Ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, επιβλέπει μια πυραυλική δοκιμή στο Κέντρο Ελέγχου Εθνικής Άμυνας (National Defense Control Center) στη Μόσχα, το 2018. Mikhail Klimentyev / Sputnik / Reuters

 Πώς θα αποφευχθεί μια επανάληψη της Κρίσης των Πυραύλων της Κούβας στην Ουκρανία

Graham Allison

Καθώς η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει καθυστερήσει και οι δυνάμεις της έχουν στραφεί στο πεδίο μάχης στα ανατολικά, ο πόλεμος εισέρχεται σε μια νέα, σκοτεινότερη και πιο επικίνδυνη φάση. Η Μαριούπολη παρέχει μια πρόγευση αυτού του μέλλοντος. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν που βομβάρδισε την ρωσική πόλη Γκρόζνι, [μετατρέποντας την] σε ερείπια για να την «απελευθερώσει», και που συνέπραξε με τον δικτάτορα της Συρίας, Μπασάρ αλ Άσαντ, για να κατεδαφίσει το Χαλέπι, σίγουρα δεν έχει ηθικούς ενδοιασμούς για τη μαζική καταστροφή. Επιπλέον, ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι πλέον αναμφισβήτητα ο πόλεμος του Πούτιν, και ο Ρώσος ηγέτης γνωρίζει ότι δεν μπορεί να χάσει —χωρίς να διακινδυνεύσει το καθεστώς του ή ακόμη και την ζωή του. Έτσι, καθώς οι μάχες συνεχίζονται, εάν πιεστεί να επιλέξει μεταξύ μιας ντροπιαστικής υποχώρησης και της κλιμάκωσης του επιπέδου της βίας, θα πρέπει να προετοιμαστούμε για το χειρότερο. Στην ακραία περίπτωση, αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει πυρηνικά όπλα.

 Με τις ενδείξεις ότι οι ρωσικές δυνάμεις έχουν εμπλακεί σε φρικτές δολοφονίες αθώων αμάχων να αυξάνονται, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί τους αντιμετωπίζουν αυξανόμενη πίεση να επέμβουν με τρόπους που διακινδυνεύουν να διευρύνουν τον πόλεμο. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, έχει κινητοποιήσει έναν παγκόσμιο συνασπισμό που επιβάλλει τώρα στην Ρωσία το πιο ολοκληρωμένο χαρτοφυλάκιο επώδυνων κυρώσεων που έχει δει ποτέ ο κόσμος. Ουσιαστικά έχει ακυρώσει τον Πούτιν και τους υποστηρικτές του, καθιστώντας τους παρίες σε μεγάλο μέρος του Δυτικού κόσμου. Μαζί με τους συμμάχους στο ΝΑΤΟ, οι Ηνωμένες Πολιτείες προμηθεύουν επίσης με εκτεταμένες ποσότητες όπλων τους Ουκρανούς, οι οποίοι πολεμούν με θάρρος για την ελευθερία τους. Πολλοί Αμερικανοί, ωστόσο, ως πολίτες του πιο ισχυρού έθνους στην Γη, θα ρωτήσουν τι άλλο μπορεί να κάνει η κυβέρνηση Μπάιντεν. Ήδη, ένας χορός σχολιαστών και πολιτικών καλεί τον Μπάιντεν να επιβάλει ζώνη απαγόρευσης πτήσεων πάνω από περιοχές της Ουκρανίας ή να μεταφέρει πολωνικά αεροσκάφη MiG-29 στο Κίεβο.

Αυτό που ετούτες οι απαιτήσεις δεν λαμβάνουν υπόψη, ωστόσο, είναι ένα κεντρικό δίδαγμα του Ψυχρού Πολέμου: εάν οι στρατιωτικές δυνάμεις των πυρηνικών υπερδυνάμεων επρόκειτο ποτέ να εμπλακούν σε έναν θερμό πόλεμο, στον οποίο έκαστη θα σκοτώσει ή θα εξετάσει σοβαρά επιλογές που θα μπορούσαν να σκοτώσουν εκατοντάδες ή χιλιάδες [πολίτες] της άλλης, η κλιμάκωση από εκεί έως την τελική παγκόσμια καταστροφή του πυρηνικού πολέμου μπορεί να είναι απρόσμενα σύντομη. Η κλασική περίπτωση είναι η κρίση των πυραύλων της Κούβας του 1962.

Όταν ένα κατασκοπευτικό αεροσκάφος των ΗΠΑ έπιασε την Σοβιετική Ένωση ενώ προσπαθούσε να βάλει κρυφά πυραύλους με πυρηνικές κεφαλές στην Κούβα, ο πρόεδρος Τζον Φ. Κένεντι αποφάσισε αμέσως ότι δεν μπορούσε να το ανεχθεί. Αντιμετώπισε τον Σοβιετικό ηγέτη, Νικίτα Χρουστσόφ, σε αυτήν που ο υπουργός Εξωτερικών, Dean Rusk, αποκάλεσε περιφήμως ως αντιπαράθεση «ενώπιος ενωπίω» (eyeball to eyeball), η οποία ξεκίνησε με έναν ναυτικό αποκλεισμό της Κούβας και τερματίστηκε με ένα τελεσίγραφο που απειλούσε με αεροπορικές επιδρομές στις τοποθεσίες των πυραύλων. Οι ιστορικοί συμφωνούν ότι αυτή ήταν η πιο επικίνδυνη στιγμή στην καταγεγραμμένη ιστορία. Σε μια ήσυχη στιγμή κοντά στο τέλος αυτών των 13 ημερών, ο Κένεντι εκμυστηρεύτηκε ιδιωτικά στον αδελφό του Μπόμπι ότι πίστευε πως η πιθανότητα να καταλήξει η σύγκρουση σε πυρηνικό πόλεμο ήταν «μια στις τρεις». Τίποτα από όσα έχουν ανακαλύψει οι ιστορικοί στις δεκαετίες έκτοτε δεν έχει κάνει οτιδήποτε για να μειώσει αυτές τις πιθανότητες. Αν είχε έρθει εκείνος ο πόλεμος, θα μπορούσε να σημάνει τον θάνατο 100 εκατομμυρίων Αμερικανών και ακόμη περισσότερων Ρώσων.

Τα διδάγματα από εκείνη την κρίση έχουν δικαιολογήσει τις πυρηνικές πολιτικές στις δεκαετίες [που πέρασαν] από τότε. Μετά από 60 χρόνια χωρίς μια ανάλογη αντιπαράθεση, η προοπτική ενός πυρηνικού πολέμου έχει γίνει σχεδόν αδιανόητη για πολλούς παρατηρητές. Ευτυχώς, ο Μπάιντεν και τα βασικά μέλη της κυβέρνησής του γνωρίζουν καλύτερα. Καθώς σχεδιάζουν την στρατηγική τους για να ανταποκριθούν στην πρόκληση του Πούτιν, γνωρίζουν ότι η στρατηγική εθνικής ασφαλείας της Ρωσίας περιλαμβάνει την χρήση πυρηνικών όπλων σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, ακόμη και όταν η άλλη πλευρά δεν τα έχει χρησιμοποιήσει ή δεν έχει απειλήσει να τα χρησιμοποιήσει. Έχουν εξετάσει ρωσικές στρατιωτικές ασκήσεις, στις οποίες οι ρωσικές δυνάμεις εφαρμόζουν αυτό που το δόγμα τους αποκαλεί «Κλιμάκωσε για να αποκλιμακώσεις» (“escalate to deescalate”), ένα δόγμα που προβλέπει την χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων για την αντιμετώπιση μιας μεγάλης κλίμακας συμβατικής απειλής για την Ρωσία και τους συμμάχους της.

Έτσι, ενώ οι περισσότεροι παρατηρητές έχουν απορρίψει ως απλές προσπάθειες εκφοβισμού την σκοτεινή απειλή του Πούτιν για «συνέπειες που δεν έχετε βιώσει ποτέ στην ιστορία σας» και το ότι έθεσε τις ρωσικές πυρηνικές δυνάμεις σε «ειδική ετοιμότητα μάχης», η ομάδα του Μπάιντεν σίγουρα δεν το έχει κάνει. Για παράδειγμα, εάν ο Πούτιν διαπιστώσει ότι ο στρατός του υπόκειται σε μια τρομερή ήττα στο συμβατικό πεδίο της μάχης, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι ίσως θα επιχειρούσε να αναγκάσει τον Ουκρανό πρόεδρο, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, να παραδοθεί, χρησιμοποιώντας ένα τακτικό πυρηνικό όπλο —μια βόμβα χαμηλότερης απόδοσης, ωστόσο, με καταστροφικές συνέπειες— σε μια από τις μικρότερες πόλεις της Ουκρανίας. Και αν οι Ηνωμένες Πολιτείες επρόκειτο να απαντήσουν με τον ίδιο τρόπο, θα μπορούσαμε να δούμε ένα πυρηνικής «παίγνιο του δειλού» (chicken game) ακόμα πιο επικίνδυνο από την αντιπαράθεση για την Κούβα.

ΠΩΣ ΟΙ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΠΥΡΗΝΙΚΕΣ

Πώς θα μπορούσε η δυναμική του 1962 να έχει οδηγήσει σε πυρηνικό πόλεμο; Οι αναλυτές αυτής της κρίσης έχουν εντοπίσει περισσότερες από δώδεκα εύλογες οδούς που θα μπορούσαν να είχαν οδηγήσει στην αποτέφρωση αμερικανικών πόλεων. Μια από τις πιο γρήγορες αρχίζει με ένα γεγονός που δεν ήταν καν γνωστό στον Κένεντι εκείνη την εποχή. Το βασικό ζήτημα για τον Κένεντι και τους συνεργάτες του ήταν να εμποδίσουν τους Σοβιετικούς να εγκαταστήσουν επιχειρησιακούς πυρηνικούς πυραύλους μέσου και ενδιάμεσου βεληνεκούς στην Κούβα, οι οποίοι θα μπορούσαν να χτυπήσουν τις ηπειρωτικές Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν γνώριζαν, ωστόσο, ότι οι Σοβιετικοί είχαν ήδη τοποθετήσει περισσότερα από 100 τακτικά πυρηνικά όπλα στο νησί. Επιπλέον, οι 40.000 σοβιετικοί στρατιώτες που αναπτύχθηκαν εκεί είχαν τόσο την τεχνική ικανότητα όσο και την εξουσιοδότηση να χρησιμοποιήσουν αυτά τα όπλα εάν δέχονταν επίθεση.

Φανταστείτε, για παράδειγμα, ότι την δωδέκατη μέρα εκείνης της μοιραίας κρίσης, ο Χρουστσόφ είχε απορρίψει κατηγορηματικά την τελευταία και τελεσίδικη πρόταση του Κένεντι για την επίλυσή της. Ο Κένεντι είχε προτείνει μια συμφωνία, στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες θα δεσμεύονταν να μην εισβάλουν ποτέ στην Κούβα, εάν η Σοβιετική Ένωση απέσυρε τους πυραύλους της, την οποία συνδύασε με ένα ιδιωτικό τελεσίγραφο όπου απειλούσε να επιτεθεί στην Κούβα σε 24-48 ώρες εάν ο Χρουστσόφ αρνείτο. Αναμένοντας μια αρνητική απάντηση, ο Κένεντι είχε ήδη εξουσιοδοτήσει μια εκστρατεία βομβαρδισμού για να καταστραφούν όλοι οι πύραυλοι στο νησί˙ επίσης, αυτή επρόκειτο να ακολουθηθεί άμεσα από μια εισβολή, για να διασφαλιστεί ότι θα εξαλείφονταν τυχόν όπλα που δεν τα πέτυχαν τα χτυπήματα. Αλλά καθώς τα αμερικανικά στρατεύματα αποβιβάζονταν στο νησί και εμπλέκονταν με σοβιετικά στρατεύματα, οι διοικητές των ΗΠΑ πιθανότατα θα γίνονταν στόχοι των τακτικών πυρηνικών όπλων, των οποίων η παρουσία ήταν άγνωστη σε αυτούς. Αυτά τα όπλα θα είχαν βυθίσει επίσης τα αμερικανικά πλοία που είχαν μεταφέρει [τα στρατεύματα] στο νησί και ίσως ακόμη και να χτυπούσαν λιμάνια στην Φλόριντα, από τα οποία θα έρχονταν οι εισβολείς.

 

Ο χάρτης του προέδρου Τζον Φ. Κένεντι, ο οποίος δείχνει τις τοποθεσίες των ρωσικών πυραύλων, με σημειώσεις από τις 16 Οκτωβρίου 1962. Brian Snyder/Reuters

Σε εκείνο το σημείο, ο Χρουστσόφ θα είχε διατάξει τα 20 ICBM των Σοβιετικών, που ήταν ικανά να παραδώσουν κεφαλές στην ενδοχώρα των ΗΠΑ, να τροφοδοτηθούν με καύσιμα ώστε να είναι προετοιμασμένα για εκτόξευση. Ο Κένεντι θα αντιμετώπιζε τότε ένα καταδικαστικό δίλημμα. Θα μπορούσε να είχε διατάξει μια προληπτική επίθεση στο πυρηνικό οπλοστάσιο των Σοβιετικών -μια επίθεση που πιθανότατα θα άφηνε τους Σοβιετικούς με αρκετά εναπομείναντα όπλα για να σκοτώσουν δεκάδες εκατομμύρια Αμερικανούς- ή θα μπορούσε να είχε επιλέξει να μην χτυπήσει, γνωρίζοντας ότι άφηνε τις Ηνωμένες Πολιτείες ευάλωτες σε μια επίθεση από το πλήρες σοβιετικό οπλοστάσιο, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει τον θάνατο περισσότερων από 100 εκατομμυρίων Αμερικανών.

Ευτυχώς, όσο φρικτός κι αν έχει γίνει ο πόλεμος της Ρωσίας εναντίον της Ουκρανίας, ο κίνδυνος ότι θα τελειώσει με πυρηνικές βόμβες που καταστρέφουν τις αμερικανικές πόλεις δεν βρίσκεται πουθενά κοντά στις μια στις τρεις [πιθανότητες] του JFK. Πράγματι, κατά την καλύτερη κρίση μου, είναι λιγότερο από μια στις 100 —και πιθανότατα πιο κοντά σε μια στις 1.000. Υπάρχουν δύο κύριοι λόγοι για τους οποίους η εισβολή του Πούτιν δεν έχει γίνει μια συνέχεια της πυραυλικής κρίσης του 1962. Πρώτον, ο Πούτιν έχει φροντίσει ιδιαίτερα να μην απειλήσει ζωτικά εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένου του να αποφύγει να υπερβεί τέτοιες κόκκινες γραμμές όπως η εισβολή ή επίθεση στο έδαφος οποιασδήποτε χώρας του ΝΑΤΟ˙ και δεύτερον, διότι ο Μπάιντεν ήταν εξαρχής αποφασισμένος να μην επιτρέψει σε όσα συμβαίνουν στην Ουκρανία να πυροδοτήσουν έναν ευρύτερο πόλεμο.

ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ ΑΥΤΟΣΥΓΚΡΑΤΗΣΗ

Η απάντηση του Μπάιντεν στην πρόκληση του Πούτιν έχει επιδείξει μια σταθερή στρατηγική σαφήνεια σχετικά με τα αμερικανικά εθνικά συμφέροντα. Κατανοεί τους πραγματικούς κινδύνους για το ότι η δυναμική στην Ουκρανία, εάν της γίνει κακή διαχείριση, θα μπορούσε να οδηγήσει σε πυρηνικό πόλεμο. Γνωρίζει επίσης ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν ζωτικό συμφέρον για την Ουκρανία, η οποία δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ και συνεπώς δεν έχει την εγγύηση του άρθρου 5 από την Ουάσιγκτον, ώστε να την υπερασπιστεί από μια επίθεση εναντίον της σαν να ήταν μια επίθεση εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών. Έτσι, το να σκοντάψει ο Μπάιντεν σε πόλεμο με την Ρωσία για την Ουκρανία θα μπορούσε να είναι το χειρότερο -και μάλιστα, δυνητικά το τελευταίο- μεγάλο λάθος στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ.

Σε μια αποφασιστική προσπάθεια να το αποτρέψει, καθώς τα ρωσικά στρατεύματα περικύκλωσαν την Ουκρανία, ο Μπάιντεν κατέστησε σαφές ότι η αποστολή αμερικανικών στρατευμάτων για να πολεμήσουν στην Ουκρανία «δεν ήταν στο τραπέζι». Σε μια συνέντευξη Τύπου, στις 8 Δεκεμβρίου [2021], δήλωσε ότι «η ιδέα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα χρησιμοποιήσουν μονομερώς βία για να αντιμετωπίσουν την Ρωσία [για να την αποτρέψουν] από το να εισβάλει στην Ουκρανία δεν είναι πιθανή». Έκτοτε, η ομάδα του Μπάιντεν έχει επανειλημμένα υπογραμμίσει αυτό το σημείο. Ανεξάρτητα από το πόσο σπαρακτικά είναι τα εγκλήματα του Πούτιν, η αποστολή στρατευμάτων των ΗΠΑ για να υπερασπιστούν τους Ουκρανούς θα σήμαινε πόλεμο με την Ρωσία. Αυτός ο πόλεμος θα μπορούσε να κλιμακωθεί σε έναν πυρηνικό Αρμαγεδδώνα, στον οποίο θύματα θα ήταν όχι μόνο οι Ουκρανοί αλλά και οι αντίστοιχοι πολίτες στην Ευρώπη, στην Ρωσία, και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εν συντομία, όπως το έθεσε ο Μπάιντεν: οι Ηνωμένες Πολιτείες «δεν θα πολεμήσουν τον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο στην Ουκρανία».

Οι επικριτές του Μπάιντεν στο Κογκρέσο ισχυρίζονται τώρα ότι η επιφυλακτικότητά του προσκάλεσε την εισβολή του Πούτιν. Σύμφωνα με τον Ρεπουμπλικάνο γερουσιαστή Tom Cotton, «ο υποχωρητικός κατευνασμός του Μπάιντεν προκάλεσε τον Πούτιν». Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν έναν ισχυρό πρόεδρο όπως ο Τζορτζ Μπους [ο νεότερος], ισχυρίζεται ο Cotton και οι σύμμαχοί του, η εισβολή δεν θα είχε συμβεί ποτέ. Οι αντιπαραθέσεις είναι περίπλοκες. Αλλά σε αυτή την περίπτωση, λίγη εφαρμοσμένη ιστορία βοηθά πολύ.

Αναλογιστείτε την εισβολή του Πούτιν στην Γεωργία το 2008. Ο Μπους ήταν πρόεδρος και οι εξελίξεις στην Γεωργία ήταν σε γενικές γραμμές παρόμοιες με εκείνες στην Ουκρανία πριν από την εισβολή της Ρωσίας. Εκείνη την εποχή, οι προσπάθειες της Γεωργίας να αντιμετωπίσει τους υποστηριζόμενους από την Ρωσία αυτονομιστές θεωρήθηκαν από τον Πούτιν ως μια απαράδεκτη απειλή. Μετά την σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ εκείνο το έτος, κατά την οποία η κυβέρνηση Μπους είχε επιχειρήσει και είχε αποτύχει να εντάξει βιαστικά την Γεωργία και την Ουκρανία στο ΝΑΤΟ, ο αναθαρρημένος Γεωργιανός πρόεδρος, Mikheil Saakashvili, έλαβε σκληρά μέτρα στην αποσχισθείσα επαρχία της Νότιας Οσετίας. Όταν ο Πούτιν απάντησε, διατάσσοντας τα ρωσικά στρατεύματα να εισβάλουν στην Γεωργία, σίγουρα δεν είχε καμία αμφιβολία για την ετοιμότητα του Μπους να στείλει στρατεύματα των ΗΠΑ στον πόλεμο. Εξάλλου, τον είχε δει να στέλνει 130.000 στρατιώτες για να εισβάλουν στο Ιράκ το 2003 και δεκάδες χιλιάδες ακόμη στο Αφγανιστάν. Τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι αντί να αποτρέψουν τον Πούτιν, οι λεονταρισμοί του Μπους χρησίμευσαν κυρίως για να ενθαρρύνουν την απερισκεψία του Saakashvili, ο οποίος με την σειρά του παρείχε το πρόσχημα για την εισβολή του Πούτιν.

Καθώς οι Ρώσοι εισβολείς πλησίαζαν την πρωτεύουσα της Γεωργίας, η κυβέρνηση Μπους αντιμετώπισε μια περαιτέρω επιλογή. Όπως ήταν αναμενόμενο, ορισμένα μέλη της κυβέρνησης, ιδιαίτερα οι βοηθοί στο γραφείο του αντιπροέδρου, Ντικ Τσέινι, έκαναν έκκληση να σταλούν στρατεύματα των ΗΠΑ για να αποτρέψουν την κατάληψη της Γεωργίας από την Ρωσία [2]. Σε μια ειδική συνεδρίαση του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας (National Security Council) υπό την προεδρία του ίδιου του προέδρου, ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του, Stephen Hadley, έθεσε ευθέως το ερώτημα: «Είμαστε έτοιμοι να πάμε σε πόλεμο με την Ρωσία για την Γεωργία;» Στην συνέχεια, ο πρόεδρος ζήτησε από κάθε συμμετέχοντα στην συνάντηση να δώσει την δική του απάντηση. Όπως το έθεσε αργότερα ο Hadley, «ήθελα να κάνω τον κόσμο να ανοίξει τα χαρτιά του σχετικά με μια πιθανή στρατιωτική απάντηση» —γνωρίζοντας ότι σε διαφορετική περίπτωση κάποιοι από αυτούς θα μπορούσαν αργότερα να ισχυριστούν ότι ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν για την Γεωργία αλλά δεν εισακούστηκαν. Καθώς [το ζήτημα] έκανε το γύρο του τραπεζιού, κανείς, συμπεριλαμβανομένου του Τσέινι, της υπουργού Εξωτερικών, Κοντολίζα Ράις, και του υπουργού Άμυνας, Bob Gates, δεν ήταν διατεθειμένος να ψηφίσει «ναι». Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν προσέτρεξαν σε βοήθεια της Γεωργίας και ο πόλεμος τελείωσε μέσα σε δύο εβδομάδες.

ΕΝΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΑΠΟ ΠΟΛΛΟΥΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥΣ

Είναι διδακτικό το ότι οι επιλογές που έγιναν από τις κυβερνήσεις του Μπάιντεν και του Μπους είναι συνεπείς με αυτές που έγιναν από κάθε άλλη κυβέρνηση των ΗΠΑ που έχει αντιμετωπίσει ένα παρόμοιο δίλημμα. Όταν οι Σοβιετικοί απέκλεισαν τον αυτοκινητόδρομο προς το Βερολίνο, το 1948, ο πρόεδρος Χάρι Τρούμαν απέρριψε την πρόταση των στρατιωτικών διοικητών του να βάλει τις δυνάμεις των ΗΠΑ να τον διασχίσουν πολεμώντας. Ο πρόεδρος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ επέλεξε να μην στείλει στρατεύματα των ΗΠΑ για να υπερασπιστούν την ουγγρική εξέγερση του 1956 -μια απόφαση που επαναλήφθηκε από τον πρόεδρο Λίντον Τζόνσον στην Τσεχοσλοβακία κατά την διάρκεια της Άνοιξης της Πράγας, το 1968. Ο Κένεντι αρνήθηκε να επιτεθεί στα σοβιετικά στρατεύματα που έχτιζαν το Τείχος του Βερολίνου. Και όταν, το 1983, οι Σοβιετικοί κατέρριψαν ένα επιβατικό αεροσκάφος που είχε ξεμακρύνει κατά λάθος στον σοβιετικό εναέριο χώρο -μια επίθεση που σκότωσε 52 Αμερικανούς, συμπεριλαμβανομένου ενός εν ενεργεία μέλους του Κογκρέσου- ο πρόεδρος Ρόναλντ Ρήγκαν επίσης αρνήθηκε να κλιμακώσει. Σε κάθε περίπτωση, ο άνθρωπος που είχε την τελική ευθύνη δεν ήταν προετοιμασμένος να διακινδυνεύσει την επιβίωση του έθνους για τίποτα λιγότερο από ένα σαφές ζωτικό εθνικό συμφέρον.

Όπως οι προκάτοχοί τους, [έτσι και] ο Μπάιντεν, ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, στρατηγός Mark Milley, ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας, Jake Sullivan, και άλλοι στην κυβέρνηση όχι μόνο διάβασαν για το τι συνέβη στην κρίση των πυραύλων της Κούβας, αλλά συμμετείχαν επίσης σε προσομοιωμένα παίγνια πολέμου που είχαν σχεδιαστεί για να τους επιτρέψουν να βιώσουν εμμέσως τον πυρηνικό κίνδυνο. Έχουν παίξει τους ρόλους εκείνων που κάθονταν γύρω από το τραπέζι με τον JFK, συζητώντας επιλογές που ήξεραν ότι θα μπορούσαν να προκαλέσουν μια πυρηνική επίθεση η οποία θα μπορούσε να σκοτώσει τις ίδιες τις οικογένειές τους. Έχουν αναθεωρήσει το SIOP, ή αλλιώς Ενιαίο Ολοκληρωμένο Επιχειρησιακό Σχέδιο (Single Integrated Operational Plan) -το γενικό σχέδιο των Ηνωμένων Πολιτειών για έναν πυρηνικό πόλεμο, που επινοήθηκε για πρώτη φορά στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και το οποίο, εάν γίνει απαραίτητο, παρέχει ένα μενού διαδικασιών εκτόξευσης και επιλογών στόχευσης για το πυρηνικό οπλοστάσιο των ΗΠΑ. Ο Μπάιντεν και οι ανώτεροι σύμβουλοί του έχουν αναλογιστεί το γεγονός ότι ενώ οι στρατηγικές πυρηνικές δυνάμεις των ΗΠΑ μπορούν να σβήσουν την Ρωσία από τον χάρτη, στο τέλος οποιασδήποτε τέτοιας αντιπαράθεσης οι Ηνωμένες Πολιτείες επίσης θα χάνονταν. Καταλαβαίνουν συνεπώς την βαθιά αλήθεια που συνέλαβε ο Ρόναλντ Ρήγκαν στην περίφημη ατάκα του: «Ένας πυρηνικός πόλεμος δεν μπορεί να κερδηθεί και δεν πρέπει ποτέ να διεξαχθεί».

Οι δύο προτάσεις του Ρήγκαν είναι εύκολο να απαγγελθούν, αλλά δύσκολο να ενσωματωθούν στην στρατηγική σκέψη. Παρόλο που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τον ισχυρότερο στρατό στον κόσμο, με πυρηνικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να μετατρέψουν την Ρωσία σε νεκροταφείο, το πρώτο σημείο του Ρήγκαν μας υπενθυμίζει ότι στο τέλος ετούτου του πολέμου, η Ρωσία θα είχε επίσης καταστρέψει εντελώς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κανείς δεν θα μπορούσε να το ονομάσει νίκη αυτό. Αυτή η κατάσταση -που περιγράφεται από τους στρατηγιστές του Ψυχρού Πολέμου ως MAD (αμοιβαία εξασφαλισμένη καταστροφή, mutually assured destruction)– έχει μετατρέψει σε παραφροσύνη τον πόλεμο μεταξύ εχθρών με ισχυρά πυρηνικά οπλοστάσια. Η τεχνολογία, ουσιαστικά, έχει κάνει τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ρωσία αχώριστες ενωμένες δίδυμες. Ενώ μπορούν να αλληλοσκοτωθούν, καμία δεν μπορεί να το κάνει χωρίς να αυτοκτονήσει ταυτόχρονα.

Το δεύτερο μισό της προειδοποίησης του Ρήγκαν είναι ακόμη πιο δύσκολο να εσωτερικευθεί: ότι ένας πυρηνικός πόλεμος «δεν πρέπει ποτέ να διεξαχθεί». Όσο σατανική και επικίνδυνη κι αν είναι σήμερα η Ρωσία του Πούτιν, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να βρουν έναν τρόπο να τη νικήσουν χωρίς να πάνε σε πόλεμο. Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η αποφυγή του πολέμου με την Σοβιετική Ένωση σήμαινε την αποδοχή περιορισμών στις πρωτοβουλίες των ΗΠΑ για την καταπολέμηση των Σοβιετικών, που διαφορετικά θα ήταν εντελώς απαράδεκτοι. Αυτοί περιελάμβαναν το να ζουν, για όσο μακριά μπορούσε κάποιος να δει, με την σοβιετική κατοχή των αιχμαλώτων εθνών της Ανατολικής Ευρώπης, ακόμη και όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες έκαναν ό,τι μπορούσαν για να υπονομεύσουν την υποστήριξη σε αυτά τα κομμουνιστικά καθεστώτα και να φτάσουν σε συμβιβασμούς [3] στους οποίους αμφότερα τα έθνη συμφώνησαν να μην αναπτύξουν ορισμένα οπλικά συστήματα —για παράδειγμα, πυρηνικές δυνάμεις μέσου βεληνεκούς— που θα μπορούσαν να αυξήσουν τον κίνδυνο λανθασμένων υπολογισμών ή ατυχημάτων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πόλεμο.

Ιδιαίτερα στην σημερινή καυτή ατμόσφαιρα της Ουάσιγκτον, μπορεί να είναι χρήσιμο να θυμηθούμε ότι όταν ο Ρήγκαν υπέγραψε την Συνθήκη για τις Πυρηνικές Δυνάμεις Μέσου Βεληνεκούς (Intermediate-Range Nuclear Forces Treaty - INF), ο αρθρογράφος της [εφημερίδας] Washington Post, George Will, τον κατηγόρησε ότι «επιτάχυνε τον ηθικό αφοπλισμό –ο πραγματικός αφοπλισμός θα ακολουθήσει». Ο κορυφαίος συντηρητικός διανοούμενος της εποχής, William Buckley, αποκάλεσε τη συμφωνία INF του Ρήγκαν «σύμφωνο αυτοκτονίας». Σχετικά με αυτές τις επικρίσεις, ο Ρήγκαν έγραψε: «Κάποιοι από τους πιο ριζοσπαστικούς συντηρητικούς υποστηρικτές μου διαμαρτυρήθηκαν ότι κατά τις διαπραγματεύσεις με τους Ρώσους σχεδίαζα να εγκαταλείψω τη μελλοντική ασφάλεια της χώρας μας. Τους διαβεβαίωσα ότι δεν θα υπογράφαμε καμία συμφωνία που θα μας έφερνε σε μειονεκτική θέση, αλλά ακόμη δεχόμουν πολλές επικρίσεις από αυτούς —πολλοί από τους οποίους, ήμουν πεπεισμένος, πίστευαν ότι έπρεπε να προετοιμαστούμε για πυρηνικό πόλεμο επειδή ήταν «αναπόφευκτος».

ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΕ ΑΛΛΑ ΜΕΣΑ

Μεταξύ των πολλών διδαγμάτων από την κρίση των πυραύλων της Κούβας ένα μπορεί να αποδειχτεί ιδιαίτερα σημαντικό για την κυβέρνηση Μπάιντεν [4] τις επόμενες εβδομάδες —ιδιαίτερα αν ο Πούτιν βρεθεί στριμωγμένος στην γωνία. Όπως είπε ο JFK στην πιο σημαντική ομιλία του για την εξωτερική πολιτική, μήνες μόλις μετά την κρίση των πυραύλων της Κούβας, «πάνω απ' όλα, ενώ υπερασπιζόμαστε τα δικά μας ζωτικά συμφέροντα, οι πυρηνικές δυνάμεις πρέπει να αποτρέψουν αυτές τις αντιπαραθέσεις που φέρνουν έναν αντίπαλο στην επιλογή είτε της ταπεινωτικής υποχώρησης είτε του πυρηνικού πολέμου». Αν αυτές ήταν οι μόνες δύο επιλογές μεταξύ των οποίων θα έπρεπε να διαλέξει ο Πούτιν, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι θα επέλεγε την πρώτη. Μολονότι ο Μπάιντεν έχει αποφύγει προσεκτικά να εξαναγκάσει τον Πούτιν [να φτάσει] σε αυτό το σημείο, τα γεγονότα κινούνται τώρα προς αυτό που ο Ρώσος ηγέτης θα μπορούσε να θεωρήσει ως ένα τέτοιο σταυροδρόμι. Εάν τα γεγονότα του πολέμου επί του πεδίου δεν του αφήσουν άλλες εναλλακτικές [εκτός] από το να χάσει αυτόν τον πόλεμο ή να σοκάρει τους Ουκρανούς και τον κόσμο με μια τακτική πυρηνική επίθεση, θα ήταν ανόητο να στοιχηματίσουμε ενάντια στην επιλογή της δεύτερης.

Για να το αποφύγει αυτό, ο Μπάιντεν και η ομάδα του θα πρέπει να επανεξετάσουν τι έκανε ο JFK καθώς είδε τα γεγονότα να κινούνται ταχέως προς το αδιέξοδο. Παρά την επιτυχία του ναυτικού αποκλεισμού των ΗΠΑ στο να εμποδίσει τους Σοβιετικούς να φέρουν επιπλέον πυραύλους στην Κούβα, δεν είχε κάνει τίποτα για να τους εμποδίσει να ετοιμάσουν τους πυραύλους που βρίσκονταν ήδη εκεί για να εκτοξευθούν εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών. Έτσι, το τελευταίο Σάββατο της κρίσης, οι σύμβουλοι του Κένεντι του είπαν ότι είχε μόνο δύο επιλογές: να επιτεθεί ή να αποδεχτεί μια σοβιετική βάση πυραύλων στην Κούβα ως τετελεσμένο γεγονός. Ο Κένεντι απέρριψε αμφότερα. Αντίθετα, επινόησε μια ευφάνταστη εναλλακτική που αποτελείτο από τρία στοιχεία: μια δημόσια συμφωνία στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες δεσμεύονταν να μην εισβάλουν στην Κούβα εάν η Σοβιετική Ένωση απέσυρε τους πυραύλους της, ένα ιδιωτικό τελεσίγραφο που απειλούσε με επίθεση στην Κούβα εντός των επόμενων 24 έως 48 ωρών εκτός εάν ο Χρουστσόφ αποδεχόταν εκείνη την προσφορά, και ένα μυστικό δέλεαρ που υποσχόταν την απόσυρση των αμερικανικών πυραύλων από την Τουρκία [5] εντός έξι μηνών μετά την επίλυση της κρίσης.

Στις περίπλοκες πολυεπίπεδες διαπραγματεύσεις και την διπλωματία που θα απαιτηθούν για να δημιουργηθεί μια παρόμοια διέξοδος για τον Πούτιν στην Ουκρανία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους θα χρειαστούν ακόμη περισσότερη φαντασία από όση χρειάστηκαν ο Κένεντι και οι σύμβουλοί του το 1962. Αλλά καθώς ο Μπάιντεν και η ομάδα του στέκονται στο ύψος των περιστάσεων, μπορούν να εμπνευστούν από την καλύτερη στιγμή του JFK.

Σύνδεσμοι:
[1]https://www.amazon.com/Destined-War-America-Escape-Thucydidess-ebook/dp/B01IAS9FZY
[2] 
https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2021-09-27/kremlin...
[3] 
https://www.foreignaffairs.com/articles/asia/2020-08-05/how-satellites-c...
[4] 
https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2021-09-29/biden-t...
[5] 
https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/2022-01-04/erdogans-...

Ο GRAHAM ALLISON είναι καθηγητής στην έδρα Διακυβέρνησης «Douglas Dillon» του Harvard Kennedy School και ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Destined for War: Can America and China Escape Thucydide’s Trap? [1]