Παρακολουθώντας αεροπορικές επιθέσεις των ΗΠΑ κατά των Ταλιμπάν στα βουνά Τόρα Μπόρα, στο Αφγανιστάν, τον Δεκέμβριο του 2001. Erik de Castro / Reuters

Δύο δεκαετίες λαθών, λανθασμένων κρίσεων, και συλλογικής αποτυχίας

Γράφει ο P. Michael McKinley*

Καθώς το Αφγανιστάν έπεσε στα χέρια των Ταλιμπάν, η χιονοστιβάδα κατηγοριών και ξεκάθαρων καταδικαστικών καταγγελιών κατά της αποχώρησης των αμερικανικών στρατευμάτων από την κυβέρνηση Μπάιντεν στο Αφγανιστάν έχει γίνει ανελέητη. Ο πρώην Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, στρατηγός H.R. McMaster, αντήχησε τα συναισθήματα πολλών όταν δήλωσε ότι το Αφγανιστάν είναι «ανθρωπιστικό πρόβλημα στα σύγχρονα σύνορα μεταξύ βαρβαρότητας και πολιτισμού» και ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν την βούληση «να συνεχίσουν την προσπάθεια προς το συμφέρον όλης της ανθρωπότητας». 

Αυτό που συμβαίνει είναι μια τρομερή τραγωδία, αλλά η ευθύνη δεν μπορεί να αποδοθεί σε κανέναν ξεχωριστά. Το σύντομο χρονοδιάγραμμα της κυβέρνησης Μπάιντεν για αποχώρηση, που συνδέεται με την 20ή επέτειο της 11ης Σεπτεμβρίου και στη μέση της περιόδου των μαχών, ήταν λάθος. Αλλά η κατάσταση επί τόπου είναι το αποτέλεσμα δύο δεκαετιών λανθασμένων υπολογισμών και αποτυχημένων πολιτικών που ακολούθησαν τρεις προηγούμενες κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της αποτυχίας των ηγετών του Αφγανιστάν να κυβερνήσουν για το καλό του λαού τους. Πολλοί από τους επικριτές που μιλούν τώρα ήταν αρχιτέκτονες αυτών των πολιτικών.

Τα ευρύτερα ερωτήματα σχετικά με το γιατί το Αφγανιστάν βρίσκεται σε αυτή την κρίσιμη στιγμή υπονομεύουν τις προσπάθειες να δικαιολογηθεί ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» όπως διεξήχθη στην χώρα για δύο δεκαετίες. Κατά την διάρκεια των τριών και πλέον ετών [της θητείας] μου στην Καμπούλ, μεταξύ 2013 και 2016 (συμπεριλαμβανομένης εκείνης ως πρέσβυς των ΗΠΑ από το 2014 έως το 2016), μου έγινε φανερό το πόσο μεγάλες ήταν οι προκλήσεις για την στρατηγική των ΗΠΑ. Παρόλο που είχαμε σε μεγάλο βαθμό επιτυχείς στο να εξαλείψουμε την Αλ Κάιντα στην χώρα και στο να μειώσουμε τον κίνδυνο των τρομοκρατικών επιθέσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες, αποτύχαμε στην προσέγγισή μας στην αντιεξέγερση, στην αφγανική πολιτική, και στην «οικοδόμηση έθνους». Υποτιμήσαμε την ανθεκτικότητα των Ταλιμπάν. Και παρερμηνεύουμε τις γεωπολιτικές πραγματικότητες της περιοχής.

Είναι καιρός να αντιμετωπίσουμε τα γεγονότα: μια απόφαση για την καθυστέρηση της αποχώρησης των αμερικανικών δυνάμεων για ένα ή δύο χρόνια δεν θα είχε τελικά καμία διαφορά στις αφόρητα θλιβερές συνέπειες στο έδαφος στο Αφγανιστάν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να δεσμευτούν για το Αφγανιστάν επ' αόριστον, με κόστος δεκάδες δισεκατομμύρια το χρόνο, με λίγες ελπίδες να οικοδομήσουν πάνω στα εύθραυστα κέρδη σε μια χώρα με αδύναμη διακυβέρνηση, με τις συνθήκες επί του πεδίου μάχης να διαβρώνονται, και με την βεβαιότητα ότι πολλές περισσότερες αμερικανικές ζωές θα χάνονταν καθώς οι Ταλιμπάν στόχευαν ξανά αμερικανικές δυνάμεις και διπλωμάτες.

Καθώς ξεκινούν το παιχνίδι απόδοσης ευθυνών και τις ασκήσεις επί των μαθημάτων που παραδόθηκαν, είναι επίσης καιρός για τους επικριτές της αποχώρησης να αντιμετωπίσουν με σαφήνεια τις λανθασμένες κρίσεις και τις ελλείψεις της επέμβασης στο Αφγανιστάν που μας οδήγησαν σε αυτό το σημείο -και να αναγνωρίσουν ότι η ευθύνη για ό, τι πήγε λάθος πρέπει να μοιραστεί ευρέως.

Η ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ

Υπό το φως της ταχείας κατάληψης της μιας αφγανικής πόλης μετά την άλλη από τους Ταλιμπάν τις τελευταίες ημέρες, ίσως η πιο εντυπωσιακή αμερικανική λανθασμένη κρίση είναι η συνεχής υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων των Αφγανικών Δυνάμεων Εθνικής Άμυνας και Ασφάλειας (Afghan National Defense and Security Forces, ANDSF). Ακόμη και χωρίς τακτική αμερικανική στρατιωτική υποστήριξη, οι ANDSF θα έπρεπε να είναι σε θέση να υπερασπιστούν μεγάλες πόλεις και κρίσιμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Όπως έχουν επισημάνει πολλοί παρατηρητές, οι ANDSF στα χαρτιά ήταν σημαντικά μεγαλύτερες και πολύ καλύτερα εξοπλισμένες και οργανωμένες από τους Ταλιμπάν. Οι Αφγανικές Ειδικές Δυνάμεις συγκρίνονταν με τις καλύτερες στην περιοχή. Μέχρι τον Μάρτιο του 2021, οι ενημερώσεις από τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών για τους αξιωματούχους της κυβέρνησης Μπάιντεν προειδοποιούσαν ότι οι Ταλιμπάν θα μπορούσαν να καταλάβουν το μεγαλύτερο μέρος της χώρας σε δύο έως τρία χρόνια -όχι σε λίγες εβδομάδες.

Αυτή η υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων των ANDSF ήταν σταθερή μετά το τέλος του «κύματος» [αύξησης] των αμερικανικών δυνάμεων μεταξύ 2009 και 2011. Οι εξαμηνιαίες παρουσιάσεις του Υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ στο Κογκρέσο υπογράμμιζαν τακτικά την αυξανόμενη επαγγελματικότητα και ικανότητα μάχης του Αφγανικού στρατού. Η «Έκθεση για την Πρόοδο προς την Ασφάλεια και την Σταθερότητα στο Αφγανιστάν» του Δεκεμβρίου 2012 ήταν χαρακτηριστική, όπου υπογραμμιζόταν ότι οι αφγανικές δυνάμεις πραγματοποιούσαν το 80% των επιχειρήσεων και είχαν στρατολογήσει με επιτυχία αρκετούς Αφγανούς για να καλύψουν το εγκεκριμένο ανώτατο όριο των 352.000 στρατιωτών και αστυνομικών. Η «Έκθεση για την Πρόοδο προς την Ασφάλεια και την Σταθερότητα στο Αφγανιστάν» του Νοεμβρίου 2013 προχώρησε περαιτέρω: «Οι αφγανικές δυνάμεις ασφαλείας είναι τώρα επιτυχείς στο να παρέχουν ασφάλεια στους ανθρώπους, δίνοντας τις δικές τους μάχες», και θα μπορούσαν να διατηρήσουν τα κέρδη «που επιτεύχθηκαν από έναν συνασπισμό 50 χωρών με τις καλύτερα εκπαιδευμένες και εξοπλισμένες δυνάμεις στον κόσμο». Μέχρι το 2014, οι αφγανικές δυνάμεις «ηγήθηκαν στο 99% των συμβατικών επιχειρήσεων και στο 99% των ειδικών επιχειρήσεων» και παρέμειναν «μόλις κάτω από το πλήρες εξουσιοδοτημένο επίπεδο των 352.000 ατόμων [προσωπικού άμυνας και ασφάλειας]». Ακόμη και όταν η κατάσταση επιδεινώθηκε, μια έκθεση του 2017 περιέγραψε τις ANDSF ως «γενικά ικανές να προστατεύσουν μεγάλα πληθυσμιακά κέντρα ... και να απαντήσουν στις επιθέσεις των Ταλιμπάν».

Μόνο τα τελευταία χρόνια οι εκθέσεις άρχισαν να αντικατοπτρίζουν μια πιο ανησυχητική πραγματικότητα. Το 2017 και ξανά το 2019, υπήρχαν αναφορές ότι δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες-«φάντασμα» έβγαιναν από τους καταλόγους -υποδηλώνοντας ότι δεν υπήρχαν ποτέ κοντά στους 330.000 στρατιώτες για να πολεμήσουν τους Ταλιμπάν, πόσω μάλλον 352.000. Η έκθεση του Υπουργείου Άμυνας τον Δεκέμβριο του 2020 προς το Κογκρέσο σημείωσε ότι μόνο «περίπου 298.000 άτομα των ANDSF ήταν επιλέξιμα για αμοιβή», υπονοώντας το επαναλαμβανόμενο πρόβλημα με τους στρατιώτες-«φαντάσματα» και τις λιποταξίες.

Ο Ειδικός Γενικός Επιθεωρητής για την Ανασυγκρότηση του Αφγανιστάν (Special Inspector General for Afghanistan Reconstruction, SIGAR) επισήμανε επίσης τακτικά προβλήματα παρακολούθησης εξοπλισμού και μισθών. Η σπατάλη, η απάτη, και η κακή διαχείριση των πόρων που προορίζονταν να μεταμορφώσουν τον αφγανικό στρατό υπονόμευσαν περαιτέρω την ικανότητα μάχης του ANDSF. Το μέτρο της σπατάλης και της απάτης ανέρχεται σε δισεκατομμύρια δολάρια, με την διαφθορά να αφορά συχνά ανώτερους αξιωματούχους της αφγανικής κυβέρνησης. Ο SIGAR κατάφερε όντως να αποκαλύψει πολλά από αυτά, αλλά έπρεπε να γίνουν περισσότερα για να σταματήσουν.

ΤΟ ΔΙΑΒΡΩΤΙΚΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Στο πεδίο της μάχης από το 2013 και μετά, οι Ταλιμπάν φάνηκε να κερδίζουν έδαφος κάθε χρόνο σε αυτό που ονομάστηκε «διαβρωτικό αδιέξοδο» στην διάλεκτο της Ουάσινγκτον -ακόμη και με τον θάνατο του ιδρυτή των Ταλιμπάν, Μουλά Ομάρ, το 2013, την δολοφονία του διαδόχου του το 2016, και τους βαρύτερους συμμαχικούς βομβαρδισμούς στον πόλεμο το 2018-19.

Οι σπόροι για αυτό το διαβρωτικό αδιέξοδο σπάρθηκαν νωρίς. Η αποτυχία επένδυσης στην αστυνομία και τον στρατό του Αφγανιστάν τα πρώτα χρόνια μετά το 2001 σήμαινε απώλεια πολύτιμου χρόνου για την δημιουργία μιας ικανής πολεμικής δύναμης όταν οι Ταλιμπάν βρίσκονταν σε άμυνα. Η δημιουργία μιας αεροπορίας δεν είχε προτεραιότητα για περισσότερο από μια δεκαετία˙ η εκπαίδευση μιας νέας γενιάς Αφγανών πιλότων ξεκίνησε μόλις το 2009 και ήταν πιο αργή από όσο ήταν απαραίτητο λόγω της απόφασης μετάβασης του αφγανικού στόλου από τα ρωσικά σκάφη στα Black Hawks. Και ενώ η αφγανική αεροπορία είχε πρόσφατα θεωρηθεί σχετικά αποτελεσματική, κάθε επιτυχία υπονομεύτηκε από την απόφαση φέτος να αποσυρθούν οι χιλιάδες συμβασιούχοι που παρείχαν συντήρηση και υποστήριξη για τις επιχειρήσεις, καθώς οι σύμβουλοι των ΗΠΑ άρχισαν να αποχωρούν το 2019.

Πράγματι, η αποτυχία μεταφοράς των υπηρεσιών των 18.000 συμβασιούχων που συνεργάστηκαν με τον αφγανικό στρατό -ή η παροχή οικονομικών εγγυήσεων για την κάλυψη των εξόδων- αποδείχθηκε βλαβερή για την κυβέρνηση της Καμπούλ, αν και είναι τώρα ασαφές το εάν οι ANDSF θα είχαν πολεμήσει ακόμη και διαθέτοντας αυτήν την υποστήριξη. Αυτές οι υπηρεσίες ενδέχεται να είχαν διατηρήσει την ροή υλικοτεχνικής υποστήριξης στις ANDSF στο πεδίο και την συντήρηση της αφγανικής αεροπορίας παρά την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων. Αντ' αυτού, η σε μια νύχτα αναχώρηση των ΗΠΑ από την Αεροπορική Βάση Bagram, ένα βασικό σημείο εφοδιαστικής, θα γίνει ένα διαρκές σύμβολο της στρατιωτικής μας αποτυχίας στο Αφγανιστάν. (Η αποτυχία διατήρησης μιας ικανότητας logistics [στμ: επιμελητείας] είχε μια άλλη συνέπεια: την παρεμπόδιση της εκκένωσης του προσωπικού της πρεσβείας και δεκάδων χιλιάδων Αφγανών, πέρα από απλώς τους διερμηνείς, οι οποίοι συνεργάστηκαν με τον αμερικανικό στρατό, την διπλωματική αποστολή, και προγράμματα βοήθειας).

Εν τω μεταξύ, η αντιεξεγερτική στρατηγική που υιοθετήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν απέδειξε ποτέ μια ικανότητα να επιφέρει σταθερά κέρδη. Όπως είπε σε συνέντευξή του ο πρώην αρχηγός ΓΕΕΘΑ, Mike Mullen, την προηγούμενη εβδομάδα, αντιτάχθηκε στην παράταση του κύματος [αυξημένου στρατιωτικού προσωπικού] των ΗΠΑ μετά το 2011 επειδή «αν δεν είχαμε σημαντική πρόοδο ή δεν δείχναμε σημαντική πρόοδο κατά την διάρκεια 18 μηνών ή περίπου τόσο, τότε είχαμε λάθος στρατηγική και χρειαζόμασταν πραγματικά να επανυπολογίσουμε». Ωστόσο, μέχρι την απόφαση της απόσυρσης, ένας τέτοιος επανυπολογισμός δεν έγινε ποτέ.

Χρόνο με τον χρόνο, οι Αφγανοί στρατιώτες περνούσαν μήνες χωρίς αμοιβή και χωρίς τα απαραίτητα εφόδια για να αμυνθούν. Πιο πρόσφατα, οι πρωτεύουσες των επαρχιών δεν φάνηκε να έχουν ενισχυθεί επαρκώς, παρόλο που ήταν σαφές πριν από 18 μήνες ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες σκόπευαν να αποσύρουν τα στρατεύματά τους εντός ενός έτους από την συμφωνία της Ντόχα που συνήψε η κυβέρνηση Τραμπ με τους Ταλιμπάν τον Φεβρουάριο του 2020. Καθώς η προέλαση των Ταλιμπάν εντάθηκε τις τελευταίες εβδομάδες, οι Αφγανοί στρατιώτες επίσης εγκαταλείφθηκαν από τους διοικητές και τους πολιτικούς ηγέτες τους, οι οποίοι επί πάνω από 20 χρόνια απέτυχαν οικτρά να κερδίσουν εθνική αφοσίωση. Είναι εντυπωσιακό το πόσο ανίκανη ήταν η κυβέρνηση του Αφγανιστάν να εκφράσει οποιαδήποτε συνεγερτική φωνή για το έθνος καθώς οι άμυνές του κατέρρεαν. Αυτό το περιβάλλον εξηγεί το γιατί οι ANDSF δεν πολέμησαν τις τελευταίες ημέρες.

Μια άλλη εσφαλμένη εκτίμηση έχει σχέση με την αδυναμία των περιφερειακών πολέμαρχων. Από το 2001, υπήρχε μια ευρεία υπόθεση ότι αυτοί οι πολέμαρχοι διοικούσαν χιλιάδες ένοπλους οπαδούς που θα μπορούσαν να κινητοποιηθούν γρήγορα εναντίον των Ταλιμπάν. Τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η εθνική αφγανική κυβέρνηση πίστευαν ότι αυτό όντως συνέβαινε και φιλοξένησαν συχνά βάρβαρους τοπικούς ηγέτες ως αποτέλεσμα. Η πτώση της Sheberghan, προπύργιο του πρώην αντιπροέδρου (και παραβάτη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων) Abdul Rashid Dostum˙ της Χεράτ, προηγουμένως υπό τον έλεγχο του πρώην ηγέτη των Μουτζαχεντίν Ismail Khan˙ και της Mazar-e Sharif, προηγουμένως υπό τον Atta Nur, αποκαλύπτουν πόσο βαθιά εσφαλμένη ήταν αυτή η υπόθεση. Ο Αφγανός πρόεδρος, Ashraf Ghani, ζήτησε βοήθεια από αυτούς τους πολέμαρχους, μόνο για να διαπιστώσει ότι δεν είχαν δυνάμεις να συγκεντρώσουν -ένα λυπηρό σχόλιο για την κατάσταση της εθνικής κυβέρνησης, του στρατού, και της ανάγνωσης των ΗΠΑ για μια κατακερματισμένη αφγανική πολιτική πραγματικότητα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες υπερεκτίμησαν επίσης την ικανότητά τους να αντιμετωπίσουν έναν άλλο παράγοντα που υπονόμευσε θεμελιωδώς την πολεμική προσπάθεια: τα καταφύγια των Ταλιμπάν στο Πακιστάν. Για χρόνια, οι ηγέτες των ΗΠΑ ζητούσαν την υποστήριξη της Ισλαμαμπάντ για μια ειρηνική επίλυση του πολέμου στο Αφγανιστάν. Απέτυχαν˙ η Ισλαμαμπάντ ενδιαφερόταν περισσότερο να διατηρήσει ανοιχτές τις επιλογές της για το Αφγανιστάν. Ωστόσο, ακόμη και μετά τον εντοπισμό του κρυμμένου στην Αμποταμπάντ, εγκεφάλου της 11ης Σεπτεμβρίου και ηγέτη της Αλ Κάιντα, Οσάμα Μπιν Λάντεν, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατήρησαν στενούς δεσμούς με το Πακιστάν, δεδομένης της ευρύτερης περιφερειακής σημασίας της χώρας.

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να νικηθεί μια εξέγερση που έχει διασυνοριακά καταφύγια . Η ηγεσία των Ταλιμπάν στην Quetta και την Peshawar συγκέντρωνε κεφάλαια, σχεδίαζε επιθέσεις, και στρατολογούσε χωρίς εμπόδια. Η αφγανική κυβέρνηση ζήτησε επανειλημμένα την βοήθεια του Πακιστάν για το κλείσιμο των βάσεων των Ταλιμπάν. Ωστόσο, ο υπουργός Εσωτερικών του Πακιστάν παραδέχτηκε τον Ιούλιο του 2021 ότι οικογένειες Ταλιμπάν ζούσαν στα προάστια της Ισλαμαμπάντ.

ΛΑΘΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΦΓΑΝΙΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Γιατί απέτυχε να εμφανιστεί μια αποτελεσματική αφγανική κυβέρνηση για πάνω από 20 χρόνια; Οι Ηνωμένες Πολιτείες σίγουρα προσπάθησαν να βοηθήσουν στην δημιουργία μιας τέτοιας. Οι προσπάθειές μας να επιβάλουμε ένα Δυτικό δημοκρατικό μοντέλο στο Αφγανιστάν, αρχικά στην διάσκεψη της Βόννης το 2001 και μέσω της συγγραφής του εθνικού συντάγματος, συνεχίστηκαν για δύο δεκαετίες.

Ο πρώην Αφγανός πρόεδρος, Χαμίντ Καρζάι, παραπονιόταν συχνά για την έντονη πολιτική επιρροή των ΗΠΑ. Τέτοιες «παρεμβολές» συχνά φάνηκαν να κρατούν την αφγανική πολιτική σε τροχιά -αλλά με απρόσμενες συνέπειες. Όταν ο Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, ο τότε ειδικός αντιπρόσωπος των ΗΠΑ για το Αφγανιστάν και το Πακιστάν, προσπάθησε να επηρεάσει τις εκλογές του 2009, πέτυχε όχι να σταματήσει μια νίκη του Καρζάι αλλά μόνο να μετατρέψει τον Αφγανό πρόεδρο σε εχθρό. Το 2014, όταν ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Τζον Κέρι μεσολάβησε για μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας καθώς επίκειτο η απειλή εμφύλιων συγκρούσεων, το αποτέλεσμα ήταν ένας άβολος πολιτικός συμβιβασμός, μεταξύ του προέδρου Γκανί και του αμφισβητία του, Abdullah Abdullah, που δεν διευθετήθηκε ποτέ. Στις επόμενες προεδρικές εκλογές, το 2019, ψήφισαν λιγότερα από δύο εκατομμύρια Αφγανοί, έναντι οκτώ εκατομμυρίων μόλις πέντε χρόνια πριν. Το αμφισβητούμενο αποτέλεσμα δύσκολα έδειχνε ότι η δημοκρατία του Αφγανιστάν εδραιώθηκε σε μια εποχή που η απειλή των Ταλιμπάν αυξανόταν.

Μέχρι την στιγμή που οι ηγέτες της κυβέρνησης ενότητας επισκέφθηκαν την Ουάσινγκτον για να συναντήσουν τον πρόεδρο Τζο Μπάιντεν τον Ιούνιο του 2021, η ενότητα δεν υπήρχε παρά μόνο κατ’ όνομα και το προεδρικό μέγαρο του Γκανί απομονωνόταν ολοένα και περισσότερο. Ωστόσο, πολλοί στην Ουάσινγκτον συνέχισαν να υποθέτουν κάτι που έμοιαζε με κοινό σκοπό σχετικά με την επικείμενη απειλή των Ταλιμπάν.

Η εθνική πολιτική ηγεσία του Αφγανιστάν δεν συνεργάστηκε ποτέ για το πώς να πολεμήσει καλύτερα τους Ταλιμπάν. Υπήρχαν εντάσεις μεταξύ των περιφερειακών διαμεσολαβητών και της Καμπούλ, και μεταξύ των Παστούν και των μειονοτήτων των Τατζίκων, των Χαζάρων και των Ουζμπέκων. Τόσο ο Καρζάι όσο και ο Γκανί διαχειρίστηκαν την εθνοτική εκπροσώπηση μέσω ενός συστήματος λαφύρων και όχι με την προώθηση ενός κοινού εθνικού οράματος. Και οι προσπάθειες των ΗΠΑ να εντοπίσουν, ακόμη και να επιλέξουν, ηγέτες σε Υπουργεία πέτυχαν μόνο την υπονόμευση της ανεξαρτησίας και της νομιμότητας της αφγανικής κυβέρνησης.

Αντίθετα, οι Ταλιμπάν αποδείχθηκαν ανθεκτικοί όχι μόνο ως στρατιωτική και τρομοκρατική οργάνωση αλλά και ως πολιτικό κίνημα. Μετά το 2001, οι Ταλιμπάν συνέχισαν να απολαμβάνουν λαϊκής υποστήριξης σε μέρη του Αφγανιστάν και διατήρησαν την ικανότητα να συγκεντρώνουν δεκάδες χιλιάδες νεαρών Αφγανών πιστών. Ακόμη και κατά την διάρκεια του «κύματος» [της αύξησης] των αμερικανικών στρατευμάτων το 2009-11, οι Ταλιμπάν αποδείχθηκαν ικανοί να εξελιχθούν. Οι προσπάθειες της αφγανικής κυβέρνησης να συμφιλιωθεί με τους Ταλιμπάν από το 2010 και μετά αντιπροσώπευαν μια σιωπηρή αποδοχή της πολιτικής και στρατιωτικής τους σημασίας στο Αφγανιστάν. Η απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να διαπραγματευτούν επίσημα με τους Ταλιμπάν το 2018, και των ξένων κυβερνήσεων να υποδεχθούν τους απεσταλμένους των Ταλιμπάν μετά την συμφωνία της Ντόχα του Φεβρουαρίου 2020, αντικατοπτρίζει αυτή την πραγματικότητα.

Ερμηνεύσαμε λανθασμένα τους Ταλιμπάν όταν τους πολεμούσαμε˙ επίσης διαβάσαμε λάθος την πιο πρόσφατη δέσμευσή τους να διαπραγματευθούν την ειρήνη καθώς έδειχναν να αντιπαλεύουν στη Ντόχα με την κυβέρνηση Γκανί αφότου συνήψαν συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες για το χρονοδιάγραμμα αποχώρησης. Ποτέ δεν είχαν καμία πρόθεση να φτάσουν σε μια διευθέτηση. (Η αντίληψη ότι οι Ταλιμπάν έχουν αλλάξει φαίνεται ακόμη πιο αφελής τώρα, με δεδομένες τις ανησυχητικές εικόνες που προέκυψαν από την τρέχουσα κατάληψη [της εξουσίας]). Ωστόσο, αυτή η πρόθεση καθρεφτίστηκε κατά κάποιο τρόπο από τις Ηνωμένες Πολιτείες: ο τελικός στόχος των Αμερικανών διαπραγματευτών ήταν να δημιουργήσουν τις συνθήκες για μια ομαλή αποχώρηση των ΗΠΑ. Οι Ταλιμπάν το ήξεραν πάντα αυτό.

Τώρα, οι απειλές για άρνηση της διεθνούς αναγνώρισης καθώς οι Ταλιμπάν κατέλαβαν την Καμπούλ με την βία σημαίνουν ελάχιστα. Οι ηγέτες των Ταλιμπάν δεν ανησυχούν για το αν οι Ηνωμένες Πολιτείες τούς αναγνωρίζουν ως κυβέρνηση˙ άλλοι διεθνείς δρώντες πιθανότατα θα το κάνουν, ό,τι κι αν θέλει η Ουάσινγκτον.

Μια άλλη σειρά λανθασμένων εκτιμήσεων και λαθών σχετίζονται με τις αμερικανικές φιλοδοξίες όταν πρόκειται για «οικοδόμηση έθνους». Για τους Αμερικανούς αξιωματούχους, πολλά από αυτά που έγιναν φάνηκαν να λειτουργούν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εργάστηκαν για να υποστηρίξουν μια αντιπροσωπευτική κυβέρνηση, να ενισχύσουν τη νομοθετική εξουσία, και να προμηθεύσουν τόσο έναν βαθμό ασφάλειας όσο και την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών. Οι προσπάθειές τους μεταμόρφωσαν την αφγανική εκπαίδευση, με εκθετική αύξηση του αριθμού των κοριτσιών [που πηγαίνουν] στο σχολείο και των γυναικών στο πανεπιστήμιο και σε χώρους εργασίας. Τα πολιτικά δικαιώματα κωδικοποιήθηκαν και δημιουργήθηκαν ελεύθερος Τύπος και [ανεξάρτητη] δικαστική εξουσία. Εκατομμύρια πρόσφυγες επέστρεψαν στο Αφγανιστάν τα χρόνια μετά το 2001.

Ακόμα και με αυτές τις επιτυχίες, υπερπουλήσαμε τα κέρδη. Κάναμε λιγότερα από όσα μπορούσαμε να κάνουμε για την διαφθορά, συνεργαζόμενοι εν γνώσει μας με ανώτερα κυβερνητικά και στρατιωτικά στελέχη που οι απλοί Αφγανοί θεωρούσαν υπεύθυνους για δωροληψίες και παραβιάσεις πολιτικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το πρόγραμμά μας για την καταπολέμηση των ναρκωτικών ήταν μια τεράστια αποτυχία: η παραγωγή παπαρούνας συνέχισε να αυξάνεται κατά το μεγαλύτερο μέρος της τελευταίας δεκαετίας, με το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα να εκτιμά 37% αύξηση στα υπό καλλιέργεια στρέμματα το 2020. Η ελπίδα ότι η οικονομική ανάπτυξη του Αφγανιστάν θα επιτρέψει τελικά στην κυβέρνηση να καλύψει τις δικές της δαπάνες προωθήθηκε χρόνο με τον χρόνο σε συνέδρια δωρητών, παρόλο που αυτό σαφώς δεν θα συνέβαινε στο άμεσο μέλλον. Τα μεγαλεπήβολα έργα άργησαν: χρειάστηκαν 15 χρόνια για να εγκατασταθεί μια νέα τουρμπίνα στο φράγμα Kajaki, ένα σύμβολο της αμερικανικής γενναιοδωρίας προς το Αφγανιστάν την δεκαετία του 1950.

ΠΟΙΟΣ ΕΧΑΣΕ ΤΟ ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ;

Τον Φεβρουάριο του 2021, η Ομάδα Μελέτης του Αφγανιστάν με εντολή του Κογκρέσου κυκλοφόρησε με τις συστάσεις της για το μέλλον. Τόνισε την σημασία της συνεχιζόμενης υποστήριξης προς το αφγανικό κράτος και τον λαό˙ της συνεχιζόμενης διπλωματίας για την υποστήριξη μιας ειρηνευτικής διαδικασίας˙ της συνεργασίας με περιφερειακούς συμμάχους˙ και της επέκτασης της παρουσίας των αμερικανικών στρατευμάτων για να επιτρέψουν την ολοκλήρωση των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων στη Ντόχα. Όλες οι πολιτικές εκτός από μια ίσχυαν πριν και μετά την δημοσιοποίηση της έκθεσης, αλλά δεν έκαναν τίποτα για να σταματήσουν την κατάρρευση που βλέπουμε τώρα. Η επιβίωση του αφγανικού κράτους δεν θα έπρεπε να εξαρτάται αποκλειστικά από την συνέχιση της παρουσίας αμερικανικών στρατευμάτων.

Υπάρχει ένα σαγηνευτικό επιχείρημα που χρησιμοποιούν οι επικριτές της απόσυρσης: ότι ένα Αφγανιστάν υπό διακυβέρνηση Ταλιμπάν θα γίνει ξανά καταφύγιο τρομοκρατικών ομάδων που απειλούν την ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό το επιχείρημα είναι μια εκ των υστέρων αναγνώριση ότι καταφέραμε να μειώσουμε την απειλή από το Αφγανιστάν σε ελάχιστα επίπεδα -το αρχικό σκεπτικό για την παρέμβαση των ΗΠΑ. Η θυσία, ωστόσο, ήταν σημαντική: πάνω από 1 τρισεκατομμύριο δολάρια, οι θάνατοι 2.400 Αμερικανών στρατιωτικών (και χιλιάδων συμβασιούχων), και περισσότεροι από 20.000 τραυματίες Αμερικανοί.

Ίσως η αναβίωση μιας τρομοκρατικής απειλής να αναπτυχθεί πιο γρήγορα υπό μια μελλοντική κυβέρνηση Ταλιμπάν από όσο θα το έκανε αλλιώς. Αλλά το να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι αυτό το αποτέλεσμα απαιτεί επ’ αόριστον παρουσία αμερικανικών στρατευμάτων θα σήμαινε ότι τα αμερικανικά στρατεύματα θα πρέπει επίσης να αναπτυχθούν επ' αόριστον σε πολλά άλλα μέρη του κόσμου όπου τα παρακλάδια του Ισλαμικού Κράτους (επίσης γνωστού ως ISIS) και της Αλ Κάιντα δραστηριοποιούνται σε μεγαλύτερο βαθμό από όσο στο Αφγανιστάν και αποτελούν μεγαλύτερη απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Επιπλέον, οι δυνατότητες των ΗΠΑ να παρακολουθούν και να χτυπούν τρομοκρατικές ομάδες αυξήθηκαν εκθετικά από το 2001.

Τελικά, η απόφαση της Ουάσινγκτον να αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα δεν είναι ούτε η μόνη ούτε καν η πιο σημαντική εξήγηση για αυτό που εξελίσσεται στο Αφγανιστάν σήμερα. Η εξήγηση βρίσκεται σε 20 χρόνια αποτυχημένων πολιτικών και στις ελλείψεις της πολιτικής ηγεσίας του Αφγανιστάν. Μπορούμε ακόμη να ελπίζουμε ότι εμείς στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα καταλήξουμε σε μια δηλητηριώδη συζήτηση για το «ποιος έχασε το Αφγανιστάν». Αλλά αν το κάνουμε, ας αναγνωρίσουμε ότι ήμασταν όλοι εμείς.

*Ο P. MICHAEL MCKINLEY ήταν πρέσβυς των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν την περίοδο 2014-16. Έχει επίσης διατελέσει πρέσβυς των ΗΠΑ στην Βραζιλία, την Κολομβία, και το Περού και ως ανώτερος σύμβουλος του υπουργού Εξωτερικών, Μάικ Πομπέο.