Όπως οι αγωνιστές ήταν πνιγμένοι στον καπνό, στη σκόνη και στον ιδρώτα, μ' αλειμμένα τα πρόσωπα και τα χέρια απ' το μπαρούτι και με βραχνιασμένη την φωνή από τις πολλές κραυγές, μόλις γνώριζες τον φίλο σου και τον διάκρινες την ώρα του πολέμου. Άλλοι από τους Τούρκους που πελέκαγαν, άλλοι από τους σκοτωμένους και λαβωμένους Έλληνες που σήκωναν, άλλοι απ' 'οσους η μπόμπα ή το βόλι έπαιρνε πλάι τους κάποιον από την συντροφιά τους, φαίνονταν όλοι βουτηγμένοι στο αίμα από τα ποδάρια ως την κορυφή, σα μακελλάρηδες.  Το νερό της στέρνας, απ' όσους σκοτώνονταν απ' τα κανόνια του εχθρού εκεί σιμά, είχε καταντήσει ένα αλλόκοτο ανακάτεμα. Ότι κι αν ήθελες εύρισκες μέσα. Μυαλά, σωθικά, αίμα, κεφάλια... Κι οι Έλληνες έπιναν απ' αυτό κ' υπόμεναν μ' όλη την αδιαφορία. Γύριζαν μέσα στα ταμπούρια ωσάν λιοντάρια σε κλουβιά που ζητάνε να χυμήξουν να ξεσκίσουν, ν' απωλέσουν...
(Πηγή: "Μεσολόγγι Το Έπος της μεγάλης Πολιορκίας" Δημήτρη Φωτιάδη)



Μερικά τέτοια λιοντάρια στείλανε αντιπροσωπεία για βοήθεια στην Κυβέρνηση κι όταν έφτασαν στ' Ανάπλι οι Φιόγκοι τους ρώτησαν:
- Με ποιους είστε του λόγου σας με τους Κωλετικούς η τους Μαυροκορδατικούς;
Αυτοί που θα τους κοίταξαν με το λιονταρίσιο τους βλέμμα, τους αποκρίθηκαν:
- Με τους Έλληνες είμαστε που πολεμάνε Τούρκους.
Οι προετοιμασίες της Εθνοσυνέλευσης είχαν ξεκινήσει και το Μεσολόγγι με την στέρνα του την γεμάτη σπλάχνα και μυαλά, είχε περάσει στα αζήτητα. Από ανθρώπους μάλιστα αγωνιστές που μόλις χθες είχαν ζήσει τα δικά τους δράματα από το 1821 μέχρι το 1826. Πλήν ελαχίστων. Πόσο τραγικό! Πόσο θλιβερό! Από την άλλη οι άκαπνοι πολιτικοί και τα κόμματα μετρούσαν τις δυνάμεις τους. Ποιές δυνάμεις αλήθεια; Αυτές των λόγων, την ώρα που η Πατρίδα χανόταν.
Κι όταν έφτασαν λίγο αργότερα στ' Ανάπλι οι ρακένδυτοι μα εξαγνισμένοι Ημίθεοι, δεν χρειάστηκε πολύς καιρός για να ξαναλερωθούν από τους ρυπαρούς υπηρέτες της διχόνοιας και της ιδιοτέλειας.

Απρίλιος. Μήνας Μεσολογγίου.

Κώστας Τζαβέλλας