ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΣΠΑΝΟΥ

Σε άρθρο του στους «New York Times», ο Πολ Κρούγκμαν αναλύει το ενδεχόμενο ολικής απεξάρτησης της Γερμανίας από το ρωσικό φυσικό αέριο.

Ο Αμερικανός νομπελίστας οικονομολόγος ξεκινά το κείμενό του με τη γενική αλήθεια πως η Γερμανία είναι ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά έθνη του κόσμου. Το 2019 εισήγαγε αγαθά αξίας 1,2 τρισ. δολαρίων από όλο τον κόσμο, ενώ μόνο περίπου το 2% αυτού του συνόλου προήλθε από τη Ρωσία.

Στην πραγματικότητα, η Ρωσική Ομοσπονδία, με περίπου 144 εκατομμύρια πολίτες, ήταν ελάχιστα πιο σημαντική στο γερμανικό εμπόριο από την Ιρλανδία, με περίπου πέντε εκατομμύρια πολίτες. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, λοιπόν, δεν θα περίμενε κανείς ότι η διακοπή των οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία θα έχει μεγάλη επίδραση στη γερμανική οικονομία.

Δυστυχώς, η Ρωσία είναι βασικός προμηθευτής της Γερμανίας για ένα αγαθό που θα δυσκολευτεί να αντικαταστήσει: το φυσικό αέριο. Η Γερμανία εισάγει μέσω αγωγών σχεδόν όλο το φυσικό αέριο που καταναλώνει και περίπου το 55% αυτού προέρχεται από τη Ρωσία.

Αλλαγή της πολιτικής θεώρησης

Οι κυβερνήσεις της Γερμανίας δεν θα έπρεπε ποτέ να είχαν επιτρέψει αυτή την κατάσταση, σύμφωνα με τον Κρούγκμαν.

Οι διαδοχικές κυβερνήσεις των ΗΠΑ, που φτάνουν μέχρι τον Ρόναλντ Ρίγκαν, είχαν προειδοποιήσει κατά καιρούς τη Γερμανία να μην αφεθεί σε μεγάλο βαθμό στην εξάρτησή της από ένα τόσο δεσποτικό καθεστώς. «Έγινα μάρτυρας ορισμένων από αυτές τις συζητήσεις κατά τη διάρκεια της σύντομης θητείας μου στην κυβέρνηση, το 1982-83», παραδέχεται ο Κρούγκμαν στο άρθρο του στους New York Times.

Αλλά να που βρισκόμαστε σε αυτό ακριβώς το σημείο. Και ενώ τα δημοκρατικά έθνη έχουν επιβάλει ένα ευρύ φάσμα οικονομικών κυρώσεων στο καθεστώς Πούτιν, οι περιορισμοί στις πωλήσεις ρωσικού φυσικού αερίου εξακολουθούν να απουσιάζουν εμφανώς από τη λίστα.

Ωστόσο, οι ρωσικές θηριωδίες -και, για να είμαστε ειλικρινείς, η εκπληκτική ανικανότητα του περίφημου στρατού της Ρωσίας, καθώς το αναμενόμενο «blitzkrieg» («αστραπιαίος πόλεμος») εισέρχεται στην 22η μέρα τού προφανούς αδιεξόδου του- άλλαξαν γρήγορα την πολιτική θεώρηση της απάντησης της Δύσης. Πριν από τρεις εβδομάδες φαινόταν αδιανόητο ότι οι Γερμανοί πολιτικοί θα ήταν πρόθυμοι να επιβάλουν οποιοδήποτε σημαντικό κόστος στους ψηφοφόρους τους ως απάντηση στην επιθετικότητα του Βλαντίμιρ Πούτιν. Τώρα γίνονται σοβαρές συζητήσεις για το εάν και σε ποιο βαθμό η Γερμανία μπορεί να απογαλακτιστεί από το ρωσικό αέριο.

Κρούγκμαν: Γιατί είναι δύσκολη η μεγάλη μείωση στην κατανάλωση αερίου

Μια μικρή μείωση στην κατανάλωση αερίου δεν πρέπει να είναι δύσκολο να επιτευχθεί. Ακριβώς επειδή το φυσικό αέριο ήταν φθηνό, κάποιες ποσότητες καταναλώνονται αυτή τη στιγμή για λόγους χαμηλής προτεραιότητας, τους οποίους μπορούμε εύκολα να αποθαρρύνουμε είτε με μέτρια υψηλότερες τιμές ή/και με μέτρια ρύθμιση. Οι μεγάλες μειώσεις όμως είναι άλλο θέμα.

«Να το θέσουμε ως εξής», λέει ο Κρούγκμαν. Μια σημαντική νέα μελέτη από μια ομάδα Γερμανών οικονομολόγων (Bachmann et al.) εκτιμά ότι η διακοπή των εισαγωγών φυσικού αερίου από τη Ρωσία θα απαιτούσε μείωση της κατανάλωσης κατά περίπου 30%, δηλαδή περίπου 600 τεραβατώρες από περίπου 900 TWh. Και γιατί όχι το 55% που αντιστοιχεί στο ρωσικό μερίδιο του γερμανικού φυσικού αερίου; Διότι η Γερμανία μπορεί πιθανώς να πάρει κάπως περισσότερο αέριο από άλλες πηγές και να περιορίσει τη χρήση φυσικού αερίου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, βασιζόμενη περισσότερο στον άνθρακα και την πυρηνική ενέργεια. «Ναι, ο άνθρακας πρέπει να καταργηθεί σταδιακά για να μας σώσει από την κλιματική καταστροφή, αλλά όχι εν μέσω πολέμου», σημειώνει χαρακτηριστικά ο οικονομολόγος.

Ωστόσο, ακόμη και μια πτώση της κατανάλωσης κατά 30% θα είναι δύσκολο να επιτευχθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η μείωση της κατανάλωσης από 900 σε 800 TWh μπορεί να μην είναι τόσο δαπανηρή, αλλά η μείωση από 700 σε 600 TWh θα ήταν πολύ πιο επώδυνη.

«Ελαστικότητα υποκατάστασης» φυσικού αερίου

Οι Γερμανοί οικονομολόγοι επικεντρώνονται σε μια βασική οικονομική έννοια, που ονομάζεται «ελαστικότητα της υποκατάστασης». Σε γενικές γραμμές δηλαδή, πόσο πέφτει η ζήτηση για φυσικό αέριο για κάθε 1% αύξηση της τιμής του.

Εάν αυτή η ελαστικότητα είναι χαμηλή, το ποσό που θα ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν οι Γερμανοί για λίγο περισσότερο φυσικό αέριο, όταν η κατανάλωση έχει ήδη μειωθεί σημαντικά, είναι μεγάλο, πράγμα που σημαίνει ότι το οικονομικό κόστος των περαιτέρω μειώσεων θα είναι επίσης μεγάλο.

Δυστυχώς, οι εμπειρικές εκτιμήσεις υποδηλώνουν ότι η ελαστικότητα υποκατάστασης του φυσικού αερίου είναι χαμηλή, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Δεν είναι, όμως, μηδενική: Δεδομένων των υψηλών τιμών του φυσικού αερίου, τα νοικοκυριά θα χαμηλώσουν τους θερμοστάτες τους, οι καταναλωτές θα σταματήσουν να αγοράζουν αγαθά των οποίων η παραγωγή απαιτεί πολλή καύση φυσικού αερίου και ούτω καθεξής. Ωστόσο, η καλύτερη εκτίμηση είναι ότι μιλάμε για ελαστικότητα περίπου 0,18, που με τη σειρά του σημαίνει ότι η τιμή του φυσικού αερίου θα πρέπει να αυξηθεί κατά περίπου 600% για να μειωθεί η ζήτηση κατά 30%.

Η αύξηση είναι μεγάλη, και η μελέτη Bachmann et al. χρησιμοποιεί σκόπιμα μια ακόμη πιο απαισιόδοξη εκτιμώμενη ελαστικότητα, της τάξης του 0,1. Ωστόσο, ακόμη και με αυτές τις απαισιόδοξες υποθέσεις, διαπιστώνουν ότι η Γερμανία θα μπορούσε, στην πραγματικότητα, να τα καταφέρει χωρίς ρωσικό φυσικό αέριο, ακριβώς επειδή η χώρα ξοδεύει σήμερα τόσο λίγα για ρωσικές εισαγωγές. Το κόστος θα ήταν σοβαρό: το γερμανικό πραγματικό εισόδημα μπορεί να μειωθεί κατά περίπου 2%, που αποτελεί το ισοδύναμο μιας μέτριας ύφεσης. Αλλά δεν θα ήταν το τέλος του κόσμου.

«Μια τέτοια δραστική ενέργεια θα ήταν αδιανόητη πριν από έναν μήνα. Αλλά ο Πούτιν φαίνεται να κοντεύει να επιτύχει κάτι αξιοσημείωτο: να υπενθυμίσει στις δημοκρατίες του κόσμου τι πρεσβεύουν. Έχει ήδη καταστρέψει τη φήμη της Ρωσίας ως στρατιωτικής υπερδύναμης. Τώρα βρίσκεται στη διαδικασία να μειώσει και την όποια οικονομική ισχύ είχε», καταλήγει ο Πολ Κρούγκμαν