθέσεις.

Αντίθετα, ο Καποδίστριας του καθήκοντος, της φιλεργατικότητας και της πίστης που ορίζει ένας σκοπός κέρδισε τις υποθέσεις στο μέτρο που η άτεγκτη πραγματικότητα της εποχής, του άφηνε περιθώρια. Γιατί ήταν μαχητής για τη μεγάλη υπόθεση του Έθνους και όχι για να επιβεβαιώσει τον ήδη επιβεβαιωμένο εαυτό του. Σήμερα μας αφήνει μια βαριά παρακαταθήκη και πρόσταγμα και την εθνική ευκαιρία να ξαναγυρίσουμε στο πνεύμα αυτού του μεγάλου εθνικού πατριώτη.

Είμαι βέβαιος, ότι η Επιτροπή Εορτασμού θα κάνει καλαίσθητες και αξιοπρεπείς εκδηλώσεις. Δεν φτάνουν όμως για να επανακάμψει το δημιουργικό πνεύμα του Καποδίστρια για ένα σύγχρονο και βιώσιμο κράτος και για να αποκτήσει ο λαός μας οδηγητές και αυτοπεποίθηση, ώστε να διεγερθεί μία νέα εθνική αποφασιστικότητα, μέσα στη διάρκεια αυτού του αιώνα. Ο εορτασμός  της παλιγγενεσίας, ως αφετηριακό μέγα πνευματικό γεγονός αλλά και ως ένα βαθιά πολιτικό γεγονός είναι κρίμα να πάει χαμένος και φοβούμαι ότι αυτό θα γίνει.

Δεν πρέπει να χαθεί η ιστορική ευκαιρία να καλλιεργηθεί στο λαό μας ένα νέο πνεύμα προσδοκιών αλλά και ευθυνών του, ώστε να κυριαρχήσει στο μέλλον του. Με κενολόγες μεγαλαυχίες, δεν νοηματείται το μέλλον ούτε χτίζεται ελπίδα.

Οφείλουν οι πολιτικές, κοινωνικές αλλά και οι σχολάζουσες δυνάμεις της χώρας να επανιχνεύσουν νέες αφετηρίες που θα οδηγήσουν προς ένα νέο ιστορικό κεφάλαιο.

Απαιτείται ρήξη πνευματική με όσα εξεμέτρησαν το ζήν και εμποδίζουν τη χώρα να θωρακιστεί με άλλη ποιότητα αξιών.

Οι γενιές μας, συνέβαλαν πράγματι στην υλική ανόρθωση της χώρας, αλλά στέρεα πνευματικά υπόβαθρα, για να σταθούν οι επερχόμενες γενιές άφησαν δυστυχώς λίγα και ασθενή.

Το αποτέλεσμα είναι να φωλιάσει φόβος στους νέους ανθρώπους. Νιώθουν ότι ζουν σε μία εποχή πολτοποιημένων συνειδήσεων και η μηδενιστική αίσθηση του αναπότρεπτου τους οδηγεί σε άλλες κοινωνίες.

Έχουμε ανάγκη σήμερα από ένα ηχηρό κάλεσμα σε όσους θέλουν να συστοιχηθούν γύρω από ένα σύγχρονο Εθνικό Λόγο. Δεν χρειάζεται να κοπιάσουν να τον εφεύρουν υπάρχει και μας καρτερεί. Δεν είναι άλλος από αυτό που εκπέμφθηκε από τον Κυβερνήτη εδώ σε αυτό το νησί και μας περιμένει  να αρπάξουμε την ευκαιρία για μία νέα αναγεννητική πνοή που θα επικυρώνει την νέα ελληνική μέρα, στο φως ενός εμπνευσμένου ρεαλισμού. Με τη δημιουργία επιτέλους ενός σύγχρονου ισχυρού κράτους όπως το οραματίστηκε ο αδικαίωτος κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας.
Σας ευχαριστώ