Του Jose Miguel Alonso-Trabanco*

Μετάφραση: Ηλίας Α Λεοντάρης**

Εισαγωγική Σημείωση

Ο συντάκτης του άρθρου απευθύνεται στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, τους αναλυτές και τους ερευνητές που ασχολούνται με την εξωτερική πολιτική, την εθνική ασφάλεια, την ανάλυση πληροφοριών, την αμυντική πολιτική και την υψηλή στρατηγική. Αναγνωρίζει ότι είμαστε ακόμη μακριά από τη λήξη του πολέμου στην Ουκρανία, ωστόσο προβαίνει σε μια πρώτη καταγραφή των διδαγμάτων  και μαθημάτων που πρέπει να αξιολογήσουμε και να μελετήσουμε για τη σχεδίαση της αντιμετώπισης παρόμοιων καταστάσεων στο μέλλον. Οι διευκρινιστικές σημειώσεις προστέθηκαν στο κείμενο της μετάφρασης για την πληρέστερη κατανόησή του.

Μετάφραση Άρθρου

Είναι, κατά κάποιο τρόπο, ειρωνικό να λέμε ότι οι αρχές του 21ου αιώνα είναι μια ταραγμένη εποχή. Τις δύο τελευταίες δεκαετίες, το διεθνές σύστημα έχει βιώσει την σταδιακή επανεργοποίηση και εντατικοποίηση των γεωπολιτικών αντιπαλοτήτων. Όπως κάθε ιστορικός μπορεί να βεβαιώσει,  βλέποντας τη μεγάλη εικόνα, ένα τέτοιο φαινόμενο δεν προκαλεί έκπληξη.

Από την άποψη αυτή, το ξέσπασμα του πρόσφατου πολέμου στην Ουκρανία, ως ένα κρίσιμο σημείο καμπής, αντιπροσωπεύει πιθανότατα την πρώτη μεγάλη βίαιη σύγκρουση του νέου Ψυχρού Πολέμου, ένα εξελισσόμενο δράμα αυξανόμενου στρατηγικού ανταγωνισμού.

Αυτή η εξέλιξη έθαψε το αισιόδοξο πνεύμα που άνθισε στη δεκαετία του ’90 και το αντικατέστησε με ένα σκοτεινό και δυσοίωνο zeitgeist(1). Αν και η έκβασή του εξακολουθεί να είναι ασαφής, παρέχει ήδη διδάγματα/μαθήματα σχετικά με την εξέλιξη των τάσεων και της ωμής πραγματικότητας η κατανόηση των οποίων είναι ζωτικής σημασίας για να εκτιμηθεί τι μας επιφυλάσσει το μέλλον στις επόμενες δεκαετίες και να προετοιμαστούμε αναλόγως. Οι επιπτώσεις τους δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ευχάριστες και για αυτόν τον λόγο δεν έχει κανείς την πολυτέλεια να τις αγνοήσει.

Έτσι είναι απαραίτητη η κατανόηση των παρακάτω διδαγμάτων/μαθημάτων  από τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, τους αναλυτές και τους ερευνητές που ασχολούνται με την εξωτερική πολιτική, την εθνική ασφάλεια, την ανάλυση πληροφοριών, την αμυντική πολιτική και την υψηλή στρατηγική.

Μάθημα 1: Ο πόλεμος δεν οδηγεί πουθενά

Η μειωμένη πιθανότητα άμεσου πολέμου μεταξύ μεγάλων δυνάμεων – χάρη στην «παγωμένη» επιθυμία έναρξης ενός πυρηνικού Αρμαγεδώνα- και η έκρηξη αρκετών ανορθόδοξων  πολέμων στις πρόσφατες δεκαετίες έχει προβάλει την ψευδαίσθηση ότι οι συμβατικές διακρατικές συγκρούσεις είναι παρωχημένες. Μια τέτοια πεποίθηση δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα, διότι απλά δεν υποστηρίζεται από την αντίστοιχη εμπειρία. Επεισόδια όπως ο πόλεμος Ιράν-Ιράκ (1979-1989), ο πόλεμος του Κόλπου 1991, η αγγλοα-μερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003, ο Ρωσο-Γεωργιανός Πόλεμος του 2008 και ο πόλεμος του Ναγκόρνο-Καραμπάχ το 2020 αποδεικνύουν ότι η «σκληρή Ισχύς/Hard Power, σε έναν κόσμο μηδενικού αθροίσματος», παραμένει ένα πλεονέκτημα το οποίο αξιοποιούν τα εθνικά κράτη και στρέφονται εναντίον των αντιπάλων τους προκειμένου να επιδιώξουν τα συμφέροντά τους. Όσο κυριαρχεί ο «ελαττωματικός» χαρακτήρας της ανθρώπινης φύσης και η άναρχη  δομή του διεθνούς συστήματος, το φάσμα του πολέμου θα συνεχίσει να στοιχειώνει τον κόσμο.

Φυσικά, ο πόλεμος της Ουκρανίας δείχνει να κινείται προς μια παρόμοια κατεύθυνση – ειδικά αν λάβουμε υπόψη τα επίπεδα αντίδρασης στις αντίστοιχες στρατιωτικές κινητοποιήσεις και την εκτεταμένη απήχηση των επιπτώσεων της σύγκρουσης. Ωστόσο, δείχνει επίσης ότι οι μεγάλες δυνάμεις πιστεύουν ότι η προβολή ενεργητικής δύναμης είναι μια ορθή επιλογή κάθε φορά που θεωρούν ότι διακυβεύεται η εθνική τους ασφάλεια και ότι τα μικρότερα έθνη που δέχονται επίθεση δεν έχουν άλλη επιλογή, παρά να εμπλακούν με  έναν ανώτερο αντίπαλο που απειλεί την κυριαρχία ή την επιβίωσή τους, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται αιματοχυσία. Σε γενικές γραμμές και  δεδομένου ότι είναι ένας υπαρξιακός αγώνας, αυτό είναι μια υπενθύμιση ότι ο πόλεμος ενσωματώνει την δυνητικά επικίνδυνη διάκριση μεταξύ φίλων και εχθρών ως πεμπτουσία της πολιτικής που προσδιορίζεται από τον Carl Schmitt(2). Ο πόλεμος δεν μπορεί να καταργηθεί όσο οι άνθρωποι είναι πολιτικά ζώα και παρόλο που τα άτομα αυτά μπορεί ακόμη και να ασπάζονται το δόγμα του ειρηνισμού, ο πόλεμος απειλεί να τους εγκλωβίσει  ούτως ή άλλως και ανεξάρτητα από τις απόψεις τους.

Στην περίπτωση αυτή, ο γενικός πολιτικός παράγοντας που παρακινεί τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία είναι το ενδιαφέρον για την αλλαγή του στρατηγικού προσανατολισμού του Κιέβου και η παράλληλη αναζήτηση του lebensraum(3). Δεν είναι ακόμα σαφές εάν αυτό το αποτέλεσμα θα είναι εφικτό μέσω της απόλυτης υπεροχής, αλλά η Μόσχα πιστεύει ότι, σε έναν κόσμο στον οποίο μπορεί συχνά να διορθώσει, μπορεί να ξεφύγει από αυτό εάν η εκστρατεία της είναι τελικά επιτυχής. Η προσδοκία είναι ότι ακόμη και αν υπάρχουν υψηλά κόστη που θα πρέπει να καταβληθούν από την άποψη των οικονομικών πόρων, του πολιτικού κεφαλαίου, των υλικών απωλειών και των ανθρώπινων απωλειών, τα οφέλη θα είναι ανώτερα. Η πορεία δράσης που ακολουθεί το Κρεμλίνο αποκαλύπτει μια νοοτροπία στην οποία η “Ήπια Δύναμη/Soft Power” θεωρείται άσχετη, κάτι που δεν προκαλεί έκπληξη αν αναλογιστεί κανείς ότι η ρωσική στρατηγική σκέψη παραδοσιακά ενστερνίζεται τη Mακιαβελική αρχή ότι είναι καλύτερο να φοβόμαστε παρά να αγαπιόμαστε αν κάποιος δεν μπορεί να είναι και τα δύο. Ωστόσο, όπως δείχνει το ιστορικό αρχείο, η παράβλεψη της σημασίας των μη στρατιωτικών πτυχών του πολέμου μπορεί να είναι μια συνταγή καταστροφής. Για παράδειγμα, οι Αμερικανοί δεν έχασαν ούτε μια μάχη στον πόλεμο του Βιετνάμ αλλά οι ΗΠΑ συνέχιζαν να ηττώνται παρά τη συντριπτική στρατιωτική, οικονομική και τεχνολογική υπεροχή τους.

Μάθημα 2: Η σύγκρουση είναι ένα καλειδοσκοπικό φαινόμενο

Αν και η θεμελιώδης φύση του πολέμου είναι σταθερή, οι γραμματικές του μεταλλάξεις είναι ατελείωτες, όπως έχουν παρατηρήσει στρατιωτικοί θεωρητικοί όπως ο Sun Bin(4) και ο Martin Van Creveld(5). Από την άποψη αυτή, ο πόλεμος της Ουκρανίας είναι μια σύγκρουση που συνδυάζει παραδοσιακά και καινοτόμα στοιχεία. Όσον αφορά στα κλασικά συστατικά του, διαθέτει την παραδοσιακή τακτική περικύκλωσης των εχθρικών δυνάμεων σε αστικές θέσεις, προκειμένου να μειωθεί η ροή των προμηθειών, να αποτραπεί η άφιξη ενισχύσεων, να αποθαρρυνθούν οι υπερασπιστές και να μεγιστοποιηθεί η ψυχολογική πίεση. Περικυκλωμένοι από πολλές πλευρές, όσοι βρίσκονται μέσα στους εν λόγω θύλακες δεν έχουν παρά να παραδοθούν, να διαφύγουν ή να υποχρεωθούν σε σκληρές οδομαχίες υπό μειονεκτικές συνθήκες.

Αυτή η προσέγγιση του πολέμου πολιορκίας αναφέρεται συνήθως ως Kesselschlacht (δηλ. «περικύκλωση περιοχής»). Από την άλλη, η αμυντική στρατηγική που εφάρμοσαν οι Ουκρανοί κατά των Ρώσων βασίζεται ειρωνικά στα σοβιετικά σχέδια που είχαν αρχικά σχεδιαστεί κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου για την αντιμετώπιση της προοπτικής εισβολής των δυνάμεων του ΝΑΤΟ. Το θέμα είναι να χρησιμοποιηθούν οι πόλεις ως οχυρωμένα προπύργια που εξαντλούν τους πόρους, τις ικανότητες, τον δυναμισμό και το ανθρώπινο δυναμικό του εχθρού.

Επιπλέον, αυτή η σύγκρουση είναι επίσης διαβόητη για τη συμμετοχή πιο σύγχρονων στοιχείων/μεθόδων. Για παράδειγμα, η ρωσική εκδοχή του “Σοκ και του Δέους” περιλαμβάνει αεροπορικές επιδρομές, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και υπερηχητικούς πυραύλους προκειμένου να συντρίψουν τους Ουκρανούς, καθώς και απειλές για πυρηνική επίθεση για την αποτροπή της επέμβασης του ΝΑΤΟ. Οι Ουκρανοί ανταποκρίνονται με ασύμμετρες εμπλοκές και όπλα. Η σθεναρή αντίστασή τους δεν μπορεί να εξηγηθεί χωρίς τον κρίσιμο ρόλο που διαδραματίζουν τα Α/Τ Javelins και τα Α/Α Stingers. Ομοίως, οι Ουκρανοί βασίζονται σε πλατφόρμες «FinTech/Χρηματοοικονομική Τεχνολογία» , κρυπτονομίσματα και ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία προκειμένου να χρηματοδοτήσουν την αγορά στρατιωτικού υλικού, μια εξέλιξη που υπογραμμίζει την αυξανόμενη σημασία του εικονικού πολέμου στα σύγχρονα πεδία μάχης. Επιπλέον, η παρουσία  παραστρατιωτικών μαχητών όπως μισθοφόροι, ξένοι εθελοντές, ειδικές δυνάμεις και ομάδες προσθέτει ένα άλλο επίπεδο πολυπλοκότητας που θυμίζει επιχειρησιακά θέατρα όπως η Συρία και η Υεμένη. Οι μαχητές που ανήκουν στο Azov Regiment, the Chechen Kadyrovites and the Wagner Group σίγουρα αμφισβητούν τις παραδοσιακές στρατιωτικές αντιλήψεις.

Από την άλλη, ο πόλεμος της Ουκρανίας δεν διεξάγεται μόνο με σφαίρες και ρουκέτες. Το πλήρες εύρος της σύγκρουσης -όσον αφορά στο βάθος και στο χώρο- πηγαίνει πολύ πιο μακριά. Στην πραγματικότητα, περιλαμβάνει επίσης μέτρα οικονομικού και χρηματοπιστωτικού πολέμου. Αν και υπάρχουν στην ιστορία πολλά σημαντικά προηγούμενα αυτή θα μπορούσε, αναμφισβήτητα, να είναι η πρώτη φορά κατά την οποία οι εν λόγω οπλισμένοι φορείς εξαναγκασμού και διαταραχής χρησιμοποιούνται σε τόσο μαζική κλίμακα. Ομοίως, το ρωσικό τελεσίγραφο να σταματήσει η ροή φυσικού αερίου στις ευρωπαϊκές καταναλωτικές αγορές, εκτός εάν οι πληρωμές γίνονται σε ρούβλια, δείχνει την αυξανόμενη πολυπλοκότητα της σημερινής γεωοικονομικής σκακιέρας. Επιπλέον, η σύγκρουση επιβεβαιώνει ότι ο κυβερνοχώρος έχει γίνει ένας τομέας αντιπαράθεσης που είναι κατάλληλος για πράξεις δολιοφθοράς, κατασκοπείας, επιθέσεων και παραπληροφόρησης. Τέλος, η έντονη χρήση του ψυχολογικού πολέμου ήταν επίσης αξιοσημείωτη. Παρόλο που η μάχη για τη νίκη «hearts and minds/καρδιά και μυαλό» είναι τόσο παλιά όσο η βρωμιά, η μαζική εμβέλεια ψηφιακών τεχνολογιών και πλατφορμών όπως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αυξάνουν εκθετικά την κυκλοφορία της προπαγάνδας προκειμένου να διαμορφώσουν αντιλήψεις, να προκαλέσουν ισχυρές συναισθηματικές αντιδράσεις, να δημιουργήσουν υποστηρικτικές στάσεις τόσο στο τοπικό όσο και στο ξένο κοινό και να προωθήσουν υποστηρικτικές αφηγήσεις. Ως εκ τούτου, αυτός ο πόλεμος δεν διεξάγεται μόνο από τακτικούς Ρώσους και Ουκρανούς στρατιώτες ή ακόμη και παραστρατιωτικούς πολεμιστές. Περιλαμβάνει επίσης λεγεώνες χρηματοδοτών, τραπεζιτών, στελεχών επιχειρήσεων, χάκερς, ειδικούς στις επιχειρήσεις επηρεασμού και spin doctors(6) . Ως εκ τούτου, επεισόδια όπως αυτό τονίζουν τη σημασία των ολιστικών δογμάτων που μπορούν να εξηγήσουν πλήρως τον πολύπλευρο χαρακτήρα του σύγχρονου πολέμου, συμπεριλαμβανομένης της ρωσικής έννοιας του υβριδικού πολέμου/hybrid warfare, της αμερικανικής έννοιας του πολέμου τέταρτης γενιάς/fourth-generation warfare και της κινεζικής έννοιας του απεριόριστου πολέμου/unrestricted warfare. Οι μόνιμες αλλαγές και οι συγκρούσεις πλήρους φάσματος είναι δομικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου περιβάλλοντος ασφάλειας.

  Μάθημα 3: Η γεωγραφία αποτελεί το βασικό άξονα της διεθνούς πολιτικής

Η τοποθεσία μετράει. Αυτό το αξίωμα είναι ο πνευματικός ακρογωνιαίος λίθος της γεωπολιτικής, ένα αναλυτικό μοντέλο που εξετάζει τον πολιτικό έλεγχο του διαστήματος από τα κράτη υπό δαρβινικές συνθήκες ανταγωνισμού. Η σημασία της γεωγραφίας ως κινητήριας δύναμης της κρατικής συμπεριφοράς, όπως εξηγεί ο Hans Morgenthau(7), είναι διαχρονική. Με άλλα λόγια, βασίλεια, αυτοκρατορίες, κράτη και κυβερνήτες έρχονται και φεύγουν, αλλά τα ποτάμια, οι ωκεανοί, τα βουνά, οι στέπες, τα δάση και τα επιδόρπια παραμένουν. Δεν αποτελεί έκπληξη ούτε είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Ουκρανία είναι ένα αμφισβητούμενο πεδίο μάχης για αιώνες. Είναι αποτέλεσμα της κατάστασής της ως γεωγραφικού και υλικοτεχνικού διαδρόμου που συνδέει την ευρωπαϊκή χερσόνησο με τον ίδιο τον πυρήνα της ευρασιατικής «καρδιάς», μια περιοχή που ο Sir Halford Mackinder(8)– ένας από τους σπουδαιότερους θεωρητικούς της κλασικής γεωπολιτικής σκέψης- θεωρεί ζωτικής σημασίας για τις αυτοκρατορικές επιδιώξεις της παγκόσμιας κυριαρχίας. Μια τέτοια θέση μπορεί να αντιπροσωπεύει μία ζώνη ασφαλείας, μια αιχμή του δόρατος για την προβολή της στρατιωτικής δύναμης ή μια γέφυρα για οικονομικές ανταλλαγές. Ως εκ τούτου, λειτουργούσε συνεχώς ως μαγνήτης που έχει προσελκύσει τις φιλοδοξίες των κατακτητών, των τσάρων και των πολεμιστών. Επιπλέον, αξίζει να προστατέψουμε και  λόγω των γεωργικών συγκριτικών πλεονεκτημάτων της, των ποτάμιων οδών επικοινωνίας, των λιμενικών και λοιπών  δικτύων υποδομής, των δημογραφικών στοιχείων και των άφθονων κοιτασμάτων ορυκτών πόρων.

Μάθημα 4: Η παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων είναι ρευστή

Η ισορροπία δυνάμεων -μια γεωπολιτική έννοια βασισμένη σε μια Νευτώνια αντίληψη της φυσικής- δεν είναι ποτέ στατική. Όπως ένας μηχανισμός ρολογιού σε διαρκή κίνηση, λειτουργεί ως δυναμική συσχέτιση δυνάμεων σε μόνιμη ροή. Από την άποψη αυτή, δεδομένου ότι οι πόλεμοι αναθεωρούν τις υπάρχουσες πολιτικές ισορροπίες, επιταχύνουν την ταχύτητα της ιστορίας με δραστικό και τεκτονικό τρόπο. Ως εκ τούτου, το χάος και η τάξη μπορούν να θεωρηθούν ως οι δύο όψεις του αυτού νομίσματος. Έτσι και παρότι ο πόλεμος της Ουκρανίας δεν είναι μια ηγεμονική σύγκρουση, συγκρινόμενη με τους Ναπολεόντειους Πολέμους, διακυβεύεται η μελλοντική δομή της πολικότητας και η επικράτηση της στρατηγικής σταθερότητας στο διεθνές σύστημα. Δεν είναι ακόμα σαφές εάν η διαμόρφωση που θα προκύψει τελικά θα ευνοήσει το δυτικό μπλοκ – που φαίνεται υποταγμένο στην αμερικανική ηγεσία- ή τον ευρασιατικό άξονα των ηπειρωτικών δυνάμεων. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι σκόπιμο να τονιστεί ότι η νίκη και η ήττα δεν είναι ποτέ μόνιμες συνθήκες. Ένα άλλο αναπάντητο ερώτημα είναι αν οι νέες αντιπαλότητες μπορούν να αντιμετωπιστούν στον Ψυχρό Πόλεμο 2.0 ή αν θα είναι πιο επικίνδυνες από εκείνες του παρελθόντος Ψυχρού Πολέμου.

Ως ένα αναθεωρητικό κράτος, η Ρωσία επιδίδεται σε ένα επικίνδυνο στοίχημα για να ξανασχεδιάσει την αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Ένας αποφασιστικός ρωσικός θρίαμβος θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει καταλύτη και να επισπεύσει τη ρωσική περιφερειακή ηγεμονία στον μετασοβιετικό χώρο, να ευνοήσει την επαναβεβαίωσή της ως υπολογίσιμης δύναμης και να δημιουργήσει έναν πιο πολυπολικό κόσμο. Με τη σειρά της, η Δύση ένωσε τις δυνάμεις της για να διασφαλίσει ότι ο συνδυασμός του οικονομικού πολέμου και της εξάντλησης των ρωσικών δυνάμεων στην Ουκρανία θα μειώσει τη δύναμη του ευρασιατικού μεγαθήριου μέχρι να καταρρεύσει τελικά ως μεγάλη δύναμη, ίσως με την προσδοκία ότι, ό,τι έχει απομείνει μπορεί ενδεχομένως να χρησιμοποιηθεί τόσο ως αιχμή του δόρατος όσο και ως cannon fodder(9) κατά της Κίνας. Παρ’ όλα αυτά δεν έχουμε ακόμη τη δυνατότητα να πούμε τι θα συμβεί εάν η Ρωσία καταρρεύσει. Υποθετικά σενάρια που αφορούν αναταραχή, εμφύλιο πόλεμο ή βαλκανιοποίηση -τα οποία εντάσσονται στο φάσμα του απρόβλεπτου- δεν μπορούν να αγνοηθούν. Επιπλέον, η συνοχή του δυτικού μπλοκ δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Αρκετά ευρωπαϊκά κράτη είναι ήδη απρόθυμα να ανταγωνιστούν τη Μόσχα. Μια ψυχρή σύγκρουση ή η διχοτόμηση της Ουκρανίας θα προκαλούσε, με τη σειρά της, ένα εύθραυστο αδιέξοδο εν αναμονή  να ανατραπεί καθώς και ένα σημείο ανάφλεξης που υποβόσκει.

Από την άλλη, το Πεκίνο βρίσκεται σε ιδιαίτερα περίπλοκη θέση. Θα μπορούσε να επωφεληθεί έχοντας υπό κινεζική υπεροχή και ως κατώτερο εταίρο μια αποδυναμωμένη Ρωσία ή να προσπαθήσει να ενισχύσει τη Ρωσία, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται τον κίνδυνο πρόκλησης της Ουάσιγκτον και των Βρυξελλών. Εξάλλου, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία εκτρέπει την αμερικανική προσοχή μακριά από την περιοχή των  Ινδο-Ειρηνικού ωκεανών. Η Κίνα μπορεί επίσης να κινηθεί με ασάφεια και να προσπαθήσει να κερδίσει περισσότερο χρόνο προκειμένου να αυξήσει τη συνολική εθνική της ισχύ και να προωθήσει τα φιλόδοξα έργα της που έχουν σχεδιαστεί για να τοποθετηθούν ως ο ακρογωνιαίος λίθος ενός ευρασιατικού γεωοικονομικού διαδρόμου. Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η ολοκλήρωση της στρατηγικής ατζέντας μιας μετρίου μεγέθους  δύναμης (Middle Kingdom’s), απαιτεί εύλογο βαθμό σταθερότητας αντί να επιδίδεται σε πιθανές αντιπαραγωγικές αντιπαραθέσεις ή Δον-κιχωτικές (quixotic) περιπέτειες. Ωστόσο, η κατάρρευση της Ρωσίας είναι επίσης προβληματική, διότι θα μπορούσε να σημαίνει ότι η Κίνα θα είναι ο επόμενος στόχος. Αποκαλυπτικά, μέχρι στιγμής οι περισσότερες χώρες από τη Μέση Ανατολή, η Κεντρική, η Νοτιοανατολική Ασία, η Λατινική Αμερική και η Αφρική ενεργούν προσεκτικά, μια στάση που τους δίνει την ευκαιρία να αντισταθμίσουν τις εκτιμήσεις τους και να αποφύγουν την ενδεχομένως μια απερίσκεπτη επιλογή της πλευράς με την οποία θα συνταχθούν. Είναι πολύ νωρίς για να πάρουμε ριψοκίνδυνες αποφάσεις, αλλά είναι  βέβαιο ότι θα επέλθουν ανακατάξεις μόλις διαφανούν οι νικητές και οι ηττημένοι.

Ο πόλεμος της Ουκρανίας καταδεικνύει επίσης ότι η ιδέα μιας παγκόσμιας «τάξης βασισμένης σε κανόνες» ως συστήματος που μπορεί να εγγυηθεί τη διεθνή διακυβέρνηση και να ρυθμίσει την κρατική συμπεριφορά, βασίζεται σε ανακριβείς υποθέσεις. Οι συλλογικοί κανόνες που έχουν σχεδιαστεί για να διασφαλίσουν την εναρμόνιση των συμφερόντων μπορούν να εφαρμοστούν μόνο εφόσον υπάρχουν συστατικά όπως μια συντριπτική δύναμη επιβολής, ένα κέντρο αδιαμφισβήτητης νόμιμης ηγεσίας και μια ισχυρή πολυμερής συναίνεση. Περιττό να πούμε ότι τέτοιες συνθήκες απουσιάζουν σ’ αυτό το άναρχο περιβάλλον που ενθαρρύνεται μια διαρκής «αρπακτικότητα». Επιπλέον, δεν υπάρχει κάτι πχ μια διεθνής κοινότητα ή μια παγκόσμιο κοινωνία όπου συμμερίζονται τις ίδιες αξίες παγκοσμίως. Στη ζούγκλα της διεθνούς πολιτικής, η ισχύς είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να κρατήσει την εξουσία υπό έλεγχο. Όταν μια ανισορροπία φτάσει σε αποσταθεροποιητικές αναλογίες, θα υπάρξει μια οργανική αντίδραση για να διορθωθεί. Με άλλα λόγια, οι αντίπαλες δυνάμεις και ο αμοιβαίος φόβος μπορούν σίγουρα να προκαλέσουν βίαιες συγκρούσεις, αλλά μπορούν να λειτουργήσουν και ως βάσεις σταθερότητας εάν αξιοποιηθούν σωστά μέσω της διπλωματίας για να αποφευχθούν οι πιο δυσάρεστες συνέπειές τους. Σε έναν «ατελή» κόσμο, η επικράτηση μιας ρεαλιστικής τάξης σημαίνει ότι οι αμοιβαίες εχθρότητες υποχωρούν μόνο ότι οι συνέπειές τους είναι πολύ δυσάρεστες.

Μάθημα 5: Ο εθνικισμός είναι η ισχυρότερη πολιτική δύναμη

Η δύναμη του εθνικισμού στον σύγχρονο κόσμο δεν μειώνεται. Είμαστε μακριά από αυτό. Στην πραγματικότητα, ο πόλεμος της Ουκρανίας καταδεικνύει την αυξανόμενη έλξη του ως ισχυρή πολιτική δύναμη που μπορεί να ωθήσει τους ανθρώπους να πεθάνουν και να σκοτώσουν υπό τρομακτικές και επικίνδυνες συνθήκες. Ο εθνικισμός συχνά παρερμηνεύεται επειδή η επιρροή του φιλελεύθερου διεθνισμού τον έχει κάνει να φαίνεται παράλογος και παροικιακός. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Ισραηλινό στοχαστή Yoram Hazony(10), ο εθνικισμός έχει να κάνει με την οργανική προσπάθεια των κυρίαρχων κρατών να επιδιώξουν την αυτοσυντήρηση τους, να διατηρήσουν την ικανότητα να καθορίζουν τη μοίρα τους σε έναν κόσμο που είναι συχνά εχθρικός, να επαναβεβαιώσουν τη συνοχή τους και να διατηρήσουν τα χαρακτηριστικά της ταυτότητάς τους που τα καθιστούν μοναδικά, π.χ. εθνικότητα, κληρονομιά, πολιτισμός, θρησκεία, ιστορικό υπόβαθρο, γλώσσα. Στην αδίστακτη αρένα της διεθνούς πολιτικής, οι αφηρημένες ρητορικές εκκλήσεις προς την ανθρωπότητα ακούγονται ως κούφια λόγια. Ως εκ τούτου, ως ενέργεια που ενθαρρύνει τη ζωτικότητα, ο εθνικισμός έχει πολύ νόημα σε μια Hobbesian(11) πραγματικότητα. Για τους εθνικιστές, η πίστη ορίζεται από συλλογικά πλαίσια σχέσεων και, εξ ορισμού, αυτό αποκλείει τους ξένους, οι οποίοι μπορούν να θεωρηθούν είτε σύμμαχοι είτε εχθροί ανάλογα με τις περιστάσεις.

Έτσι, παρά τον φιλοδυτικό προσανατολισμό της ουκρανικής εξωτερικής πολιτικής, οι Ουκρανοί δεν αγωνίζονται για την έννοια της δημοκρατίας. Αυτό για το οποίο είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους είναι η επιβίωση των οικογενειών, των κοινοτήτων και της πατρίδας τους. Παραδόξως, αντί να αποθαρρύνει τον ουκρανικό λαό, η ρωσική επιθετικότητα ενίσχυσε την αποφασιστικότητά τους να αγνοήσουν τις διαφορές τους και τις πικρές εσωτερικές αντιπαλότητες τους προκειμένου να αντισταθούν από κοινού. Σε τελική ανάλυση, η ύπαρξη ενός κοινού εχθρού είναι ένα ισχυρό κίνητρο για ενότητα των κοινωνικών τάξεων και να αναπτυχθεί η κρίσιμη μάζα που απαιτείται για την επίτευξη κυρίαρχης κρατικής υπόστασης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τα ρωσικά στρατεύματα δεν έγιναν δεκτά ως απελευθερωτές στους δρόμους των ουκρανικών πόλεων. Από την άλλη, η αυξανόμενη τάση για τον  εξοστρακισμό της Ρωσίας και η προοπτική επικείμενων οικονομικών δυσχερειών δεν έχουν αποθαρρύνει ούτε το ρωσικό λαό. Στην πραγματικότητα, η επιβολή κυρώσεων με στόχο την πτώση της Ρωσίας ως εθνικού κράτους ενθάρρυνε τον διαδεδομένο λαϊκό ρεβανσισμό και τη δυσαρέσκεια. Σε τελική ανάλυση, όταν ένα ολόκληρο έθνος είναι στόχος, η συγκέντρωση γύρω από τη σημαία είναι μια φυσική αντίδραση. Είναι ενδεικτικό ότι οι περισσότεροι Ρώσοι υποστηρίζουν τη στρατιωτική επέμβαση της Μόσχας στην Ουκρανία και τα ποσοστά αποδοχής του προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν αυξάνονται αντί να μειώνονται.

Μάθημα 6: Ο Κρατικός Μηχανισμός πρέπει να αντιμετωπίσει την πρόκληση των ακούσιων συνεπειών

Ένας από τους λόγους που συχνά υποστηρίζεται ότι ο πόλεμος είναι ένα στοίχημα είναι επειδή θα μπορούσε να θέσει σε κίνηση μια αλυσίδα γεγονότων που οδηγούν σε ακούσιες συνέπειες. Έτσι, όταν αντιμετωπίζουν δύσκολες συνθήκες, οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τους πολιτικούς μπορεί να φέρουν απρόβλεπτα αποτελέσματα ή, στη χειρότερη περίπτωση, να υποχρεωθούν σε υπερβολικές υποχωρήσεις. Ο πόλεμος της Ουκρανίας παρέχει αρκετά ενδεικτικά παραδείγματα.

Πρώτον, η αυστηρή προσέγγιση της Ρωσίας προς την επανένταξη της Ουκρανίας στη γεωπολιτική τροχιά της έχει στην πραγματικότητα κινητοποιήσει την απροθυμία του Κιέβου να επιστρέψει στη σφαίρα επιρροής της Μόσχας. Επιπλέον, η ρωσική εισβολή αποξένωσε ακόμη και τομείς του ουκρανικού πληθυσμού -ειδικά στις ανατολικές περιοχές της- που συνήθιζαν να υποθάλπουν ρωσοφιλικές συμπεριφορές πριν από λίγο καιρό. Κατά ειρωνικό τρόπο, η άρνηση των Ουκρανών να επαναπροσδιοριστούν από μια ολοένα και πιο επιθετική Ρωσία ενισχύθηκε από την επιθυμία του Κρεμλίνου να επαναφέρει την Ουκρανία σε καθεστώς δορυφόρου με τη βία. Η απόφαση αυτή ελήφθη πιθανότατα επειδή τα άλλα μέτρα όπως η συγκεκαλυμμένη δράση, η αυξανόμενη στρατιωτική πίεση, ο ψυχολογικός πόλεμος, ο ρόλος των παραστρατιωτικών ομάδων  και οι μυστικές επιχειρήσεις για να προκαλέσουν αλλαγή καθεστώτος, δεν κατάφεραν να διαμορφώσουν την εξέλιξη των γεγονότων σύμφωνα με τη στρατηγική ατζέντα της Μόσχας. Ωστόσο  και μια κλασσική στρατιωτική επίθεση δεν έκανε τα πράγματα ευκολότερα. Είναι πολύ νωρίς να πούμε και αυτό θα το καθορίσει μόνο ο χρόνος, πόσο αντιπαραγωγική θα μπορούσε να αποδειχθεί, μακροπρόθεσμα, ακόμη και μια πύρρειος νίκη. Εκτός κι αν ανατραπεί κατά κάποιο τρόπο η κατάσταση, μια κατοχή και μια παράλληλη παρατεταμένη εκστρατεία αντεπίθεσης κατά των ανταρτών που υποστηρίζονται με πληροφορίες, όπλα, χρήματα και υλικοτεχνική υποστήριξη που παρέχεται από το ΝΑΤΟ έχουν τη δυνατότητα να βλάψουν σοβαρά τη ρωσική εθνική ισχύ.

Σε κάθε περίπτωση και το Ευρο-ατλαντικό μπλοκ πιθανότατα να υποστεί τις επιπτώσεις αυτής της κατάστασης. Για παράδειγμα, η Ευρώπη έχει ήδη βιώσει τα αποτελέσματα της εξασφάλισης της εθνικής της ασφάλειας και άμυνας μέσω μιας εφησυχαστικής και υπερβολικής εξάρτησης από την πυρηνική ομπρέλα που παρέχουν οι ΗΠΑ στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, αν και η συμμαχία φαίνεται ισχυρή αυτή τη στιγμή, εξακολουθεί να είναι άγνωστο εάν οι ΗΠΑ θα ήταν πρόθυμες να πολεμήσουν κατά των ρωσικών στρατευμάτων στην περίπτωση που μια χώρα του ΝΑΤΟ, ειδικά εξ εκείνων που βρίσκονται σε προβληματικές θέσεις και είναι δύσκολο να προστατευθούν, όπως η Πολωνία ή οι Δημοκρατίες της Βαλτικής, δέχονταν επίθεση από ρωσικές δυνάμεις. Μια τέτοια άμεση δέσμευση θα μπορούσε κυριολεκτικά να προκαλέσει μια πυρηνική σύγκρουση. Είναι διατεθειμένοι οι Αμερικανοί να δεχτούν τον κίνδυνο μιας πιθανής αποκαλυπτικής αντιπαράθεσης με μια μεγάλη δύναμη οπλισμένη με πυρηνικά για να τιμήσουν το άρθρο 5 του Καταστατικού Χάρτη του ΝΑΤΟ προς υπεράσπιση της Βαρσοβίας; Η απάντηση είναι ασαφής, αλλά το θέμα και οι επιπτώσεις του σίγουρα προκαλούν ανησυχίες τόσο στην Ουάσιγκτον όσο και στις Βρυξέλλες. Κατά ειρωνικό τρόπο και εκ των υστέρων διαπιστώνεται ότι η επέκταση του ΝΑΤΟ θα μπορούσε να έχει διαμορφώσει ένα πιο επικίνδυνο περιβάλλον αντί να ενεργεί ως αποτελεσματική ασπίδα ασφαλείας. Επιπλέον, η υπό γαλλο-γερμανική ηγεσία ΕΕ είναι ένα «βαρέων βαρών» γεωοικονομικό πεδίο, αλλά στερείται των αυτόνομων δυνατοτήτων που χρειάζονται για να εξασφαλίσει τη δική της γεωπολιτική περίμετρο. Ως αποτέλεσμα, κρατείται όμηρος σε μια δίνη γεωπολιτικής αντιπαλότητας μεταξύ Ρωσίας και Αμερικής. Επιπλέον, είναι κατανοητή, υπό αυτές τις συνθήκες, η στρατηγική επιθυμία για μείωση της εξάρτησης από τη ροή της ρωσικής ενέργειας, αλλά η αντικατάσταση του ρωσικού φυσικού αερίου με αμερικανικό LNG(Υγροποιημένο Φυσικό Αέριο) θα είναι μια δαπανηρή λύση και το σημαντικότερο, δεν θα γίνει και πάλι αυτάρκης στην ενεργειακή της ασφάλεια. Με τη σειρά τους, οι οικονομικές διαταραχές που προκαλούνται από την αύξηση των τιμών της ενέργειας μπορούν να δημιουργήσουν πολιτικές αναταραχές ή/και πιέσεις για να επανεκτιμηθεί η στρατηγική εμμονή των κυρώσεων κατά της Μόσχας.

Από την άλλη, η εντυπωσιακή προβολή της δυτικής οικονομικής δύναμης πυρός μέσω φορέων όπως οι οικονομικές κυρώσεις, η κατάσχεση νομισματικών περιουσιακών στοιχείων και η πρόκληση οικονομικών διαταραχών κατά της Ρωσίας έχει ως στόχο να τιμωρήσει τη Μόσχα, να υποβαθμίσει τη ρωσική φυσική δύναμη, να εξαντλήσει το πολεμικό απόθεμα του Κρεμλίνου, να καταστρέψει τον πλούτο και να υποκινήσει την αλλαγή καθεστώτος. Ως εκ τούτου, αυτή η επίθεση θα δοκιμάσει την ετοιμότητα και την ανθεκτικότητα της Ρωσίας. Ωστόσο, αυτή η πορεία δράσης μπορεί επίσης να προκαλέσει συστημικές αλλαγές που θα αλλάξουν το παιχνίδι. Στην πραγματικότητα, υπογραμμίζει την επιμονή ότι τα κράτη που θα μπορούσαν ενδεχομένως να αμφισβητήσουν τα δυτικά συμφέροντα θα αναπτύξουν εναλλακτικές χρηματοπιστωτικές και νομισματικές πλατφόρμες, συστήματα και κέντρα ελέγχου πέρα από την άμεση επιρροή της Ουάσιγκτον και των Βρυξελλών. Η εργαλειοποίηση  της χρηματοδότησης από τη δύση μπορεί να ενισχύσει την αποφασιστικότητα ορισμένων χωρών να παρακάμψουν και ακόμη και να αμφισβητήσουν τόσο το καθεστώς του δολαρίου ΗΠΑ ως ηγεμονικό αποθεματικό νόμισμα όσο και τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές οδούς που συνδέονται οργανικά με τα κυκλώματά του μέσω άλλων επιλογών όπως ο χρυσός και άλλα σκληρά περιουσιακά στοιχεία με εγγενή αξία, καινοτομίες FinTech, πολυμερείς συμφωνίες και ψηφιακά νομίσματα. Έτσι, η επιτάχυνση της διχοτόμησης ή ο κατακερματισμός της παγκόσμιας νομισματικής και χρηματοπιστωτικής τάξης είναι ένα σενάριο που δεν μπορεί να απορριφθεί.

Μάθημα 7: Οι συγκρουόμενη πολιτισμικές κοσμοθεωρίες επιδεινώνουν τις εντάσεις

Αν και ο πόλεμος της Ουκρανίας είναι αποτέλεσμα ασύμβατων στρατηγικών συμφερόντων, οι συγκρουόμενες πολιτισμικές κοσμοθεωρίες τροφοδοτούν τις  φλόγες του πολέμου. Αυτή η εξέλιξη φαινομενικά επικυρώνει την ιδέα που προώθησε ο Samuel Huntington(12) ότι τα εθνικά κράτη τείνουν να στρέφονται  προς αντίστοιχα ομόλογα με τα οποία μοιράζονται όμοιες αξίες και κοινή κληρονομιά και να συγκρούονται με εκείνους των οποίων το ιστορικό, κοινωνικοπολιτιστικό και εθνοτικό υπόβαθρο είναι θεμελιωδώς διαφορετικό. Η Δύση θεωρεί τον εαυτό της ηγέτη του ελεύθερου κόσμου, υπέρμαχο των ιδανικών του Διαφωτισμού, φάρο προόδου, κοινότητα «ανοικτών κοινωνιών» και εγγυητή μιας «τάξης βασισμένης σε κανόνες», στην οποία θα τηρείται η φιλελεύθερη δημοκρατία, οι ελεύθερες αγορές και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Με τη σειρά της, η Ρωσία παρουσιάζεται σε μεγάλο βαθμό ως μια ιμπεριαλιστική, οπισθοδρομική, κλεπτοκρατική, σκληρή και κατασταλτική δικτατορία. Σε αρκετές δυτικές χώρες, ακόμη και τα ρωσικά προϊόντα, η μουσική, τα έργα λογοτεχνίας και τέχνης αποσύρονται  ως μια απερίφραστη καταδίκη όλων όσων αντιπροσωπεύει η ευρασιατική αυτή χώρα. Από την άλλη, η Ρωσία θεωρεί τον εαυτό της υπερήφανο και νόμιμο κληρονόμο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (η ρωσική αυτοκρατορική παράδοση ισχυρίζεται ότι η Μόσχα είναι «η Τρίτη Ρώμη»), προπύργιο του Ορθόδοξου Χριστιανισμού, υπερασπιστής του αποκαλούμενου «ρωσικού κόσμου», υπέρμαχου της γεωπολιτικής πολυπολικότητας και ενός ανελεύθερου προπύργιου της τάξης και της παράδοσης, χωρίς τη διάθεση να απολογείται για αυτό. Αντίθετα, η Δύση θεωρείται παρακμιακή, ηδονιστική, υλιστική, υποκριτική, άθεη, αλαζονική και ηθικά χρεοκοπημένη. Η κατηγορηματική απόρριψη και η κοροϊδία των ιδεολογικών τάσεων που σήμερα είναι της μόδας σε μεγάλο μέρος του δυτικού κόσμου αντικατοπτρίζει απροκάλυπτα αυτή την περιφρόνηση. Στη σύγχρονη Ρωσία, η Δύση απεικονίζεται ουσιαστικά ως μια υπερεκτιμημένη μεταμοντέρνα εκδοχή της Weimar Republic(13)/Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Ως εκ τούτου, αν και έχουν υπάρξει διαδοχικά  επεισόδια τόσο προσέγγισης όσο και αντιπαλότητας μεταξύ Ρωσίας και Δύσης, φαίνεται ότι το τρέχον διαζύγιο είναι μη αναστρέψιμο. Το γεγονός ότι οι απόψεις που υποστηρίζουν και οι δύο πλευρές είναι βαθιά μεσσιανικές(14) είναι ενοχλητικό, διότι ένας συμβιβασμός κατόπιν διαπραγματεύσεων είναι δύσκολο να επιτευχθεί όταν οι αυτόκλητοι ιδεολογικοί σταυροφόροι απονομιμοποιούν ο ένας τον άλλον. Για τον δυτικό κόσμο, η Ρωσία έχει γίνει ο μεγαλύτερος αιρετικός και παρίας που αξίζει να «ακυρωθεί» και, σε απάντηση, η Ρωσία έχει δηλώσει την επιθυμία της να αγκαλιάσει έναν ανατολικό στρατηγικό προσανατολισμό, μια μετατόπιση που υποστηρίζεται από τις γεωπολιτικές θεωρίες τόσο του αείμνηστου Yevgeny Primakov -ενός πρώην στελέχους της KGB όπως και ο ίδιος ο Βλαντιμίρ Πούτιν- και του Aleksander Dugin -του κύριου ιδεολόγου του Ευρασιανισμού- που έχουν την ανάγκη να σφυρηλατήσουν βαθύτερους δεσμούς με την Κίνα,  την Ινδία, το Ιράν, την Τουρκία, την Κεντρική Ασία, τη Μέση και την Άπω Ανατολή αντί να αναζητήσουν κατάλυμα με το Ευρω-ατλαντικό μπλοκ. Αυτός ο αναπροσανατολισμός θα αντιπροσώπευε μια ριζική απόκλιση από την εποχή που τα γαλλικά ήταν η γλώσσα του ρωσικού αυτοκρατορικού δικαστηρίου, τις προσπάθειες που ανέλαβε ο Μέγας Πέτρος για τον εκσυγχρονισμό της Ρωσίας σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και τη δημοτικότητα της αμερικανικής ροκ μουσικής μεταξύ των νεότερων γενεών κατά τη διάρκεια της σοβιετικής εποχής.

Συμπεράσματα

Η κοσμοπολίτικη, τεχνοκρατική και ρόδινη κοσμοθεωρία των παροιμιακών «Davos Men(15)/Άνθρωποι του Νταβός» που ο ίδιος ο Samuel P. Huntington επέκρινε για τις λανθασμένες υποθέσεις και την πνευματική κοντόφθαλμη εικόνα έχει παρανοηθεί την πραγματικότητα του πολέμου της Ουκρανίας. Ένα τέτοιο Ηouse of cards(16) έχει κλονιστεί άσχημα από τη γεωπολιτική σεισμικότητα. Οι σύγχρονοι «εμπειρογνώμονες» των οποίων το πρίσμα της ανάλυσης είναι στενό καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τα γεγονότα που δεν μπορούν να εξηγήσουν δεν έχουν κανένα νόημα ή ότι οι υπεύθυνοι ενεργούν με παράλογο τρόπο. Ως εκ τούτου, τα μαθήματα που διδάσκονται από αυτή την άγρια αφύπνιση τονίζουν την επιτακτική ανάγκη να αγκαλιάσουν πιο νηφάλια και περιεκτικά πλαίσια που προσφέρουν μια πιο έντονη αίσθηση επίγνωσης της κατάστασης σχετικά με τα σύνθετα φαινόμενα και τις απρόσωπες δυνάμεις των οποίων η συμπεριφορά προκαλεί τη συμβατική γνώση και ομαδική σκέψη. Ως εκ τούτου, και προκειμένου να ξεπεραστεί τόσο η σοφιστεία όσο και η στρατηγική μυωπία, μπορούν να είναι χρήσιμα τα ερμηνευτικά μοντέλα όπως η γεωπολιτική, η γεωοικονομική, ο πολιτικός ρεαλισμός, η μακρο-ιστορική ανάλυση μεγάλης εμβέλειας και η διεπιστημονική στρατηγική πρόβλεψη. Παραβλέποντας όμως τη δραματική σημασία του πολέμου της Ουκρανίας δεν θα ήταν απλώς μια γνωστική ανεπάρκεια, καθώς μια τέτοια παραμέληση θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια ακόμη μεγαλύτερη τραγωδία στο προβλέψιμο μέλλον. Μετά από όλα, οι πυξίδες ακριβούς ναυσιπλοΐας είναι απολύτως απαραίτητες για να πλεύσουμε στη μέση μιας χαοτικής καταιγίδας σε μια θάλασσα αβεβαιότητας. Στο κρησφύγετο των λιονταριών, οι ευσεβείς πόθοι, η ιερότητα και οι δυαδικές Manichean(17) /«μανιχαϊστικές» αναπαραστάσεις είναι λίγο πολύ άχρηστες. Η μεταφορική γραφή στον τοίχο είναι σαφής, το μήνυμά της πρέπει απλώς να διαβαστεί πριν να είναι πολύ αργά.

*Jose Miguel Alonso-Trabanco, είναι επαγγελματίας διεθνών σχέσεων που είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στην Εθνική Ασφάλεια και τη Στρατηγική Νοημοσύνη. Έχει εμπειρία ως αναλυτής, ερευνητής, εκτελεστικός σύμβουλος, σύμβουλος, καθηγητής, λέκτορας και συγγραφέας ακαδημαϊκών εργασιών. Αυτή τη στιγμή ακολουθεί διδακτορικό στις Σπουδές Άμυνας και Ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο Massey της Νέας Ζηλανδίας. Οι τομείς εξειδίκευσής του περιλαμβάνουν τη γεωπολιτική, την ασφάλεια, την κρατική τέχνη, τη φύση της εθνικής εξουσίας, τις διεθνείς αντιπαλότητες, τις συγκρούσεις, την ηγεμονία, τη μεγάλη στρατηγική, τις νέες αρένες στρατηγικού ανταγωνισμού και την αυξανόμενη σημασία των οικονομικών και νομισματικών υποθέσεων για τη γεωπολιτική πραγματικότητα στον 21ο αιώνα.

** Αντιστράτηγος εα, Επίτιμος Διοικητής 1ης Στρατιάς και Τέως Αρχηγός ΓΕΕΦ