Κώστας Τζαβέλας

"Το 1828, μετά από τις σχετικές εντολές του Ιωάννη Καποδίστρια, μια χιλιαρχία υπό την ηγεσία του Σουλιώτη Κίτσου Τζαβέλα και μια πεντακοσιαρχία υπό την ηγεσία του Νικόλαου Τζαβέλα, αδερφού του Κίτσου, ανέλαβαν να διώξουν τους Τουρκαλβανούς από τη Στερεά Ελλάδα και από το κάστρο της Ναυπάκτου. Τα δύο αδέρφια ήταν απόγονοι ηρωικών πολεμιστών, ήταν υιοί του Φώτου Τζαβέλα κι εγγόνια του Λάμπρου Τζαβέλα, των Σουλιωτών ηγετών που διακρίθηκαν στις μάχες εναντίον του Αλή Πασά.

Ο Κίτσος Τζαβέλας, καταλαμβάνοντας τα χωριά Βελούχοβο, Γρανίτσα και Αρτοτίνα κατόρθωσε να αποκλείσει στο χωριό Λαμποτινά 800 Αλβανούς. Με επιστολή του, γραμμένη στα ελληνικά, ο Τζαβέλας κάλεσε τους 800 Αλβανούς να παραδοθούν χωρίς περιττές αιματοχυσίες.
Ο αρχηγός των Τουρκαλβανών, ντερβέναγας των Κραβάρων, Αχμέτ Νεπρεβίστανης του απάντησε με την εξής επιστολή:
«Αγαπητέ μου Κίτσο Τζαβέλα (εις Βοϊτζά)
Το γράμμα σου έλαβα, τα γραφόμενα σου καλώς εκατάλαβα. Τζαβέλα ήξευρε ότι από τον καιρό οπού έβαλα το ντουφέκι εις τον ώμον στοχάζομαι τον εαυτό μου τω όντι δια βασιλέα και τα ιδικά σου ελληνοκορφομπλίσματα να τα ειπής εκεί όπου περνάνε, ειδέ εις εμένα μένουν άκαιρα, ορφανέ! Ότι αν θέλης να δείξης το ελληνικό σου έρχεσαι εδώ και τότε θέλεις καταλάβει, δυστυχισμένε, εκείνους όπου τρώγουν τα ψημένα κάστανα. Ορέ Κίτσο Τζαβέλα, το να μου λέγεις ότι η Υψηλή σου Πόρτα της Ρωσίας πολεμά τα κάστρα της Πόλεως και τον βασιλέα μας τον έχουν κλεισμένο εις Ουτζκαλεσή, το γνωρίζεις, καϊμένε, ότι μ’ αυτά σας γελούν οι Φράγκοι, και σας στέλνουν εδώ, δια να σας σκοτώνωμεν σαν τα σκυλιά, και έχομεν ελπίδα εις τον Θεόν, όπου ο πολυχρονεμένος βασιλέας μας την Υψηλήν Πόρτα της Ρωσίας θέλει τη χαμηλώσει. Τζαβέλα περισσότερα δεν σου γράφω και Θεόθεν υγεία.
Τη 7 7ρίου 1828, Λαμποτινά
Ο του Κραβάρου ντερβέναγας
Αχμέτ Νεπρεβίστανης»
Όμως ο ντερβέναγας αισθάνθηκε την ανάγκη να γράψει περισσότερα, ώστε να θίξει τον Τζαβέλα, και για αυτό πρόσθεσε και το εξής υστερόγραφο:
«Λέγεις ότι ο τόπος είναι ελληνικός. Ηξεύρε ότι εγώ όπου έχυσα τόσον αίμα ως καθώς λέγεις, άλλον τόσον θέλεις χύσει και εσύ, και τότε θα φας Κράβαρα και Λοιδορίκι. Πλήν μη στέλνεις και μαζώνεις καρβουναραίους, ότι αυτοί δια κάρβουνα ηξεύρουν και όχι δια ντουφέκι. Πολλά λόγια δεν σου λέω. Σύρε εκεί όπου ήλθες, ορφανέ! Ότι σας λυπούμαι όπου εμείνατε τρεις Σουλιώτες και θα χαθήτε όλοι.
Και δια τόπον ελληνικόν όπου τον λέγεις εδώ, τόπος είμαι εγώ και νησαλά, θέλεις με γνωρίσεις ογλίγωρα. Μωρέ, Κίτζο, εγώ σε ηξεύρω Αρβανίτην ωσάν εμένα, εσύ που στο διάβολον τα έμαθες αυτά τα ελληνικά και εγώ δεν τα ηξεύρω;»
Τελικά, οι δυο τους "γνωρίστηκαν ογλίγωρα". Μόλις 1 μήνα μετά από την έναρξη του αποκλεισμού τους, στις 22 Οκτωβρίου, οι Αλβανοί προσπάθησαν να σπάσουν τον ελληνικό κλοιό αλλά απέτυχαν. Ο Τζαβέλας τους πετσόκοψε ανηλεώς! Τους έδειξε αυτό που ο ντερβέναγας αποκαλούσε ειρωνικά στην επιστολή του "το ελληνικό" του! Από τους 800 Αλβανούς, σώθηκαν μόνο 150. Οι υπόλοιποι σκοτώθηκαν και μόνο 80 αιχμαλωτίστηκαν. Στην επιστολή του ο Νεπρεβίστανης θα έπρεπε να διαλέξει τα λόγια του με μεγαλύτερη προσοχή. Μεταξύ των 80 αιχμαλώτων ήταν και ο επηρμένος Αχμέτ Νεπρεβίστανης. Ο Κίτσος Τζαβέλας διέταξε να σφραγίσουν τους αιχμαλώτους με πυρωμένο σίδερο που είχε την παράσταση του αναγεννώμενου Φοίνικα, το σύμβολο της εθνικής παλιγγενεσίας.
Στην έναρξη της επανάστασης υπήρχαν 2.000 Σουλιώτες πολεμιστές, ενώ στο τέλος της μόλις ... 200! Οι υπόλοιποι σκοτώθηκαν για την απελευθέρωση της Ελλάδος. Αυτό εννοεί και ο Αχμέτ Νεπρεβίστανης γράφοντας στον Τζαβέλα «... ότι σας λυπούμαι όπου εμείνατε τρεις Σουλιώτες και θα χαθήτε όλοι».
Οι ηρωικοί Τζαβελαίοι συνέχισαν να "δείχνουν το ελληνικό τους", να πολεμούν για την Ελλάδα και να ποτίζουν με το αίμα τους το "δέντρο της ελευθερίας". 177 συνολικά πεσόντες για την πατρίδα μαρτυρά η φάρα τους. Οι δυο τελευταίοι Τζαβελαίοι που έπεσαν για την "όμορφη, καλή, γλυκειά πατρίδα", όπως περιγράφει την πατρίδα μας ο Λορέντζος Μαβίλης, ήταν ο Ταγματάρχης Νικόλαος Τζαβέλλας (αριστερά στη φωτογραφία), ο οποίος, αφού πολέμησε στον πόλεμο του 1897, στον μακεδονικό αγώνα και στους βαλκανικούς πολέμους, σκοτώθηκε το 1921 στην επική μάχη του Κάλε Γκρότο στη Μικρά Ασία και ο ίλαρχος Κώστας Τζαβέλλας (έφιππος στη δεξιά φωτογραφία), ο οποίος σκοτώθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1940, κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, στη μάχη της Πρεμετής.
Ο τελευταίος, ο Κώστας Τζαβέλλας, κατά τον πόλεμο αντήλλασσε επιστολές με τον πατέρα του, τον πρώην Στρατηγό Λάμπρο Τζαβέλλα. Στην τελευταία του λοιπόν επιστολή, την 15η Νοεμβρίου του 1940, ο Κώστας Τζαβέλλας, μετά από την 11η νικηφόρα μάχη του, έγραψε στον πατέρα του:
«… Μετά 7ωρον μάχην, καθ’ην κατέλαβον δυο οχυρωμένα υψώματα 700 μ., όρθιος, ακάλυπτος και ασκεπής, με το πιστόλι στα χέρια, ωδήγησα τους άνδρες μου στη Δόξα και στη Νίκη.
Ευρίσκομαι επί Αλβανικού εδάφους, όπου είχα την τιμήν και την ικανοποίησιν να πατήσω πρώτος από το Σύνταγμά μου.
Εδέχθην τα συγχαρητήρια των προϊσταμένων μου και να είσαι περήφανος πατέρα γιατί ο γυιός σου αψηφώντας τον θάνατο, επολέμησε σαν Τζαβέλλας».
Απαντώντας ο πατέρας στο μονάκριβο παιδί του, του έγραψε τα εξής σε μια επιστολή που ο Κώστας Τζαβέλλας ουδέποτε έλαβε, αφού σκοτώθηκε:
«Οι Τζαβελαίοι πολεμούν και πίπτουν! Για την τιμή, για την δόξα, για την Πατρίδα. Για σένα δεν υπάρχουν γονείς, σύζυγος, τέκνα, αδελφή. Υπάρχει μόνο ο Κώστας Τζαβέλλας, ο άξιος και τιμημένος γυιός μου.
Είναι ο 6ος κατά σειράν απόγονος της ιστορικής και ενδόξου οικογενείας μας, της οποίας οι δυο τελευταίοι θείοι σου Ταγματάρχαι έπεσαν τιμημένα στο Καλέ Γκρότο, αριθμούντες τον 175ο και τον 176ο των πεσόντων για την Πατρίδα Τζαβελαίων. Ως αρχηγός της ενδόξου οικογενείας μας και ως Ανώτατος Αξιωματικός σε συγχαίρω για το κατόρθωμά σου!
Είμαι υπερήφανος για Σένα, τον άξιον υιόν μου, τον αντάξιον απογόνον ενδόξων προγόνων μας. Εύγε σου»

Από τη Σελίδα Φίλοι Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ"

Εγω εύχομαι στα 300 να κάνουμε παρέλαση στην Πόλη