Του Εφ. Υπίλαρχου Ιωάννη Κάλυμνου

«Την ημέρα που θα ξημερώσει, και θα είναι η τελευταία σας σε αυτή την γη, κοιτάξτε καλά τον άνδρα που είναι δίπλα σας, τον σύντροφό σας. Όταν θα έρθει η ώρα να βρεθείτε απέναντι από τον εχθρό πολεμήστε για εκείνον, δοθείτε ψυχή και σώμα για τον αδερφό που έχετε δίπλα σας…» Με αυτά τα λόγια επέλεξε να εμψυχώσει ο Λεωνίδας τους συντρόφους του, το τελευταίο βράδυ της μάχης των Θερμοπυλών, λίγες ώρες πριν την τελευταία μάχη της ζωής τους.

Έφεδρος, μία λέξη που μέσα της κρύβει τόσα πολλά. Τι σημαίνει όμως πραγματικά; Επίσημα όλοι ανήκουμε στην εφεδρεία των Ενόπλων Δυνάμεων της Πατρίδας μας με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ο καθένας μας όμως βιώνει αυτή την ιδιότητα εντελώς διαφορετικά.

Για εμάς που επιλέξαμε να επενδύσουμε χρόνο, κόπο και μεράκι στην παραπάνω ιδιότητα, έφεδρος σημαίνει να ανήκεις, να είσαι μέλος μια οικογένειας, της Μονάδας σου, και να είσαι χρήσιμος σε αυτή. Σημαίνει να ζεις δύο ζωές ταυτόχρονα, αυτή του πολίτη-επαγγελματία-οικογενειάρχη αλλά και ταυτόχρονα αυτή του στρατιώτη. Όσοι ανήκουμε στην ενεργό εφεδρεία δίνουμε βαρύτητα και στις δύο ζωές μας, χωρίς να παραμελούμε καμία, ευτυχείς μάλιστα διότι η μία ιδιότητα στολίζει και συμπληρώνει την άλλη.Λαχταράμε να είμαστε έτοιμοι για όταν η Μονάδα μας, οι σύντροφοί μας, μας χρειαστούν και τότε σπεύδουμε να είμαστε δίπλα τους. Απολαμβάνουμε την καθημερινή μας ιδιότητα ως πολίτες με την γνώση ότι εκπληρώνουμε το χρέος μας προς την Πατρίδα με όλη μας την δύναμη και ότι συνεισφέρουμε στην προστασία του πιο πολύτιμου αγαθού: Του δικαιώματος και της «μαγκιάς» να ζεις μέσα στην δική σου Πατρίδα, μια Πατρίδα που ορίζεις, προστατεύεις και αγαπάς.

 

Για τον έφεδρο, οπλίτη ή αξιωματικό, ο στρατός δεν είναι κάτι το απρόσωπο και αφηρημένο. Για τον έφεδρο ο στρατός είναι η Μονάδα του, οι συνάδελφοί του, ο Διοικητής του. Για αυτούς θα προετοιμαστεί, για αυτούς θα θυσιάσει τον χρόνο και τα σαββατοκύριακα του, για αυτό και μόνο για να βρεθεί δίπλα τους. Αυτό που του δίνει δύναμη είναι η σκέψη ότι θα βρεθεί δίπλα σε ανθρώπους που τον εκτιμούν και τους εκτιμά, που θα χαμογελάσουν μόλις τον δουν να «μπαίνει μέσα» για να περάσει μία μέρα μαζί τους. Κανένα άλλο κίνητρο δεν είναι τόσο ισχυρό για να αφήσει την βόλη του όσο το να βρεθεί μαζί με ανθρώπους που θεωρεί την δεύτερη οικογένειά του, να βιώσει την Ιδέα που είναι για αυτόν η Μονάδα του. Ο έφεδρος ποθεί να έχει ρόλο και λόγο ύπαρξης, να αισθάνεται χρήσιμος και να προσφέρει με τις δικές του μοναδικές δεξιότητες, πάντα με ανιδιοτέλεια, για το καλό του συνόλου. Για τον έφεδρο ο στρατός ξεκινάει και τελειώνει στην Μονάδα του και στα πρόσωπα του προσωπικού της.

Εάν για κάποιο λόγο ο έφεδρος δεν έχει την δυνατότητα να είναι μαζί με τους συντρόφους του τότε νιώθει ένα κενό. Νιώθει πως στερείται την δυνατότητα να κάνει το χρέος του προς την Πατρίδα και πως στερείται την χαρά να ζήσει στιγμές αξιοζήλευτες μαζί με τους άνδρες του στα πεδία των ασκήσεων. Τίποτα όμως δεν είναι χειρότερο όσο η αίσθηση ότι δεν είναι πλέον απαραίτητος και ότι η πραγματικότητα τον έχει ξεπεράσει. Το παραπάνω συναίσθημα συγκλονιστικά περιέγραψε ο Κώστας Τριπολίτης μέσα από τους στίχους του «Ανεμολόγιου»:

«Έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε / είμαστε λέει το παρατράγουδο στα ωραία άσματα

και επιτέλους σκασμός οι ρήτορες πολύ μιλήσαμε / στο εξής θα παίζουμε σ' αυτό το θίασο μόνο ως φαντάσματα»

 

Βιώνουν όλοι έφεδροι τα παραπάνω συναισθήματα; Φυσικά και όχι, τα βιώνουν όμως αρκετοί για να κάνουν την διαφορά την κρίσιμη ώρα. Μια μαγιά εφέδρων οι οποίοι είναι ζωντανό κομμάτι της Μονάδας τους και οι οποίοι θα αποτελέσουν σημαντικό πολλαπλασιαστή ισχύος όταν και όπου απαιτηθεί.

 

Η Πατρίδα μας στηρίχθηκε στους εφέδρους σε κάθε νικηφόρα μάχη που έδωσε. Σήμερα, την ώρα που οι προκλήσεις αλλάζουν και διαφοροποιούνται το ίδιο οφείλουμε να κάνουμε και εμείς. Όποτε νικήσαμε το πράξαμε γιατί μια εμπνευσμένη ηγεσία κοίταξε στα μάτια τους ψυχωμένους στρατιώτες και τους είπε «πάμε» και αυτοί με χαμόγελο ανταποκρίθηκαν. Αυτό το πνεύμα του εφέδρου υπάρχει ακόμη και σιγοκαίει μέσα στις καρδιές όλων όσων πιστεύουν ότι πατρίδα μας δεν μπορεί να υπάρξει άλλη παρά μόνο αυτή που γεννηθήκαμε εμείς και οι πρόγονοί μας. Και όπως λέει και ο Νίκος Παπάζογλου στο «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ»:

 

«Καθένας είναι ένας που σύνορο πονά…»