AP Images

Γράφει ο Νίκος Μελέτης Δημοσιογράφος

 

Λάθος μήνυμα στέλνει η ΕΕ στην Τουρκία σε ό,τι αφορά στα Ελληνοτουρκικά, καθώς δίνεται η εντύπωση ότι αρκεί η αποκλιμάκωση, από την ένταση που η ίδια προκάλεσε και στην οποία η κάθε πλευρά δίνει διαφορετικό περιεχόμενο, προκειμένου να πάρει πράσινο φως από την Ελλάδα και να προχωρήσουν ανεμπόδιστα οι ευρωτουρκικές σχέσεις, που αποκτούν όλο και περισσότερο οικονομικό ενδιαφέρον για την Άγκυρα.

Οι ευρωτουρκικές σχέσεις βρίσκονται σε ένα κρίσιμο μεταίχμιο, όπου η αυταρχική στροφή του καθεστώτος Ερντογάν, ο επεκτατικός  ηγεμονικός ρόλος που διεκδικεί σε περιφερειακό επίπεδο η Τουρκία  πολύ συχνά σε αντίθεση με τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις της Δύσης, η εργαλειοποίηση του προσφυγικού, ο αναθεωρητισμός εις βάρος κρατών μελών, ρίχνουν βαριά τη σκιά τους σε μια σχέση την οποία όμως όλοι  θέλουν να διατηρήσουν καθώς προτιμούν ακόμη και μια τέτοια Τουρκία  να την έχουν δίπλα, παρά απέναντι.

Για  την ίδια την Άγκυρα η οποία με την στήριξη των Γερμανών  μπορεί να παίζει  το χαρτί του εκβιασμού, είναι  εξαιρετικής σημασίας οικονομικής αλλά και πολιτικής, να αποσπάσει μια σειρά ανταλλάγματα από την Ε.Ε.

Δίνει σημασία φυσικά στην βοήθεια για τους πρόσφυγες, δίνει σημασία στην απελευθέρωση της βίζας, αλλά το κρίσιμο για την  Τουρκία και την τουρκική οικονομία είναι η αναθεώρηση της Τελωνειακής Ένωσης, που θα ανοίξει την τουρκική αγορά των 75 εκατομμυρίων στην ευρωπαϊκή αγορά των 300 εκατομμυρίων Ευρωπαίων, στις Υπηρεσίες, τα αγροτικά προϊόντα και στη συμμετοχή σε δημόσιους διαγωνισμούς.

Όλα αυτά προφανώς και δεν είναι  εύκολο να προχωρήσουν από τη μια ημέρα στην άλλη.

Σε μια Ευρώπη που ορθά απειλείται με μέτρα ένα κράτος μέλος, η Ουγγαρία για την προώθηση ομοφοβικών νόμων, στην Ευρώπη που μια ομάδα τριών Βαλτικών κρατών με τη σύμπραξη της Πολωνίας για λόγους που έχουν να κάνουν και με το ιστορικό παρελθόν αλλά και με τη διατήρηση ενός προνομιακού ρόλου ως «μετώπου» απέναντι στην Ρωσία, μπλοκάρουν κάθε επαφή της ΕΕ με τον μεγαλύτερο στρατηγικό εταίρο-γείτονα, τη Ρωσία, δεν μπορεί η Ε.Ε. στην περίπτωση της Τουρκίας να κλείνει τα μάτια.

Και αυτό φυσικά αφορά και την Αθήνα και τη Λευκωσία που δεν μπορεί  να δώσουν «λευκή επιταγή» στην Α. Μέρκελ και στον Τ. Ερντογάν  για να διαμορφώσουν την μελλοντική ευρωτουρκική σχέση, που θα παραβλέπει κρίσιμα ζητήματα που αφορούν την ίδια την ασφάλεια των κρατών μελών.

Τα Συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής   αναφέρονται γενικώς στο «στρατηγικό ενδιαφέρον της ΕΕ για ένα σταθερό και ασφαλές περιβάλλον στην Ανατολική Μεσόγειο» και για την ανάπτυξη μιας σχέσης συνεργασίας και αμοιβαία επωφελούς σχέσης».

Και επίσης «χαιρετίζει την αποκλιμάκωση στην Ανατολική Μεσόγειο, η οποία πρέπει να διατηρηθεί σύμφωνα με τη δήλωση των μελών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 25ης Μαρτίου 2021».

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο  επαναλαμβάνει ότι θα συνεργασθεί με την Τουρκία για μια σειρά ζητήματα με «σταδιακό, αναλογικό και αναστρέψιμο τρόπο».

Σε ό,τι αφορά στην Κύπρο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπενθυμίζει τα προηγούμενα συμπεράσματά του και τονίζει ότι «παραμένει πλήρως δεσμευμένο για την ολοκληρωμένη διευθέτηση του Κυπριακού στη βάση μιας δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα, σύμφωνα με τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ».

Επίσης γίνεται ειδική αναφορά για  τα Βαρώσια καθώς τα Συμπεράσματα υπογραμμίζουν την «σημασία του καθεστώτος των Βαρωσίων και ζητεί τον πλήρη σεβασμό των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, ιδίως των ψηφισμάτων 550, 789 και 1251» .

Όμως αποφεύγει να καταλογίσει ευθύνες που θα ενοχλούσαν την Τουρκία, καθώς «εκφράζει τη λύπη του που η άτυπη συνάντηση στη Γενεύη υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών δεν άνοιξε το δρόμο για επανέναρξη των επίσημων διαπραγματεύσεων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα συνεχίσει να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στη στήριξη της διαδικασίας». Μια  αναφορά ουδέτερη που αποκρύπτει ποιος ήταν ο λόγος της κατάρρευσης της διαδικασίας.

Είναι  γεγονός  ότι το ευρωπαϊκό χαρτί απέναντι στην Τουρκία έχει αποδυναμωθεί για την Ελλάδα και λόγω της χαλάρωσης του τουρκικού ενδιαφέροντος για πλήρη ένταξη και λόγω της στάσης των κρατών μελών που θέλουν μια ήρεμη και α λα καρτ σχέση με την Τουρκία.

Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα και η Κύπρος φυσικά, θα πρέπει να παραδώσουν και τα διπλωματικά όπλα που παραμένουν στο τραπέζι.

Η πρόταση του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, Αλ. Τσίπρα, για διασύνδεση της αναθεώρησης της Τελωνειακής Ένωσης με την υποχρέωση της Τουρκίας να  συνάψει συνυποσχετικό με την Ελλάδα και να το καταθέσουν στη Χάγη, είναι  υπερβολική και θέλει να βάλει ψηλά  τον πήχη  για την κυβέρνηση, είναι όμως και αμφιλεγόμενη, καθώς θα μπορούσε να γυρίσει μπούμερανγκ στην Ελλάδα με την πίεση και των εταίρων να στρέφεται στη χώρα μας, επειδή θα «αρνείται» να υπογράψει συνυποσχετικό το οποίο πιθανόν θα προτείνει η Τουρκία  περιλαμβάνοντας και όλες τις  μονομερείς διεκδικήσεις της εναντίον της Ελλάδας.

Επίσης  μάλλον δεν θα βρει ευήκοα ώτα στην Ε.Ε., ένα τέτοιο αίτημα.

Αντιθέτως όμως οφείλει ακόμη και τώρα η κυβέρνηση πριν αρχίσει η συζήτηση για την αναθεώρηση της Τελωνειακής Ένωσης να   συνδέσει και αυτή την διαδικασία αλλά και τον γενικότερο διάλογο με την Τουρκία, με συγκεκριμένα θέματα.

Με κορυφαίο φυσικά την άρση του casus belli ή ακόμη και την αποδοχή εκ μέρους της Τουρκίας του κοινοτικού κεκτημένου με την υπογραφή της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).

 Δεν μπορεί και δεν πρέπει να συνεχισθεί η ευρωτουρκική σχέση με πλήρη απουσία βασικών αναφορών τόσο στην ανάγκη διακοπής της επιθετικής πολιτικής εναντίον κρατών μελών (που δεν περιορίζεται φυσικά μόνο στο εάν το Oruc Reis έχει παραμείνει επί εξάμηνο σε τουρκικά χωρικά ύδατα), όσο και στην ανάγκη επίδειξης εποικοδομητικής στάσης για τη λύση του Κυπριακού.

Όμως δεν μπορεί να εμφανίζεται πλέον στα Κοινοτικά κείμενα ότι αυτό που ζητά η Ελλάδα από την Τουρκία, είναι η «αποκλιμάκωση», απλώς να κρατά το Oruc Reis μακριά από το Καστελόριζο.

Ούτε  φυσικά να δίνεται η ευκαιρία στην Τουρκία να εμφανίζει ως μέρος της αποκλιμάκωσης, τη μη διεξαγωγή ελληνικών ασκήσεων ή την εξαίρεση από ελληνικές ασκήσεις των νησιών που υποτίθεται είναι  σε καθεστώς αποστρατικοποίησης… Πιθανότατα θα αποδειχθεί πολύ δύσκολο να πεισθούν εταίροι όπως οι Γερμανοί  να  αποδεχθούν τέτοιους όρους στη διαδικασία των ευρωτουρκικών διαπραγματεύσεων.

Όμως η σίγουρα χαμένη μάχη, είναι  εκείνη που δεν δίνεται.