Του Υποστρατήγου ε.α. Κωνσταντίνου Αργυροπούλου

Στην εφημερίδα «Το Βήμα» της 9ης Μαΐου 2021 περιείχετο δημοσίευμα του καθηγητού του Kings College του Λονδίνου Roderick Beaton με τίτλο «Ό,τι και να κατορθώνει ο Έλληνας πάντα κρίνεται με το κριτήριο των αρχαίων προγόνων». Με την ευκαιρία των 200 χρόνων από της επαναστάσεως του 1821 και πρόσφατες εκδόσεις δύο περί Ελλάδος βιβλίων του, ο καθηγητής ομολογεί, ότι η Ελληνική Επανάστασις διαχέει σε Ευρωπαϊκή αλλά και σε παγκόσμιο κλίμακα την σημασία, που πρέπει να ληφθεί στο γεγονός της κρισίμου καμπής της αλλαγής από την παλαιά Ευρώπη των αυτοκρατοριών, των πολλών εθνοτήτων, προς την επικράτησιν του μοντέλου του συγχρόνου έθνους/κράτους. Υπογραμμίζει την πρωτοπορία των Ελλήνων σε ό,τι ακολουθήθηκε αργότερα για να οικοδομηθούν τα ευρωπαϊκά έθνη/κράτη.

            Με αφορμή την επισήμανση αυτή του διακεκριμένου καθηγητού εμείς με ένα αναζητητικό ενδιαφέρον και ένα εύλογο ερευνητικό πνεύμα θα επιχειρή- σουμε να εισχωρήσουμε στο εσωτερικό του λαβυρίνθου της κοινωνιολογίας της γνώσεως. Σκοπός μας έστω η κάποια επαφή με εκφράσεις και διατυπώσεις ιδεών, οι οποίες δρώσες με ελιγμούς σκέψης και αποφάνσεις επί αξιολογήσεων σε  ιστορικά δεδομένα μας διευκολύνουν στο να αποσαφηνίσουμε γνησιότητες ταυτοτήτων. Ταυτοτήτων  σχετιζομένων με το ζήτημα του «ποίοι είμαστε» και τί με τις ενέργειές μας προσδοκούμε να προκύψει για ένα παραδεκτόν εθνικόν όφελος.

            Η σύγκριση με τους αρχαίους μας προγόνους προϋποθέτει αριθμόν αναλογικοτήτων και ίσως-ίσως αλγοριθμικούς κατατακτηρίους κανόνες, διότι οι τότε εποχές με τα δικά τους προγεγενημένα κοινωνιογραφικά γνωρίσματα, οι αρχαίες πολιτισμικές βαθμίδες, εκείνες οι παρθενικές επιστήμες και η προεισόδιος τεχνολογία δεν επιτρέπουν συμμετρίες και σχέσεις επιθυμητής αρμονίας.

            Παρά ταύτα, τα πρότυπα είναι πρότυπα και δεν δίνουν περιθώρια για άλλες ερμηνείες, κυρίως όταν έχουμε τα ιστορημένα στοιχεία και το γραπτώς ευαπόδεικτον των έργων και ημερών των αρχαίων προγόνων. Ουδεμία αμφισβήτησις υπάρχει, ότι οι αρχαίοι πρόγονοι ήσαν άνθρωποι με χαρακτήρα ανήσυχον και εξερευνητικόν. Διεγείροντο από την πρόκληση του μυστηρίου, του μυθικού, του αγνώστου. Δι’ ὃ και ο ειρηνικός -οικονομολογικής και επομένως και πολιτισμικής υφής- επεκτατισμός τους. Κυριάρχησαν στην θάλασσα. Ολόκληρη η Μεσόγειος και ο Εύξεινος Πόντος εθεωρούντο οικείοι υδάτινοι χώροι. Οι ακτές τους επεκτεταμένες Ελληνικές. Έρευνες δεικνύουν, ότι το 17% των Γάλλων ανιχνεύεται στους Φωκαείς, το 37% των Σικελών και το 20% των Ιταλών του Νότου εξικνούνται στους αρχαίους μας προγόνους. Κάποιες συγγένειες DNA με περιοχή της σημερινής Σουηδίας ίσως οφείλονται στις πιθανολογούμενες εξόδους των αρχαίων στους ωκεανούς εκείθεν των Ηρακλείων στηλών.

            Το κέρδος αυτής της εξαπλώσεως των Ελλήνων ήτο η προαγωγή των μοντέλων αναπτύξεως των παλαιχθόνων μητροπολιτικών πόλεων/κρατών στην ελληνική χερσόνησο και στις απέναντι ακτές της Ιωνίας. Αυτές οι πόλεις/κράτη με την αποικιακή τους πολιτική ωφελούντο από την σύναρσιν της κοινής προσπαθείας μετά των εταιρικών παραγόντων, οι οποίες δεν είναι άλλοι από τις οικονομικές/πολιτισμικές κεραίες της γεωγραφικής αυτής εξαπλώσεως. Αυτές οι πόλεις/κράτη δεν διεκρίνοντο από ένα κοινό αισθητήριο, όπως οι σημερινές τερμινολογίες καθορίζουν τα χαρακτηρίζοντα ένα έθνος/κράτος στοιχεία. Ωστόσο διεκατείχοντο από μίαν αδιαμφισβήτητον συναίσθησιν, μίαν ολοπαγή συνείδησιν, ότι μεταξύ των αυτές οι πόλεις/κράτη συνεβίουν, ως μία όμαιμη, ομόγλωσση, ομόφυλη και ομόφρων προ των αλλοίων εχθρών οικογένεια.

            Ο αρχαίος Ελληνικός πολιτισμός είναι ανεγνωρισμένος υφ’ απασών των επιστημονικών κοινοτήτων του κόσμου ωσάν η πηγή του Δυτικού Πολι- τισμού, ωσάν η απαρχή του υπερόχου λόγου. Ενός λόγου με την αξιοσπούδαστη ικανότητα να διαχέει στον κόσμο συναρπαστικές πτυχές δυνατοτήτων καθώς και έννοιες περίπλοκες και εκλεπτυσμένες∙ άλλοτε φιλοσοφικές και άλλοτε κρίσεις επιτακτικές και απαιτούσες θέσεις ορθολογικές. Είναι η εποχή και το κατάλληλο γεωγραφικό διαμέρισμα της γνωστής τότε οικουμένης, όπου θριαμβεύει η λογική, όταν έχει να αντιμετωπίσει την υπερβατική πραγματικότητα.

            Αμέτρητες είναι οι σχολές ερμηνείας αυτής της ξεχωριστής μεταξύ των αρχαίων λαών οντότητας∙ αυτής της κλασσικής Ελλάδος. Είναι η ευεξήγητη πληθώρα αξιών και εννοιών, η αποδιδομένη στους αρχαίους Έλληνες. Είναι αυτή η ερμηνεία, που κατευθύνει τους μελετητές στο να απορροφήσουν και εκμά- θουν το πνευματικό υλικό ώστε η παγκόσμιος ιστορία προελεύσεως να λάβει μορφή συνδυαστικής τεχνικής συλλογισμών και συνακολούθως αποδιδομένης ως φιλοκόσμου συμπεριφοράς και ανθρωπισμού. Είναι οι μελετητές των αρχαίων Ελλήνων οι αυστηροί κριτές των σημερινών Ελλήνων, διότι έχουν την εικόνα των ιχνών της ιστορίας από την ώρα που ο homo sapiens τακτοποιεί την σοφία του, την απαντωμένη στα σπουδαστήρια, ως η θεμελίωσις της ελλογιμότητος υπό της Ελληνικής Γραμματείας, ως η ιδεωδώς εύγονος γλώσσα, ως η ευθύφρων πολιτική, ως η ευκλεής ιστορία, ως η ευρετική τεχνολογία, ως η εύτακτος επιστήμη, ως η ευσύμβολος τέχνη, ως η πολεμική αρετή των Ελλήνων και ως οι απείρου μεγέθους συνιστώσες της δομής της περιωνύμου Ελληνικής φυλής.

            Αυτή η διακεκριμένη κοινότητα έχει καταγραφεί σαν η συλλογική μνήμη των όσων επιμορφώνονται μέσω της ιστορίας, ως η σημαντική οντότης, όπου εάν δεν υπήρχαν οι γραπτές και οι απτές αποδείξεις θα μπορούσε αυτή η κοινότητα να είχε δελτιωθεί ωσάν η χρηστοεπής παραδοσιακή αναζωογόνηση μιας «μυθικής ιστορίας».

            Και διερωτώμεθα, τί είναι εκείνο το κεντρίζον σημείο του κυρίου Roderick Beaton να διατείνεται, ότι τα όσα και τα όποια κατορθώματα των σημερινών Ελλήνων έχουν κριτήριον κρίσεως τους αρχαίους προγόνους;

            Η δημιουργία έθνους/κράτους, ως αποτέλεσμα της εξεγέρσεως των ομογενών μέσα στο ασύναρθρο, ασθενές και εν πολλοίς πλημμελώς ελεγχόμενον Οθωμανικόν σουλτανάτον, θεωρείται στο προ δύο αιώνων Ευρωπαϊκό σύστημα ηγεμονιών ως ένα αντιβαίνον κατόρθωμα και πλήττον το τότε ισχύον γεωπολιτικόν status. Αλλ’όμως δεν είναι μόνον η αρχική σύστασις ενός κράτους/έθνους το κριτήριον επιβεβαιώσεως μιας καταξιωμένης φυλής. Είναι και το κατά πόσον αυτή η φυλή είναι σε θέσιν να διατηρήσει το δημιουργηθέν έθνος/κράτος σε «κυρίαρχον έθνος/κράτος» σε επίπεδο πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και με εθνικόν προσανατολισμόν.

            Και το ερώτημα τίθεται βασανιστικό σε όσους εκ των σημερινών Ελλήνων κάνουν τον κόπο και διαλογίζονται επί αριθμού διαποριών. Ο σκεπτικισμός των συνήθως περιστρέφεται γύρω από το κατά πόσον μπορεί ο Έλληνας, ο οποίος ναι μεν είναι απόγονος εξ αποδείξεως DNA αρχαίων Ελλήνων, ωστόσο αυτό δεν εξασφαλίζει και το, ότι και σήμερα βρίσκεται στο βάθρο των πρωταγωνιστών του παγκοσμίου πολιτισμικού γίγνεσθαι. Αυτή η διαπίστωσις επιβεβαιώνεται -και όχι άνευ αιτίας- από τον εκπεφρασμένο τόνο υποτιμήσεως μέχρις οικτιρμού και ενίοτε περιφρονήσεως εκ μέρους των πρώην αγροίκων ευεργετηθέντων Λατίνων, Φράγκων, Σαξόνων κ.α.

            Και ας μη τεθεί υπό αμφισβήτησιν η στάσις αυτή των ξένων. Οι άνθρωποι, οι διαθέτοντες την κοινή λογική αναγνωρίζουν τους γεωπολιτικώς υπερέχοντας από το κατά πόσον είναι πειστικοί με την οικονομική, στρατιωτική, διπλωματική, πολιτισμική κλπ ισχύ των καθώς και με το μέγεθος των μέσων επιβολής της βουλήσεώς των. Και αυτή η ισχύς επιβεβαιώνεται με το ανένδοτον στις διεκδικήσεις των και με την εμμονή των στους στρατηγικώς τεθειμένους εθνικούς των σκοπούς. Και ασφαλώς οι όσοι διαθέτουν εθνικήν αυτοπεποίθησιν για το αψευδές και το απεριόριστον των δυνατοτήτων και της εθνικής των ισχύος δεν καταγίνονται σε πομφολυγώδεις δηλώσεις περί κεκτημένης ισχύος ούτε σε ρητορική μέσω των media, η οποία ρητορική προκαλεί γέλωτα στους επαΐοντες και ανησυχία στους προσηλωμένους στην ιδέα του καλώς πράττειν και πορεύεσθαι της πατρίδος των.

            Κοινή είναι η διαπίστωσις, ότι ο σημερινός Έλληνας παρουσιάζει μία χαρακτηρολογική μετάλλαξη. Έχει εισέλθει σε ένα στάδιον εξελίξεως, όπου η νεωτερικότητα της ιδιότητος και των γνωρισμάτων ανθρωπολογικά θεωρουμένη αποκαλύπτεται, ότι δεν έχει αναγνωρίσιμα σύνορα. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες πορεύεται μεταβαλλόμενος ακολουθώντας αριθμόν κοινωνικών και πεποιθησιακών προτάσεων μιας νέας αντιλήψεως, η οποία καθαιρεί τα θεμελιώδη σημεία εθνικής προελεύσεως αλλά και κάθε νέας κρηρονομητέας παραλλαγής. Όχημα, που εξυπηρετεί τους σκοπούς της μεταλλάξεως είναι η κοινωνική μηχανική. Αποτέλεσμα του επιβαλλομένου αυτού στρουκτουραλισμού είναι η μεταστροφή ενδιαφερόντων ή και η ταξινόμησις αυτών σε βασικά, ανεκτά και υποφερτά. Ένα παράδειγμα βασικού ενδιαφέροντος του σημερινού Έλληνος είναι το «ραδίως ζην». Το ραδίως ζην είναι αντίθετον του χαλεπώς ζην, το οποίον -συν τοις άλλοις- υποδηλούται και σαν αρνητικός παράγων του δημογραφικού της χώρας.

            Ο Έλληνας ευτυχεί με την σκέψη, ότι δεν είναι επιθυμητή η εμπλοκή του σε τεκνοποιΐες και τεκνοτροφίες. Ο καταναλωτισμός είναι ελκτικότερη ιδέα, όπως άλλωστε και η κάθε μορφής και εκτάσεως διασκέδαση. Το κυριαρχούν motto  είναι «να περνάμε καλά». Η σκέψη για συλλογική προσπάθεια εις πίστωσιν μιας γεραράς πατρίδος προκαλεί ένα σύνδρομο δυσφορίας και συνεπώς και απομάκρυνσιν κάθε περί πατρίδος ιδέας προσφοράς.

            Αυτές οι διαπιστώσεις είναι συναγερτικές και δηλώνουν κατηγορηματικά, ότι η γνώσις, η λογική, η συνείδησις, το συναίσθημα και η ηθική του σημερινού ανθρώπου διολισθαίνει προς άγνωστα παράγωγα κάποιας ευαγγελιζομένης ευδαιμονίας. Ο άνθρωπος παρεκκλίνει ασυναίσθητα -λόγω πνευματικής του υπνώσεως- από τις σταθερές της φυσικής των αξιών, των παραδοσιακών αρετών και των άλλων γνωρισμάτων της κεκτημένης παιδείας, ώστε η ψυχική του ωρίμαση να πορεύεται με βραδύτητα συγκρινομένη με τους ταχείς ρυθμούς κινήσεως της επιστήμης και της τεχνολογίας. Τούτο σημαίνει, ότι η ψυχική ωρίμαση περι- θωριοποιείται ἀφ᾽ ἧς  ο σημερινός άνθρωπος επιλέγει να πορευθεί με εφόδιο την αφάνταστη γνώση και την τεχνολογία, επεμβαίνοντας στην εξέλιξη, αποκλειστικά της δικής του ζωής και μόνον αυτής. Κατ’ αυτή την έννοια επόμενον είναι να διαχωρίζει την ακαμψία των νοημάτων των αξιών από τους υπ’αυτόν τεθέντας φουτουριστικού τύπου εξολορθολογισμούς.

            Σύμφωνα λοιπόν με τα παλαιά ειωθότα ο σημερινός άνθρωπος μπορεί να έχει κατορθώσει να αλλοιώσει τις συμπεριφορές και αυτής ακόμη της φύσεως δια της επιστήμης και της τεχνολογίας αλλά παραμένει -ως προς τους κανόνες του ορθού και του πρέποντος- απελπιστικά ανώριμος. Και μέσα στα νεφελώματα της αδιαφορίας του ο Έλληνας δεν φαίνεται να ανησυχεί για θέματα που αφορούν στην διατήρηση αυτής της προτύπου πτυχής της Ελληνικής Ιστορίας, η οποία σφραγίστηκε με το Σύνταγμα της Επιδαύρου την 1η Ιανουαρίου 1922, όπου η Ελλάς επί τέλους και για πρώτη φορά ονομάστηκε Ελλάς και οι Έλληνες… Έλληνες. Σήμερα ακόμη και εμείς οι ίδιοι αμφισβητούμε ότι προερχόμαστε από τους αρχαίους Έλληνες. Τόση είναι η ετεροφροσύνη που μας έχει εμβολιαστεί στους εγκεφάλους μας από κάποιους εθνομηδενιστές ψευτοεπιστήμονες. Δεν ανησυχούμε για τον Τούρκο, ο οποίος αιωνίως επαγρυπνεί για να αδράξει την όποια προσφερθησομένη ευκαιρία για να επαναλειτουργήσει την παγία ιδέα ενεργείας του∙ δηλαδή την αναβίωση όχι ακριβώς της παλαιάς Οθωμανικής αυτο- κρατορίας αλλά μιας Τουρκικής υπερδυνάμεως. Μιας καθαρά τουρκικής υφάνσεως οντότητος αφού πρώτα -και σύμφωνα με την σχεδίασή του- εθνοκαθάρει τα κατακτηθησόμενα εδάφη από αλλοεθνείς και αλλοδόξους.

            Ο Έλληνας δεν ανησυχεί για το γεγονός, ότι υπάρχει μία ανατροπή πληθυσμιακής αναλογίας στον ελλαδικό χώρο, η οποία προς το παρόν εξελίσσεται με αριθμητική πρόοδο υπέρ των λαθραίως διεισδυόντων αλλοφύλων και αλλοδόξων και ουδόλως αφομοιωσίμων ένεκα της αμαχήτου ισλαμικής των πίστεως. Αργότερον αυτή η πρόοδος θα μετεξελιχθεί σε γεω- μετρική, διότι η υπογεννητικότης τών Ελλήνων και η υπεργεννητικότης τών μη Ελλήνων, θα αλλάξει τα εγνωσμένα και η Ελλάς θα μετατραπεί σε μία γεωγραφική περιοχή ουδεμίαν σχέσιν έχουσα με την πάλαι κραταιά Ελλάδα. Την Ελλάδα για την δημιουργία της οποίας θυσιάστηκαν εκείνοι που πίστεψαν σ’αυτή και οι οποίοι όντως θεωρούσαν εαυτόν απόγονον εκείνων των Ελλήνων, τους οποίους η παγκόσμιος ιστορία εκθειάζει τόσον, όσον πεντακάθαρα το εξηγεί ο Άγγλος καθηγητής νομικής Ερρίκος Μάϊν, δηλαδή «αν εξαιρέσουμε τους τυφλούς νόμους της φύσεως, τίποτε σε αυτόν τον κόσμο δεν κινείται που να μην έχει ελληνική καταγωγή».

            Συνεπώς ας κάνουμε τον κόπο να ερωτήσουμε ο κάθε ένας μας τον εαυτόν του. Γιατί τα παιδιά μας δεν έχουν τις ίδιες ανησυχίες και αρκούνται στο να επωφελούνται από τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η ευμάρεια; Γιατί να υπερισχύει το κίνητρο που δημιουργεί το brain drain, όπου είναι σίγουρο, ότι μόνον ένα 20% θα επιστρέψει κάποτε στην μητέρα πατρίδα ενώ το υπόλοιπο 80% ήδη μας απαντά, ότι θεωρεί πατρίδα τον όποιον του «δίνει ψωμί»; Γιατί εμείς οι ψηφοφόροι δεν πιέζουμε αυτούς που εμείς επιλέξαμε να μας υπηρετούν, ώστε αυτό το «ψωμί» να το χορηγεί η γενέτειρα πατρίς;  Γιατί παρατηρούμεν απαθώς και με περισσή πολιτική ορθότητα και χωρίς να αντιδρούμε -δημοκρατικῷ τῷ τρόπῳ- όταν σαφώς και αντιλαμβανόμεθα, ότι η Ελλάδα εξαρθρώνεται ένεκα αντιφατικών επιχωρίων και εξωγενών συμφερόντων με επι- καρπωτές την οικονομική και πολιτική elite;

            Όμως, γιατί οι ξένοι επιμένουν και θέλουν να μας κρίνουν με τα κριτήρια των αρχαίων; Ίσως επειδή έχουν εμπεδωμένη μία βεβαιότητα. Ότι χωρίς τους Έλληνες ο δυτικός πολιτισμός θα ήταν διαφορετικός. Θα ήταν αφαιρετικός, τμηματικός, συμβλητός, άγονος, ανεπαρκής, άτονος, ασθενής. Όταν αυτοί οι Ευρωπαίοι μετά τις ευεργετικές πολιτισμικές επιδράσεις εκ μέρους των Ελλήνων έζησαν σε κάποιους σκοτεινούς χρόνους επιδημίες, οικονομικές συμφορές, πολέμους και διοικητικές, ηθικές και θρησκευτικές καταστροφές κατόρθωσαν να μην αφανισθούν για πάντα. Πίστευαν, όπως πιστεύουν και οι Έλληνες κατά την ψυχή, ότι τίποτε δεν χάνεται, όταν είναι μεγάλο και καλά στερεωμένο μέσα στους αιώνες.

            Αυτός ο πολιτισμός επιβιώνει έστω και λαβωμένος αλλά ακατάλυτος, όπου ισχυρά μένει η ελπίδα, ότι ο πολιτισμός αυτός θα επανοικοδομηθεί. Θα ορθοποδήσει.

            Ο Ελληνικός Πολιτισμός δεν πρέπει να εκληφθεί σαν απολίθωμα. Το απολίθωμα είναι άψυχο και δεν αναπαράγεται. Ας το υπομιμνήσκουμε λοιπόν, επί καθημερινής βάσεως, σ’ αυτούς που μας κυβερνούν, ώστε να μην κοπεί ο ομφάλιος λώρος με τους αρχαίους μας προγόνους, οι οποίοι αδιαλείπτως μας κατευθύνουν σε ένα δημιουργικό μέλλον, ως καθήκον κληρονόμων του φωτός στον φυσικόν τούτον κόσμον