Γράφει ο Ιωάννης Μπαλτζώης*

1 Διάλεξη στο ΕΛΙΣΜΕ την 4-11-21

Κανονικά θάπρεπε να αναφερόμαστε σήμερα για τους ήρωες του 1821. Θάπρεπε να μιλάμε για το Σούλι, το Κακοσούλι, τον Μάρκο Μπότσαρη, τον Λάμπρο Τζαβέλλα, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, τον Κατσαντώνη, τον Κολοκοτρώνη και τόσους άλλους. Αναφερόμαστε στον Αλή Πασά των Ιωαννίνων, γιατί το συνέδριο με τίτλο Ο Αλή Πασάς και η Εποχή του, που διοργάνωσε ο Δήμος Ιωαννίνων, υπό την αιγίδα της Επιτροπής του 21, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων αποτελεί προσβολή γιατί γίνεται εφέτος στην επέτειο των 200 χρόνων από την Επανάσταση. Αποτελεί ύβρι και προσβολή στην μνήμη των αγώνων του 1821, των ηρωικών νεκρών. Ιδιαίτερα δε σε μας τους Ηπειρώτες, που οι πρόγονοί μας βίωσαν την φρικιαστικότερη θηριωδία του τυράννου που διοίκησε την πατρίδα μας με τέτοια σκληρότητα, που ακόμη και σήμερα υπάρχουν μέρη που αποπνέουν τον φόβο και την φρίκη της εποχής του Αλή Πασά, όπως το κάστρο των Ιωαννίνων, ο πλάτανος στο γεφύρι της Άρτας, το Σούλι, η Πρέβεζα, το Ζάλογγο, η Μονή του Σέλτσου και τόσα άλλα.

Αν η φράση «Πασάς στα Γιάννενα» έχει σήμερα τη σημασία της καλοζωίας και της ξεγνοιασιάς, στα τέλη του 18ου – αρχές του 19ου αιώνα η αναφορά της και μόνο μπορούσε να προκαλέσει τρόμο σε χιλιάδες ανθρώπους. Γιατί ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων, ο επονομαζόμενος και Λέων της Ηπείρου, δεν ήταν ούτε σαν τους άλλους ανθρώπους ούτε καν σαν άλλους ηγεμόνες. Ο μισός ελλαδικός χώρος ταρασσόταν συθέμελα όταν εκείνος θύμωνε. Οι εχθροί του δεν έβρισκαν έλεος, αλλά ούτε και οι φίλοι. Ακόμη και η Υψηλή Πύλη στην Κωνσταντινούπολη τον υπολόγιζε και τον φοβόταν, ενώ στην Ευρώπη γεννιόταν ο θρύλος του. Ο Αλή Πασάς υπήρξε ο μακροβιότερος ηγεμόνας της Ηπείρου κατά την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ξεκίνησε τη δράση του ως αρχηγός μιας ληστοσυμμορίας, όπως και ο πατέρας του, και κατόπιν ως ο μεγαλύτερος σφαγέας των Ελλήνων, κατάφερε να αναδυθεί στην ιεραρχία και να αναλάβει το πασαλίκι των Ιωαννίνων.  Έμεινε στην ιστορία για τα βασανιστήρια και τη σκληρότητά του.

Τα Πρώτα Χρόνια

Ο Αλή Πασάς γεννήθηκε στο Τεπελένι γύρω στα 1740, εξού και το όνομα Τεπελενλής. Η μητέρα του ήταν η Χάμκω, ελληνικής καταγωγής και ελληνόφωνη, κόρη του Μπέη της Κόνιτσας. Η οικογένειά της εξισλαμίστηκε για να αποκτήσει προνόμια στην περιοχή. Οι πρόγονοι του Αλή Πασά είχαν παράδοση στη ληστρική δράση, η οποία ήταν σε έξαρση στην περιοχή τους. Τον ίδιο δρόμο ακολούθησε και ο Αλή, δημιουργώντας τη δική του συμμορία. Η δράση τους περιελάβανε ληστείες, ζώων κυρίως και πολέμους με άλλες ληστρικές ομάδες. Με αυτό τον τρόπο διεκδικούσε μια θέση στο σύστημα ασφαλείας των Οθωμανών. Ο πατέρας του διοίκησε το πασαλίκι του Δελβίνου για μικρό χρονικό διάστημα, καθότι πέθανε νέος. Μετά το θάνατο του πατέρα του, τα ηνία της οικογένειας ανέλαβε η μητέρα του, η ακόλαστη Χάμκω, έχοντας στο πλευρό της τον Αλή. Η Χάμκω ακολούθησε την παράδοση της περιοχής, όπου ήθελε σε περίπτωση χηρείας τη γυναίκα να γίνεται ο άντρας του σπιτιού. Η πρώτη γυναίκα του Αλή ήταν η Εμινέ κόρη του Καπλάν Πασά του Δελβίνου. Από αυτόν το γάμο απέκτησε τους δυο του γιους, τον Μουχτάρ και τον Βελή. Η Εμινέ έφυγε με αιφνίδιο θάνατο, πολλοί ιστορικοί πιστεύουν πως ο Αλή δολοφόνησε τη γυναίκα του.

Η Άνοδος στην Εξουσία

Την εποχή εκείνη, η άνοδος στην εξουσία προϋπέθετε ραδιουργίες και ίντριγκες. Προσπαθώντας να κερδίσει το πασαλίκι του Δελβίνου, ο Αλή συκοφάντησε τον πεθερό του στην Υψηλή Πύλη, λέγοντας πως βοήθησε στην επανάσταση των Χειμαριωτών. Αποτέλεσμα αυτής της συκοφαντίας ήταν ο αποκεφαλισμός του Καπλάν Πασά. Δεν κατάφερε όμως να αναλάβει ο Αλή το πασαλίκι, καθώς η Υψηλή Πύλη τοποθέτησε άλλους. Το 1776 ο Αλή συμμαχεί με τον Κουρτ Αχμέτ Πασά (κουρδικής καταγωγής), πασάς του Βερατίου Αλβανίας, προκειμένου να λάβει το αξίωμα του Δερβέναγα. Διορίστηκε Δερβέναγας μιας μεγάλης επικράτειας, η οποία περιλάμβανε τη νότια Αλβανία, τη Μακεδονία, την Θεσσαλία και την ανατολική Στερεά Ελλάδα. Μέσω αυτού του αξιώματος μπορούσε να διεισδύει στα πασαλίκια των άλλων και πολλές φορές να έχει περισσότερα δικαιώματα από τους ίδιους τους Πασάδες. Σε πολλές περιπτώσεις ο Αλή ήταν ο ληστής, αλλά και αυτός που έδινε τη λύση. Τη νύχτα έκλεβε και την ημέρα εγγυόταν πως θα επιστρέψει τα μισά, τα άλλα μισά τα κρατούσε για τον ίδιο. Αποδείχτηκε ικανός Δερβέναγας, καθώς διέλυσε τη ληστεία, με αποτέλεσμα η Υψηλή Πύλη να τον χρήσει Πασά στα Τρίκαλα. Τα Τρίκαλα όμως ήταν ένα μικρό χωριό και ο Αλή Πασάς ήταν φιλόδοξος.

Πασάς των Ιωαννίνων

Το 1778 υπήρχαν διαμάχες μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων στα Ιωάννινα και ο Αλή εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση. Συμμάχησε με τους χριστιανούς και ιδιαίτερα με τις αρχοντικές οικογένειες του Ζαγορίου. Προκειμένου να έχει και την στήριξη των Οθωμανών της πόλης έκανε ένα λευκό γάμο. Συμφώνησε με τον “Καλό Πασά” των Ασλάνιδων να παντρευτεί την εγγονή του, δίνοντας υπόσχεση πως θα σκοτώσει τους δολοφόνους του άντρα της. Έτσι, ενώ ο Πασάς των Ιωαννίνων Αληζότ (περιβόητος εραστής και μέγιστος μηχανορράφος) έλειπε από τα Γιάννενα σε στρατιωτική επιχείρηση, άρπαξε την εξουσία. Οι Ζαγορίσιοι μεσολάβησαν στην Υψηλή Πύλη, προκειμένου ο Αλή να πάρει το φιρμάνι.

Τα Σεράγια και τα Χαρέμια

Όταν η Υψηλή Πύλη αναγνώρισε τον Αλή ως Πασά των Ιωαννίνων, αυτός εγκαταστάθηκε στην ακρόπολη, γνωστό ως Ιτς Καλέ. Το Ιτς Καλέ βρίσκεται στο κάστρο των Ιωαννίνων και σήμερα θεωρείται το πιο ζωντανό αρχαιολογικό πάρκο της Ηπείρου. Ο όρος « Ιτς Καλέ» έχει τουρκική προέλευση και σημαίνει «εσωτερικό κάστρο». Μέσα στο Ιτς Καλέ βρισκόταν τα ανάκτορα του Αλή Πασά.Το κάστρο των Ιωαννίνων χτίστηκε τον 6ο αιώνα μ.Χ.. Χτίστηκε μέσα στα πλαίσια του σχεδίου του αυτοκράτορα Ιουστινιανού για την οχύρωση του βυζαντινού κράτους. Είναι το πιο αρχαίο βυζαντινό κάστρο, το οποίο την εποχή του Αλή Πασά αποτελούσε το μεγαλύτερο διοικητικό κέντρο ολόκληρης της Ελλάδας. Μέσα στο κάστρο αναπτύχθηκαν τα ελληνικά γράμματα και εκεί πέρασε ο Αλή Πασάς όλη του την ζωή. Αυτό το ιστορικής σημασίας κάστρο αποτελείται από τέσσερα τμήματα στον εξωτερικό περίβολο, στην ακρόπολη με το Ασλάν Τζαμί, στην ακρόπολη με το Ιτς Καλέ και στην Καστροπολιτεία η οποία ήταν η παλαιά πόλη των Ιωαννίνων. Κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου οι Ναζί συγκέντρωναν τα μέλη της εβραϊκής κοινότητας, που κατοικούσαν εντός του κάστρου, στο Ιτς Καλέ με σκοπό τον θάνατό τους. Εκεί υπήρχε το σεράι, το οποίο ήταν ένα μεγαλοπρεπές οικοδόμημα και σε αυτό πέρα από τα προσωπικά  διαμερίσματα του Αλή Πασά στεγάζονταν και ορισμένες διοικητικές υπηρεσίες. Το σεράι δεν ήταν μια απλή κατοικία, περιείχε λουτρά, αίθουσες αναψυχής, οντάδες και χώρους για τη διοίκηση και το στρατό. Ξακουστή είναι η αίθουσα υποδοχής, η οποία ήταν εντυπωσιακά και πλούσια διακοσμημένη. Διατηρούσε και ένα δεύτερο σεράι στα Λιθαρίτσια, κοντά στα σεράγια των γιων του.

Ο Αλή διατηρούσε τουλάχιστον τέσσερα χαρέμια στα Γιάννενα με 300 γυναίκες, ένα στο Τεπελένι με 60 και άλλα δύο μικρότερα στην Πρέβεζα και στην Κόνιτσα. Αποκαλούσε τις κοπέλες των χαρεμιών «οι τσούπρες μου» ή «οι βαγιοπούλες μου» και γνώριζε τα ονόματα όλων. Η αρπαγή νεαρών κοριτσιών από τα σπίτια τους σε όλη την επικράτεια, όπως επίσης αγοριών για τη διατήρηση ανδρικού χαρεμιού δίπλα στο γυναικείο, γινόταν από έμπιστους ανθρώπους του. Είχε οργανώσει άλλωστε ένα σκληρό αστυνομικό κράτος και ένα μοναδικό στην αυτοκρατορία δίκτυο καταδοτών και παρακολουθήσεων. Παρ’ ολίγον μάλιστα να καταλήξει «Γανυμήδης» (ή γιουσουφάκι, όπως λεγόταν) στο χαρέμι αγοριών του Αλή και ο μετέπειτα συνιδρυτής της Φιλικής Εταιρείας Αθανάσιος Τσακάλωφ. Τα κορίτσια σε αυτά έπαιζαν μουσική, τραγουδούσαν ή κεντούσαν και προέρχονταν από κάθε σημείο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και εκτός αυτής. Κάποιοι πατέρες φτωχών οικογενειών, έβαζαν μεσολαβητές για να δώσουν τις κόρες τους στο χαρέμι του Αλή Πασά, καθώς  πολλά κορίτσια τα προίκιζε και τους εξασφάλιζε και καλούς γάμους. Για παράδειγμα, η σύζυγος του Οδυσσέα Ανδρούτσου, καθώς και του Γεωργίου Καραϊσκάκη (από την Σκουληκαριά Άρτας) ήταν από τα κορίτσια του χαρεμιού. Ήταν δε ένδειξη μεγίστης εκτίμησης του Αλή Πασά προς τους άνδρες που εκτιμούσε, ή αναγνώριζε την αξία τους σε γενναιότητα και ευφυία.

Τα Έργα του Αλή Πασά

Κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο Αλή Πασάς φρόντισε όντως για την υποδομή του πασαλικίου του. Αναστύλωσε τα βυζαντινά τείχη και έκανε τα Γιάννενα απόρθητα. Το οδικό δίκτυο της Ηπείρου έγινε πολύ καλό για την εποχή του. Για τη διεκπεραίωση όμως των έργων εργάζονταν αμειβόμενοι ειδικοί τεχνίτες, αλλά και εξαναγκαζόμενοι πολίτες. Δηλαδή τα πλείστα των έργων του γινόταν με εξαναγκαστική εργασία των κατοίκων της κάθε περιοχής, με την απειλή της ζωής των αν αρνούνταν. Επί των χρόνων του Αλή Πασά χτίστηκαν και πολλές εκκλησίες-αρχιτεκτονικά στολίδια. Αυτό έχει σχέση και με τις παράξενες αντιλήψεις και αντιφάσεις του ιδίου, όπως θα δούμε παρακάτω. Τέλος, ο Αλή Πασάς είχε τη φήμη γεφυροποιού, καθώς ανεγέρθηκαν πολλά σημαντικά γεφύρια με διαταγή του. Η μορφή του αλλά και σκηνές από τη ζωή του συναντώνται όπου μπορεί να φανταστεί κανείς: από ζωγραφικούς πίνακες μέχρι απλοϊκά ιχνογραφήματα λαϊκών καλλιτεχνών, κεντήματα, τραπουλόχαρτα, ξυλόγλυπτα, πορσελάνες, χαλιά, κουτιά για καπνό, κοσμήματα, φιγούρες του Καραγκιόζη και αφίσες. Πρόκειται για όλα τα παρεπόμενα ενός θρύλου, έστω και τόσο αμφιλεγόμενου, στην ουσία ενός δικτάτορα, που όπως συμβαίνει ακόμη και σήμερα με τα απολυταρχικά καθεστώτα, όπου ο ηγέτης με την μορφή του και το φόβο που αποπνέει βρίσκεται παντού, σε όλο το φάσμα της ζωής των πολιτών του . Γιατί πράγματι ο Αλή Πασάς κυβέρνησε το κράτος του επί 33 χρόνια με σιδηρά πυγμή, σκληρότητα και αυταρχικότητα, χωρίς οίκτο, έχοντας απόλυτη δικαιοδοσία ζωής ή θανάτου στους υπηκόους του, την οποία πολύ συχνά χρησιμοποιούσε.

Η Κυρά Φροσύνη

Θα αναφερθώ εδώ , σε δύο γυναικεία πρόσωπά, που αποτελούν σημαντικά στοιχεία του θρύλου του και της ιστορίας του. Το ένα είναι η κυρά Φροσύνη, γνωστή για το κάλλος, την ευφυία και τους τρόπους της στα Γιάννενα της εποχής. Καταγόταν από αρχοντική οικογένεια και ήταν ανιψιά του Μητροπολίτη των Ιωαννίνων. Ήταν σύζυγος ενός μεγάλου εμπόρου, του Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος διατηρούσε δύο εμπορικούς οίκους στη Βιέννη και τη Βενετία και βρισκόταν συνεχώς σε ταξίδια. Κάποια στιγμή η Φροσύνη Βασιλείου συνδέθηκε ερωτικά με τον μεγάλο γιο του Αλή Πασά, τον Μουχτάρ. Πρόκειται για ένα μεγάλο και θυελλώδη έρωτα, τον οποίο δεν τον έκρυβαν, με αποτέλεσμα να το μάθει και η σύζυγος του Μουχτάρ, η οποία ζήτησε από τον Αλή Πασά να την τιμωρήσει όσο πιο σκληρά μπορεί, δηλαδή με θάνατο. Ο Αλή Πασάς προσπάθησε να αποφύγει την τιμωρία, καθώς θα δημιουργούσε σκάνδαλο λόγω της υψηλής καταγωγής της Φροσύνης και της συγγένειας της με το Μητροπολίτη. Έτσι την κάλεσε στο Σαράι, όπου συνάντησε την όμορφη Γιαννιώτισσα και της πρόσφερε πλούτη και δώρα, προκειμένου να χωρίσει το γιο του. Λέγεται πως ο ισχυρός Πασάς θαμπώθηκε από την ομορφιά της Φροσύνης και ζήτησε τον έρωτα της. Η Φροσύνη αρνήθηκε και εξοργισμένος ο Αλή αποφάσισε την τιμωρία της. Η κυρά Φροσύνη και δεκαεπτά ακόμα γυναίκες οδηγήθηκαν στη λίμνη, όπου τις έπνιξαν με την κατηγορία της μοιχείας. Πολλά τραγούδια γράφτηκαν για την ομορφιά, αλλά και για το μοιραίο τέλος της Φροσύνης.

Η Κυρά Βασιλική

Το άλλο σημαντικό πρόσωπο στην ζωή του Αλή Πασά ήταν η κυρά Βασιλική, η τελευταία σύντροφος του Αλή Πασά, η μεγάλη του αγαπημένη, ο μεγάλος του και τελευταίος έρωτας και η μόνη γυναίκα που αναπαυόταν στα πόδια της. Ο Αλή πήρε μέρος σε μια στρατιωτική επιχείρηση στη Θεσπρωτία, όπου και γνώρισε την δεκαπεντάχρονη τότε Βασιλική Κονταξή. Ο πατέρας της συνελήφθη, καθώς ήταν ο αρχηγός της συμμορίας που εξέδιδε πλαστό χρήμα. Λέγεται, πως η κυρά Βασιλική έφτασε στα Γιάννενα ξυπόλυτη για να παρακαλέσει τον Αλή Πασά να αφήσει τον πατέρα της ελεύθερο. Ο Πασάς την ερωτεύτηκε και την κράτησε πλάι του. Μια δεκαετία αργότερα ο Αλή Πασάς την παντρεύτηκε με χριστιανικό γάμο, όταν η Βασιλική ήταν 26 και αυτός 76 ετών.

Οι αντιφάσεις

Πολλά έχουν γραφτεί για τον Πασά των Ιωαννίνων. Επιλέγω τον χαρακτηρισμό που έγραψε το 1822, ο Γάλλος δημοσιογράφος Ζορζ Χόφμαν το 1822: Έγραψε ότι «Ο Αλή Πασάς είναι το ρομαντικότερο τέρας που γέννησε η Ιστορία και μία από τις ωραιότερες φρικαλεότητες που γέννησε η φύση». Όπως ακόμη αναφέρει, «όλη η ζωή του ήταν μια αντίφαση. Σούβλιζε ανθρώπους και ταυτόχρονα προσκυνούσε τα λείψανα του πατρο-Κοσμά. Κατέστρεφε ολόκληρα χωριά και παράλληλα έχτιζε χριστιανικές εκκλησίες. Αγαπούσε την πρώτη γυναίκα του, όμως προξένησε τον θάνατό της. Ντυνόταν πολυτελώς, ενίοτε όμως και με ρούχα ζητιάνου. Ήταν αμόρφωτος αλλά υποστήριζε την ελληνική παιδεία. Ήταν ατρόμητος στη μάχη αλλά έτρεμε τις βροντές και τις αστραπές. Λοιδορούσε τους γιους του αλλά τους έχτιζε παλάτια. Ήταν ακόλαστος αλλά και άτεγκτος σε θέματα ηθικής, αλλά και ιδιοτελής, φιλάργυρος αλλά και γαλαντόμος».

Στα πορτρέτα του οι ζωγράφοι βάζουν όλη τη δεξιοτεχνία τους αλλά ελάχιστοι αποτυπώνουν τον πραγματικό Αλή, αυτόν που έμεινε στην Ιστορία. Με την περιποιημένη λευκή και μακριά γενειάδα του, συχνά με την περίφημη πίπα στο χέρι ή με ναργιλέ και τον μανδύα του με τη γούνα ολόγυρα, μοιάζει στα περισσότερα από αυτά ένας καλοκάγαθος, υπέρβαρος γέρων, ποτέ όρθιος, αλλά πάντα καθιστός η ξαπλωτός, γιατί ήταν κοντός. Η μεγάλη γαμψή μύτη σχεδόν αποσιωπάται και εκείνο το βλέμμα που άστραφτε λέγοντας πολύ περισσότερα από όσα τα χείλη σπανίως ξεχωρίζει. Όλοι οι ζωγράφοι από φόβο για την ζωή των προσπαθούσαν στους πίνακες των να κάνουν τον τρομερό πασά, όσο πιο αθώο, άκακο και ωραίο εμφανισιακά. Όλα τα συγγενικά του πρόσωπα, από τη θηριώδη και ακόλαστη Χάμκω, τη μάνα του, την αιμοβόρα αδερφή του Χαϊνίτσα, τους γιους του, τις γυναίκες τους και τις δικές του, το χαρέμι με τις οδαλίσκες, τους ευνοούμενους αλλά και τους αντιπάλους του έχουν σημαντική θέση σε αυτή την ιστορία της Ηπείρου και ιδιαίτερα των Ιωαννίνων. Μαζί στο σκηνικό του τρόμου, της υποτέλειας, των αντιφάσεων και των σημαντικών ιστορικών γεγονότων έχουν σημαντική και κυρίαρχη θέση και οι Έλληνες οπλαρχηγοί του αγώνα, οι κυνηγημένοι μέχρι τέλους Σουλιώτες και φυσικά όλα τα θύματά του, ανώνυμα και επώνυμα για να σκιαγραφήσουμε, όσο πιο αντικειμενικά μπορούμε, το τελικό πορτρέτο του Πασά των Ιωαννίνων, του τρομερού Αλή Πασά.

 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ.

Ο Αλή Πασάς εξουσίαζε και ενεργούσε στο όνομα της Υψηλής Πύλης και σκόπευε να γίνει ανεξάρτητος όπως αργότερα ο Μεχμέτ Αλη της Αιγύπτου. Όμως ο Αλή πασάς δεν είχε το μυαλό και την ικανότητα του Μεχμέτ Αλή. Ο άνθρωπος αυτός ήταν μικρός και δεν απόκτησε ποτέ τίποτα μεγάλο, παρά μόνο την θηριωδία και τον δόλο, εξαιτίας των οποίων και οι Έλληνες και αυτοί οι ομόφυλοί του τόσο πολύ αποξενώθηκαν από αυτόν, ώστε στο τέλος βοήθησαν όλοι στην καταστροφή του στον πόλεμο με την Υψηλή Πύλη, γράφει στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» ο Κ. Παπαρηγόπουλος. Έτσι τον Ιανουάριο του 1822, όταν ηττήθηκε από τα στρατεύματα του Σουλτάνου, που είχαν σταλεί για την υποταγή του και έπειτα από σκληρές διαπραγματεύσεις, ο Αλή δέχτηκε να παραδοθεί με τον όρο να του δινόταν αμνηστία και κατέφυγε στο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα που βρίσκεται στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων. Εκεί, στις 24 του ίδιου μήνα, σκοτώθηκε μετά από σύντομη συμπλοκή, από τον απεσταλμένο του Χουρσίτ, Κιοσέ Μεχμέτ, που είχε έρθει δήθεν με το χαρτί της αμνηστίας, παραβιάζοντας την συμφωνία που είχαν. Το πτώμα του αποκεφαλίστηκε και το κεφάλι του στάλθηκε ταριχευμένο από τον Χουρσίτ στην Κωνσταντινούπολη, όπου αργότερα θάφτηκε σε μια περιοχή έξω από τα τείχη της πόλης. Το ακέφαλο σώμα του ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο του σεραγιού, στο Ιτς Καλέ, κοντά στο Φετιγιέ Τζαμί. Δηλαδή το τέλος του Αλή Πασά ήλθε με τον ίδιο τρόπο, που αυτός χρησιμοποιούσε κατά την διάρκεια της ζωής του, όπου κυριαρχούσε ο δόλος και η καταπάτηση των συμφωνιών του με τους αντιπάλους του.

 

Τα Μεγάλα Εγκλήματα του Αλή Πασά

Ο Αλή Πασάς βαρύνεται σαφώς με γενοκτονίες, δολοφονίες και θηριωδίες κάθε είδους. Μια ζωή γεμάτη αίμα, αποτρόπαιες πράξεις, εκτελέσεις, βασανισμούς κάθε μορφής και απίστευτης βαρβαρότητας, εξανδραποδισμούς, λεηλασίες και φρικαλεότητες, όπως π.χ. όταν έριχνε καταδικασμένους σε θάνατο στο κλουβί με τη λεοπάρδαλη που διατηρούσε στα Γιάννενα, ενώ ο ίδιος παρακολουθούσε το θέαμα. Κατά τη διάρκεια του πολέμου με τους Σουλιώτες 20 ως 30 άτομα αποκεφαλίζονταν κάθε τόσο στους δρόμους των Ιωαννίνων. Ή ακόμη, όταν με δόλο συνέλαβε το 1808 την αρματωλό αγωνιστή παπα-Θύμιο Βλαχάβα (της μεγάλης οικογένειας των αγωνιστών) από την Σμόλιανη Καλαμπάκας και διέταξε τους δημίους του να του σπάσουν τα κόκαλα και να τον κομματιάσουν στα τέσσερα. Κρέμασαν μάλιστα από ένα κομμάτι σε τέσσερα σημεία των Ιωαννίνων για να τρομοκρατηθούν οι Έλληνες κάτοικοι. Ο περιηγητής Τόμας Σμαρτ Χιουζ γράφει ότι άκουσε στη Λευκάδα να παρομοιάζουν τον Αλή με τον μυθικό τύραννο της Ηπείρου Έχετο, που συνήθιζε να κόβει τη μύτη και τα αφτιά των αντιπάλων του και να τα δίνει στα σκυλιά του – αν και ο Αλή ήταν παρασάγγας θηριωδέστερος. Κατά τον Χιουζ πάλι, ανάμεσα στο παζάρι των Ιωαννίνων και στο κάστρο βρισκόταν ένας δρομάκος όπου γίνονταν οι πλέον αποτρόπαιες εκτελέσεις προς παραδειγματισμό: «Εκαιγαν ανθρώπους σε σιγανή φωτιά, τους παλούκωναν, τους έγδερναν ζωντανούς, έκοβαν χέρια και πόδια και άφηναν το θύμα σε αυτή την κατάσταση να ξεψυχήσει». Και ο λόρδος Μπάιρον γράφει το 1809 σε μια επιστολή του προς τη μητέρα του: «Αλλά όσο πετυχημένος είναι, άλλο τόσο βάρβαρος είναι αφού ψήνει τους αντιπάλους του».

Το ξεκίνημα της αισχρής καριέρας του Αλή ήταν ως αρχηγός μιας ληστοσυμμορίας, κατόπιν δε συνέχισε ως ο μεγαλύτερος σφαγέας των Ελλήνων, όλων των περιοχών της δικαιοδοσίας του, όπως αυτές της Πρέβεζας το 1798, του Ζαλόγγου και του Σέλτσου το 1803 και το 1804, του Γαρδικίου το 1812, του Χορμόβου το 1813, της Χειμάρρας το 1815, και σωρεία άλλων μεμονωμένων σφαγιασμών και μαρτυρικών θανατώσεων, που διέταξε για πάμπολλα ένδοξα άτομα των αγώνων, που “έπεσαν” για την Επανάσταση, τη θρησκεία και την Ελευθερία της Πατρίδας μας.

Πάντως στην ιστορία έχει μείνει ο “χαλασμός της Πρέβεζας”, ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του Αλή Πασά. Η Πρέβεζα ήταν σημαντικό λιμάνι και ανήκε στους Γάλλους. Κάποια στιγμή, ένα πλοίο του Αλή εγκλωβίστηκε εκεί και τότε μπήκε στο στόχαστρό του. Λεηλάτησε την πόλη, σφαγίασε τους ντόπιους, αλλά και τους 600 Γάλλους που τη φρουρούσαν. Όσους αιχμαλώτισε, τους έστειλε στα Γιάννενα με τα πόδια, κρατώντας τα κεφάλια των συντρόφων τους στα χέρια. Μια ακόμα θηριωδία του Αλή Πασά ήταν η σφαγή του Γαρδικίου το 1812. Πρόκειται για μια πράξη εκδίκησης, καθώς 40 χρόνια πριν οι κάτοικοι της περιοχής συνέλαβαν τη μητέρα και την αδερφή του και τις βίασαν. Με κάποιο τέχνασμα, ο Αλή συγκέντρωσε τους Γαρδικιώτες σε ένα χάνο και τους σκότωσε όλους. Λέγεται πως κούρεψε όλες τις γυναίκες για να κάνει στρώμα για το σώμα της μάνας του. Φριχτό βασανισμό υπέστη και ο Σαρακατσάνος ήρωας Αντώνης Κατσαντώνης. Ο Αλή Πασάς, αφού τον συνέλαβε με δόλο και με προδοσία τον παρέδωσε στους δήμιους του. «Οι σιχλιτάρηδες, μ’ αρχιδήμιο τον ανεψιό του Βεληγκέκα, ξαπλώσαν τον Κατσαντώνη και τον δέσανε σε παλούκια. Κι’ άρχισαν μ’ ένα χοντρό πελέκι, να του κόβουν σιγά - σιγά τα δάχτυλα των χεριών του. Φέρανε σφυρί κι’ αμόνι κι’ άρχισαν να του κοπανίζουν τα κόκαλα, από αρμό σε αρμό», όπως αναφέρει ο Φωτιάδης. Το πρωτοπαλίκαρο των Σαρακατσαναίων υπέμεινε το μαρτύριο, χωρίς να μιλήσει καθόλου. Τον πέταξαν διαλυμένο σε ένα μπουντρούμι και το μόνο που έλεγε μέχρι να ξεψυχήσει ήταν ‘ερμα γρόσια, έρμα γρόσια» αναφερόμενος στην προδοσία της σύλληψής του.

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΗ ΠΑΣΑ

Έχουν γραφεί από ορισμένους διάφορα για τον Αλή Πασά, προβάλλοντας μάλιστα το δήθεν σημαντικό έργο του στην ανάπτυξη των Ιωαννίνων, στην οικονομία, στην ευημερία των κατοίκων του πασαλικίου, στις τέχνες, στην στρατιωτική εκπαίδευση πολλών οπλαρχηγών της επανάστασης και πολλά άλλα. Ας δούμε όμως ποιος ήταν στην πραγματικότητα ο Αλή Πασάς, σύμφωνα με πλήθος βιβλίων και αφηγήσεων αγωνιστών και πνευματικών ανθρώπων, που έζησαν στην εποχή του Αλή Πασά. Κατ’ αρχήν σε ότι αφορά την στρατιωτική εκπαίδευση, είναι γεγονός ότι πολλοί ήρωες και οπλαρχηγοί της επανάστασης εκπαιδεύτηκαν στην στρατιωτική τέχνη στην στρατιωτική ακαδημία του Αλή Πασά. Όμως αυτό έγινε με επιλογή του Πασά, για να υπηρετήσουν στον δικό του στρατό, στις δικές του επιχειρήσεις, για δικό του όφελος, λόγω της ευφυίας και της γενναιότητας των Ελλήνων, όπως των Σουλιωτών Τζαβελαίων και Μποτσαραίων, του Καραϊσκάκη, του Ανδρούτσου και πολλών άλλων, με αποτέλεσμα να είναι έτοιμοι στρατιωτικά, όταν αργότερα άρχισε η επανάσταση και αυτό έγινε τυχαία και όχι σκόπιμα. Ακόμη, τα Ιωάννινα αποτελούσαν πάντα ένα σταυροδρόμι πολιτισμών και στρατηγικό κόμβο στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, με αποτέλεσμα να μη χάνουν ποτέ τη σημασία τους. Επομένως, ο Αλή Πασάς βρήκε τα προϋπάρχοντα θεμέλια και δεν δημιούργησε κάτι εξαρχής. Οι κτίσεις εκκλησιών και συναγωγών επί Αλή Πασά δεν απετέλεσαν κάτι το ιδιαίτερο, καθότι εντάσσονταν στην ευρύτερη πολιτική της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς εξευμενισμό των υποδούλων λαών της, ούτως ώστε να μην επαναστατήσουν. Ακόμη έχει σχέση με τις ιδεοληψίες και τις αντιφάσεις του Αλή Πασά. Αν και μουσουλμάνος έτρεφε μέγα σεβασμό και προσκυνούσε τα λείψανα του Πατέρα Κοσμά του Αιτωλού. Και τούτο γιατί, είχε συναντήσει τον Άγιο, ως νεαρός στο Τεπελένι, όπου ο Πατήρ Κοσμάς βρήκε καταφύγιο στο σπίτι της μητέρας του Χάμκω, ούσα χριστιανή, κυνηγημένος από τον όχλο που επιζητούσε τον θάνατό του. Εκεί, ο νεαρός Αλή, ζήτησε από τον Πατέρα Κοσμά τον Αιτωλό να του πει το μέλλον του και τις συμβουλές του. Τότε ο Άγιος του είπε: «Θα γίνεις σπουδαίος άνθρωπος. Θα κυριεύσεις όλη την Αρβανιτιά. Θα υποτάξεις τα Γιάννενα,την Πρέβεζα, την Πάργα, το Σούλι, το Δέλβινο, το Γαρδίκι και αυτό το τάχτι του Κούρτ Πασά. Θα αφήσεις μεγάλο όνομα στην Οικουμένη». Τα λόγια του Πατέρα Κοσμά ικανοποίησαν τον φιλόδοξο νεαρό Αλή και ρώτησε αν θα πήγαινε στην Πόλη. Και ο εθναπόστολος του απάντησε: «Και στην Πόλη θα πας, μα με κόκκινα γένια. Αυτή είναι η Θέληση του Θεού». Και όλες οι προφητείας του Αγίου επαληθεύτηκαν και όντως στην Πόλη πήγε μόνο το κεφάλι του Αλή, με τα γένια του κατακόκκινα στο αίμα.

Επίσης, ο Αλή Πασάς δεν αποτελεί έναν φωτισμένο ηγέτη, αλλά έναν τύραννο, ο οποίος καταδυνάστευσε άμεσα τις περιοχές από τη Χιμάρα και τη Δυτική Μακεδονία, ως τη Θεσσαλία, την Αιτωλοακαρνανία και τη Φθιωτοφωκίδα, είτε δολοφονώντας όσους ανθίσταντο μαζί με τις οικογένειές τους είτε δημεύοντας τη γη προς προσωπικό του πλουτισμό. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα αυτής της τακτικής. Πέρα από τους Σουλιώτες, τους οποίους κατέστρεψε ολοσχερώς στο Κούγκι, στο Ζάλογγο και το Σέλτσο την περίοδο 1803-1804, μπορούμε να αναφέρουμε την καταστροφή του Βουθρωτού στη Βόρειο Ηπειρο το 1798 (η οποία είχε ως αποτέλεσμα να μην ξανακατοικηθεί, ενώ ήταν συνεχώς κατοικούμενος από την αρχαιότητα), τη σφαγή της Πρέβεζας την ίδια περίοδο, την καταστροφή του Χορμόβου (χωριό της Βορείου Ηπείρου, το οποίο ανέδειξε ήρωες, όπως ο Κώστας Λαγουμιτζής) το 1813, τη δήμευση της περιουσίας του κλεφταρματολού και προκρίτου Ασπροποτάμου Τρικάλων Γεωργίου Χατζηπέτρου, ο οποίος ήταν προστάτης των αγωνιστών για την ελευθερία, την ύπουλη σφαγή της οικογενείας των αγωνιστών της Πιερίας (και εξαδέλφων του συνεργάτη του Υψηλάντη Γεωργάκη Ολυμπίου) Λαζαίων τον Απρίλιο του 1813, μέσω του συνεργάτη του Αλή Πασά Βλαχοθόδωρου, τη φυγή των Παργίων στα Επτάνησα το 1819, καθώς και σωρεία άλλων περιστατικών.

Έφυγαν να σωθούν

Σημαντικό γεγονός επί της εποχής του είναι ότι λόγω της καταπίεσης που υπήρχε, σπουδαίοι εθνικοί ευεργέτες εξ Ιωαννίνων, όπως ο Ζώης Καπλάνης, οι Αδελφοί Ζωσιμά, ο Γεώργιος Χατζηκώστας και ο Γεώργιος Ριζάρης, έφυγαν στη Ρωσία, ώστε να νιώσουν ελεύθεροι, ενώ ακόμη και συνεργάτες του Αλή Πασά, όπως ο διδάσκαλος του Γένους Αθανάσιος Ψαλίδας, οι θησαυροφύλακες Αθανάσιος Λιδωρίκης και Αθανάσιος Βάγιας (γαμπρός του Σουλιώτη ηγήτορα Νικολάου Κουτσονίκα ή γερο-Κουτσονίκα, ηρωικού πεσόντος στο Σέλτσο τον Απρίλιο του 1804) κ.ά., με την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως, είτε κατόρθωσαν να διαφύγουν στα Επτάνησα είτε να δραπετεύσουν προς τη Ρούμελη (όπως ο Οδυσσέας Ανδρούτσος) και να διαδραματίσουν πολιτικοστρατιωτικό ρόλο στο πλευρό των ομοφύλων τους Ελλήνων, ακριβώς εξαιτίας της αυταρχικότητας και της βίας του αληπασαλικού περιβάλλοντος.

Μαρασμός των Ιωαννίνων

Τέλος, η πολιτική του Αλή Πασά οδήγησε μακροπρόθεσμα στον μαρασμό των Ιωαννίνων. Και τούτο διότι, όταν το 1788 ανέλαβε ο Αλή Πασάς, τα Ιωάννινα ήταν ακμάζουσα πόλη. Όμως, όταν κηρύχθηκε ο Αλή Πασάς το 1820 φιρμανλής (προδότης) και σε συνδυασμό με την πολιτική του και την εισβολή του Χουρσίτ Πασά στην Ήπειρο προς καθαίρεση και εκτέλεσή του, τα Ιωάννινα είχαν μαραζώσει πληθυσμιακά. Στη συνέχεια η πόλη βομβαρδίστηκε άγρια από τα οθωμανικά στρατεύματα, με αποτέλεσμα ο κεντρικός πυρήνας της πόλης να έχει καταστραφεί σε σημαντικό βαθμό, ώστε το 1867, 46 έτη από τον Αγώνα, να διαβιούν στα Γιάννενα μόνο το 1/3 του πληθυσμού τής προ Αλή Πασά περιόδου.

Η βιβλιογραφία για τον τύραννο του Ηπειρώτικου Ελληνισμού είναι αποκαλυπτική και καταλυτική. Ας μελετήσει κάποιος ενδελεχώς τόσο τα απομνημονεύματα και τις μαρτυρίες των αγωνιστών του 1821 που έζησαν την εποχή εκείνη, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (σ.σ.: ο Κολοκοτρώνης αναφέρεται, διότι μέσω του Βελή Πασά, ο Αλή Πασάς ήλεγχε κι ένα σημαντικό τμήμα της Πελοποννήσου), ο Νικόλαος Κασομούλης, ο Λάμπρος Κουτσονίκας, ο Χριστόφορος Περραιβός κι ο Ιωάννης Μακρυγιάννης (ο πατέρας του δολοφονήθηκε από άνδρες του Αλή Πασά το 1798 στο χωριό του το Κροκύλειο Φωκίδας), το εξαιρετικό και αποκαλυπτικό βιβλίο «τό Σολι, τοι τά ρωικά θαύματα τν Σουλιωτν καί Σουλιωτίδων», από τον Γ. Καρυοφύλλη του 1860. Ακόμη πολλές ξένες πηγές, όπως τα βιβλία των Βρετανών περιηγητών William Martin Leake, John Cam Hobhouse, τις αναφορές του Βρετανού προξένου στην Πρέβεζα το 1821 William Meyer, το έργο του Γάλλου φιλέλληνα προξένου στα Ιωάννινα Francois Pouqueville, τις αναφορές του Πρώσου προξένου στα Ιωάννινα κατά το 1803-1804 Jacob Bartholdy, το βιβλίο του Γάλλου εξωμότη, επιτελούς του Αλή Πασά και αυτόπτη μάρτυρα στο Ζάλογγο Ιμπραήμ Μανζούρ Εφέντη, “Mémoires sur la Grece et l’ Albanie, pendant le gouvernement d’Ali-Pascha”, το οποίο εκδόθηκε στη Γαλλία το 1827 και περιγράφει καταλεπτώς πολλά από τα παρασκήνια στην αυλή του Αλή Πασά κ.λπ.

Τελειώνοντας να αναφερθώ πάλι στο συνέδριο. Ο τίτλος του συνεδρίου (Ο Αλή Πασάς και η Εποχή του) είναι απατηλός και χειραγωγεί το κοινό, ιδιαίτερα τους νέους και όσους δεν γνωρίζουν καλά την ιστορία, καθότι δείχνει ως μοναδικό πρωταγωνιστή τον Αλή Πασά με θετική δράση, κάτι που δεν ισχύει καθόλου. Θα πρότεινα στον Δήμαρχο των Ιωαννίνων, που διοργάνωσε το συνέδριο αυτό να προτείνει στους φίλους μας Ισραηλινούς, την επέτειο του Ολοκαυτώματος των Εβραίων από τους Ναζί, ένα παρόμοιο συνέδριο στο Τελ Αβίβ, η στην Ιερουσαλήμ με τίτλο «Ο Αδόλφος Χίτλερ και η Εποχή του», με θετική παρουσίαση του έργου του Χίτλερ και ως η αιτία της δημιουργίας του Ισραηλινού κράτους, χωρίς καμμιά αναφορά στο Ολοκαύτωμα και τα εκατομμύρια των Εβραίων, που αφανίστηκαν από μια αντίστοιχης μορφής θηριωδία από έναν παρόμοιο ηγέτη. Τι συμπέρασμα λοιπόν βγαίνει από ένα συνέδριο όπου κάθε τύραννος και σφαγέας του Ελληνισμού μπορεί να είναι σημαντικότερος από τους Έλληνες ήρωες της Επανάστασης του 1821, που δόξασαν τον Αγώνα για την Ελευθερία μας, προφέροντας θυσία την ίδια τη ζωή τους, όπως ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων, το “τιμώμενο” πρόσωπο του απαράδεκτου, απρεπέστατου προκλητικού και προσβλητικού , για την Ελλάδα και τους Έλληνες, ιδιαίτερα εφέτος σε αυτή την ιστορική και μοναδική επέτειο των 200 χρόνων από την Εθνεγερσία ; Τελικά ποιος ήταν ο Αλή Πασάς; Κατά την άποψή μου και αφαιρώντας δύο επίθετα από την περίφημη φράση του Ζόρζ Χόφμαν, « ο Αλή Πασάς είναι το τέρας που γέννησε η Ιστορία και μία από τις φρικαλεότητες που γέννησε η φύση».

 

*Ο Ιωάννης Μπαλτζώης είναι Αντγος (ε.α.), Ηπειρώτης την καταγωγήν, M.Sc. από το ΕΚΠΑ, πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών.