Ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, συναντά τον Κινέζο πρόεδρο, Σι Τζινπίνγκ, στο Πεκίνο, τον Φεβρουάριο του 2022. Sputnik Photo Agency viaReuters

Το Πεκίνο θα μετανιώσει τελικά την υποστήριξή του στη Μόσχα

Odd Arne Westad

Όταν κάποιος είναι μέσα στον πόλεμο, είναι δύσκολο να σκεφτεί το τι θα ακολουθήσει. Σπάνια αυτό ίσχυε περισσότερο από όσο ισχύει για τον σημερινό ρωσο-ουκρανικό πόλεμο. Η σκέψη μας είναι αναγκαστικά θολωμένη από τα δεινά που έχει προκαλέσει στον λαό της Ουκρανίας η επιθετικότητα του Ρώσου προέδρου, Βλαντιμίρ Πούτιν. Εμποδίζεται επίσης από την έλλειψη εμπειρίας σε αυτό το είδος πολέμου. Μαζί, αυτά καθιστούν δύσκολο να φανταστούμε το πού πάμε από εδώ, ειδικά εν μέσω των κινδύνων της εποχής της αντιπαλότητας των μεγάλων δυνάμεων που έχει ξεκινήσει αυτή η εισβολή. Θα είναι μια εποχή έντονου ανταγωνισμού και απειλής —πολύ λιγότερο σταθερή από τον Ψυχρό Πόλεμο και πολύ πιο ριψοκίνδυνη από οποιαδήποτε άλλη εποχή από τότε που τερματίστηκε εκείνη η σύγκρουση. Οι πυρηνικές απειλές του Πούτιν έχουν ήδη δείξει πόσο υψηλά είναι τα διακυβεύματα σε αυτό που ακολουθεί.

 Ανεξάρτητα από το πώς θα τελειώσει αυτός ο πόλεμος, η σχέση μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας θα καθορίσει το εάν ο κόσμος θα μπορέσει να αποφύγει τον πόλεμο των μεγάλων δυνάμεων. Εάν η Κίνα συνεχίσει να υποστηρίζει το καθεστώς Πούτιν στις προσπάθειές του να υποτάξει τους γείτονές του με την βία, είναι πολύ πιθανό ότι ο κόσμος κάποια στιγμή θα σκοντάψει σε μια αντιπαράθεση μεταξύ της Ρωσίας και της Ευρώπης η οποία θα υποστηρίζεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εάν η Κίνα χαλιναγωγήσει τον Πούτιν ή εγκαταλείψει εντελώς τον συνασπισμό της μαζί του, μπορεί να είναι δυνατή η επιστροφή σε έναν πιο σταθερό ανταγωνισμό μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Όπως έχουν επισημάνει πολλοί παρατηρητές —συμπεριλαμβανομένων ορισμένων στην Κίνα— αυτή θα μπορούσε να είναι η στιγμή της Κίνας στην διεθνή σκηνή για να κάνει καλό στον εαυτό της και στους άλλους.

Ωστόσο, μέχρι στιγμής, η Κίνα δεν έχει αδράξει αυτή την ευκαιρία. Αντί να προσπαθεί να αποτρέψει την επίθεση εναντίον της Ουκρανίας, άναψε στον Πούτιν το πράσινο φως για να εισβάλει, ζητώντας μόνο να αναβληθεί η επίθεση για μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου. Μέχρι την στιγμή της εισβολής, το Υπουργείο Εξωτερικών της Κίνας παπαγάλιζε τα ψέματα της Ρωσίας σχετικά με το ότι ο προσχεδιασμένος επιθετικός πόλεμος ήταν αποκύημα της πυρετώδους φαντασίας της Δύσης. Την παραμονή της εισβολής, οι Κινέζοι κατηγόρησαν τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι «αύξαναν τις εντάσεις, δημιουργούσαν πανικό, ακόμη και προωθούσαν την πιθανότητα πολέμου». Ο εκπρόσωπος του κινεζικού Υπουργείου Εξωτερικών πρόσθεσε ότι «η ρωσική πλευρά έχει πει σε πολλές περιπτώσεις ότι δεν σκοπεύει να ξεκινήσει πόλεμο».

Όταν η Ρωσία όντως εισέβαλε λίγες ώρες αργότερα, η Κίνα στάθηκε στην άκρη και δεν έκανε τίποτα, εκτός από το να επικαλείται τις ευγενείς αντιλήψεις περί μη επέμβασης και να κατηγορεί τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους Ευρωπαίους εταίρους τους ότι είναι υπεύθυνοι για τις ενέργειες της Ρωσίας. Οι Ουκρανοί και άλλοι Ανατολικοευρωπαίοι άκουγαν με δυσπιστία, καθώς οι Κινέζοι ηγέτες συνέχιζαν [να μιλούν] για τις «δικαιολογημένες ανησυχίες της Ρωσίας για θέματα ασφάλειας» και τις «ιστορικές περιπλοκές» της κατάστασης των χωρών τους. Καθώς οι ρωσικοί πύραυλοι χτυπούσαν το Κίεβο, το Χάρκοβο, και τη Μαριούπολη, αναγκάζοντας μέχρι στιγμής σχεδόν δέκα εκατομμύρια αμάχους να τραπούν σε φυγή από τα σπίτια τους, η Κίνα κατηγόρησε «το, υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, ΝΑΤΟ» ότι «ώθησε την ένταση Ρωσίας - Ουκρανίας σε σημείο θραύσης».

ΚΑΙΓΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΓΕΦΥΡΕΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Η εικόνα για την Κίνα που έχει δημιουργήσει αυτή η ρητορική, ειδικά στην Ευρώπη, είναι αυτή του συνεργού της Ρωσίας στις μαζικές δολοφονίες στην Ουκρανία. Δεν είναι αυτό που έχει κάνει η Κίνα το οποίο έχει τρομοκρατήσει τους Ευρωπαίους –οι περισσότεροι ανέμεναν ότι το Πεκίνο θα απείχε όταν οι ρωσικές ενέργειες καταδικάζονταν στο Συμβούλιο Ασφαλείας και την Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Είναι η σκληρότητα της γλώσσας που έχουν χρησιμοποιήσει οι διπλωμάτες της Κίνας, η οποία ήταν τόσο βαθιά συγκλονιστική. Εάν οι «δικαιολογημένες ανησυχίες της Ρωσίας» μπορούν να οδηγήσουν την Κίνα στο να ανεχθεί την εισβολή σε έναν γείτονα με τον οποίο είχε φιλικές σχέσεις μέχρι να συμβεί η επίθεση, ποιος μπορεί να εμπιστευθεί την φιλία της Κίνας; Και η φλυαρία για τις «ιστορικές περιπλοκές» είναι ακόμη χειρότερη: η Ευρώπη είναι γεμάτη ιστορικές περιπλοκές, τις οποίες οι αυτοκρατορίες έχουν χρησιμοποιήσει στο παρελθόν για να παραβιάσουν Συνθήκες και να εισβάλουν σε μικρότερους γείτονες. Είναι η Ουκρανία τόσο «ιστορικά περίπλοκη» που δεν της αξίζει πραγματικά η δική της εδαφική ακεραιότητα ή ακόμη και η κρατική υπόστασή της;

Καθώς η επίθεση του Πούτιν συνεχίζεται, η εικόνα της Κίνας [2] στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Ομολογουμένως, ήταν σε πτώση πριν συμβεί αυτό, και οι εντάσεις αυξάνονταν. Όμως, ειδικά για τους Ευρωπαίους, η Ουκρανία άνοιξε ιδιαίτερα τα μάτια τους. «Η σιωπή της Κίνας για τις ρωσικές θηριωδίες λέει πολλά», λέει η Die Zeit, μια από τις κορυφαίες εφημερίδες της Γερμανίας. Αυτό που θα πει και θα κάνει η Κίνα για την Ουκρανία από εδώ και πέρα θα επηρεάσει τις κινεζικές σχέσεις με την Ευρώπη και με άλλες χώρες για τουλάχιστον την επόμενη δεκαετία, αν όχι περισσότερο.

Υπάρχει περίπτωση η Κίνα να διακόψει από τον Πούτιν ή τουλάχιστον να διευκολύνει τις πραγματικές διαπραγματεύσεις μεταξύ του καθεστώτος του και των Ουκρανών, διαπραγματεύσεις που θα ξεκινούν από την προϋπόθεση της αναγνώρισης του δικαιώματος της Ουκρανίας στην αυτοδιάθεση; Προς το παρόν, αυτό φαίνεται πολύ απίθανο. Ο Πούτιν και ο ηγέτης της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, σημείωσαν στην κοινή τους δήλωση, λίγο πριν ο Πούτιν ξεκινήσει τον πόλεμο στην Ουκρανία «την σημασία των προσπαθειών που αναλήφθηκαν από την ρωσική πλευρά για την δημιουργία ενός δίκαιου πολυπολικού συστήματος διεθνών σχέσεων». Προφανώς αυτό κάνει τώρα ο Πούτιν στην Ουκρανία. Υπάρχει, φυσικά, η πιθανότητα ο Σι να κάνει δεύτερες σκέψεις εάν οι Ρώσοι καταστρέψουν περισσότερες πόλεις ή χρησιμοποιήσουν όπλα μαζικής καταστροφής. Αλλά ακόμη και αυτό είναι απίθανο, δεδομένης της φιλορωσικής ρητορικής της Κίνας από τότε που ξεκίνησε η επίθεση του Πούτιν.

Ο κύριος λόγος για τον οποίο η Κίνα ανέχεται τον επιθετικό πόλεμο του Πούτιν είναι, φυσικά, η κινεζική ιδιοτέλεια. Στεκόμενο στο πλευρό του εταίρου του, παρά το γεγονός ότι ο Πούτιν παραβιάζει τις περισσότερες αρχές των διεθνών σχέσεων στις οποίες οι Κινέζοι λένε ότι πιστεύουν, το Πεκίνο ελπίζει να δέσει την Ρωσία στην Κίνα για πολύ καιρό ακόμη. Ο Σι είχε, φυσικά, προτιμήσει η ρωσική επίθεση να επιτύχει ομαλά και αποτελεσματικά, αλλά ακόμη και αφότου οι Ουκρανοί υπερασπιστές γελοιοποίησαν αυτήν την υπόθεση, ο Σι φαίνεται να πιστεύει ότι τα στρατιωτικά προβλήματα του Πούτιν θα λειτουργήσουν μακροπρόθεσμα προς όφελος της Κίνας. Θα δημιουργήσουν μια Ρωσία που θα είναι εξαρτημένη από την Κίνα στο διηνεκές, όπως θα κάνουν και οι Δυτικές κυρώσεις. Λέγοντας πολύ λίγα και κατηγορώντας την Δύση, το Πεκίνο αναμένει ένα θετικό αποτέλεσμα για τον εαυτό του.

ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ ΤΙ ΕΥΧΕΣΤΕ

Όσον αφορά τα κινεζικά συμφέροντα, αυτή μπορεί να μην είναι μια τόσο επιτυχημένη στρατηγική όσο υποθέτει ο Σι, τουλάχιστον όχι μακροπρόθεσμα. Εάν ο Πούτιν καταφέρει να υποτάξει την Ουκρανία, η όρεξή του ίσως να μην σταματήσει εκεί. Εάν αποτύχει, θα υπάρξουν χρόνια έντασης στα νότια σύνορα της Ρωσίας. Σε κάθε περίπτωση, η Ρωσία θα είναι ένας μπαλαντέρ, παρά ένας αξιόπιστος εταίρος για το Πεκίνο. Είναι αλήθεια ότι η Ρωσία υπό τον Πούτιν, κάπως σαν την Βόρειο Κορέα υπό τον Κιμ Γιόνγκ Ουν, δεν θα έχει πουθενά να στραφεί παρά στην Κίνα. Αλλά αυτή η εξάρτηση ενός αδύναμου καθεστώτος, εγκλωβισμένου σε αέναες διαμάχες με τους γείτονές του, μπορεί να μην εξυπηρετήσει πολύ την Κίνα, παρά τον δελεαστικό πλούτο της Ρωσίας σε ενέργεια και ορυκτά.

Υπάρχουν διδάγματα εδώ, τόσο για την Κίνα [3] όσο και για την Ρωσία, αλλά και για την Δύση, από την τελευταία φορά που το Πεκίνο και η Μόσχα προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια συμμαχία που είχε ως στόχο να αντιμετωπίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τότε, στην δεκαετία του 1950, ο Μάο και ο Στάλιν ενώθηκαν από την κομμουνιστική ιδεολογία καθώς και από τις ανάγκες ασφαλείας. Εκείνη την εποχή, η Κίνα ήταν ο πιο αδύναμος εταίρος, όπως είναι τώρα η Ρωσία, και αυτή η ανισότητα δημιούργησε από μόνη της ρωγμές στην σχέση. Και παρόλο που η σημερινή σινο-ρωσική συμμαχία δεν θα διαλυθεί από μια ιδεολογική ρήξη, όπως συνέβη στη μετασταλινική εποχή, υπάρχουν πολλές άλλες αιτίες για σύγκρουση, ορισμένες από τις οποίες είναι εντυπωσιακά όμοιες με εκείνες των τελών της δεκαετίας του 1950.

Για την Κίνα, η σχέση της με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη θα είναι πάντα πιο σημαντική από τις σχέσεις με την Ρωσία. Όπως οι Κινέζοι την δεκαετία του 1950, οι Ρώσοι θα αποκτήσουν εύκολα την εντύπωση ότι ο εταίρος τους διαπραγματεύεται με την Ουάσιγκτον, τις Βρυξέλλες, ή το Βερολίνο πέραν όσων μπορούν να κατανοήσουν [οι Ρώσοι] και θα είναι καχύποπτοι και μνησίκακοι όταν τα συμφέροντα της Μόσχας δεν θα λαμβάνονται πλήρως υπόψη. Η Κίνα έχει πανίσχυρη θέση στην παγκόσμια οικονομία και η Ρωσία όχι. Οικονομικά, η Κίνα έχει μεγάλη δανειοδοτική ισχύ, αλλά δεν θα δανείσει απαραιτήτως μια ρωσική οικονομία σε απότομη πτώση, ακόμη και αν αρθούν οι κυρώσεις. Οι διαφορές της γενικής παγκόσμιας θέσης των δύο χωρών δημιουργούν άφθονες αιτίες όξυνσης.

Οι σχέσεις με τρίτες δυνάμεις περιπλέκουν επίσης την εικόνα, όπως έκαναν την δεκαετία του 1950. Η Ινδία είναι φίλη της Ρωσίας και, προκαλώντας απογοήτευση στην Δύση, έχει κάνει ό,τι μπορεί για να μην καταδικάσει την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Αλλά η Ινδία είναι επίσης ανταγωνιστής και αντίπαλος της Κίνας. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, μια βασική κατηγορία των Κινέζων [4] εναντίον των Σοβιετικών ήταν η συνεχιζόμενη εγγύτητα της Μόσχας με την Ινδία, ακόμη και μετά τις πρώτες συγκρούσεις στα σύνορα της Ινδίας με την Κίνα. Η ίδια δυναμική ισχύος είναι προβληματική σήμερα. Και δεν είναι μόνο η Ινδία. Το Βιετνάμ, η Μογγολία, και τα κράτη της Κεντρικής Ασίας θα δεχτούν αυξανόμενη πίεση από την Κίνα και θα κοιτάξουν προς την Ρωσία για να τα υποστηρίξει.

Τέλος, υπάρχει η έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία. Ακριβώς όπως οι Κινέζοι κοίταξαν προς τους Σοβιετικούς για υποστήριξη στον πόλεμο της Κορέας [5] την δεκαετία του 1950, οι Ρώσοι ηγέτες σήμερα θα κοιτάξουν προς τους Κινέζους να τους υποστηρίξουν στην Ουκρανία, ειδικά αν η κατάσταση χειροτερέψει για τον ρωσικό στρατό. Και αν η Ρωσία χάσει τον πόλεμο ή υποχρεωθεί να επιστρέψει στο status quo ante, όπως υποχρεώθηκε να κάνει ο Μάο στον πόλεμο της Κορέας, η μνησικακία για έναν εταίρο που δεν υποστήριξε αρκετά την πολεμική προσπάθεια ώστε αυτή να κερδηθεί, θα σιγοβράζει. Ο Πούτιν μπορεί να κάνει εκείνο που έκανε ο Μάο στην Κορέα: να ανακηρύξει το status quo ως νίκη και να τον πιστέψουν για εθνικιστικούς λόγους αρκετοί Ρώσοι, ώστε να εξασφαλίσει την επιβίωση του καθεστώτος του. Αλλά η σκέψη ότι η Κίνα δεν υποστήριξε την Ρωσία μέχρι το τέλος θα «ροκανίσει» την σχέση.

Το μεγαλύτερο δίδαγμα από την τελευταία σινο-ρωσική συμμαχία είναι πιθανώς το εξής: η ανάπτυξη της σχέσης είναι πολύ περισσότερο εξαρτώμενη από την εσωτερική δυναμική στις δύο χώρες και από τη μεταξύ τους σχέση, παρά από οτιδήποτε μπορούν να κάνουν ή να πουν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η καλύτερη στρατηγική για τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι να παρακολουθούν και να περιμένουν, αλλά να είναι έτοιμες να εξερευνήσουν τις ρωγμές στην συμμαχία μόλις εμφανιστούν. Η Δύση θα τιμωρήσει την Ρωσία για τον επιθετικό της πόλεμο και θα συνεχίσει να ανταγωνίζεται την Κίνα, ενώ θα επιδιώκει συμφωνίες κοινής λογικής μαζί της, ιδίως με οικονομικούς όρους. Ως μακροπρόθεσμη στρατηγική, αυτό είναι πιθανώς το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε.

Διότι η Ρωσία και η Κίνα δεν είναι φυσικοί εταίροι. Υπάρχουν πάρα πολλά ζητήματα που τις χωρίζουν. Σήμερα, οι διανοούμενοι του Πούτιν για την εξωτερική πολιτική μακρηγορούν για το πώς η Ρωσία έχει λάβει μια θεμελιώδη απόφαση για την συνεργασία με την Κίνα τώρα και στο μέλλον. Αλλά οποιοσδήποτε έχει μιλήσει μαζί τους μπορεί να ανιχνεύσει, υπογείως, πολλές ανησυχίες τους σχετικά με αυτή την επιλογή. Γι' αυτούς, η συμμαχία με την Κίνα υπάρχει λόγω της ανάγκης να ενοχλήσουν την Δύση, όχι λόγω της φυσικής συνοχής μεταξύ των δύο δυνάμεων. Ο ίδιος ο Πούτιν μπορεί να σκέφτεται διαφορετικά, αλλά, αν είναι έτσι, δεδομένης της αυξανόμενης αδυναμίας της Ρωσίας, το να συνδεθεί με μια ανερχόμενη γειτονική δύναμη μπορεί να του κοστίσει περισσότερο από όσο υπολογίζει.

ΕΝΑ ΧΑΛΑΣΜΕΝΟ ΜΠΛΟΚ

Ένα σημαντικό επιχείρημα εναντίον αυτής της ερμηνείας, ειδικά στην Ουάσιγκτον αυτές τις μέρες, είναι ότι υπάρχει περισσότερη μακροπρόθεσμη συνοχή στην σημερινή σινο-ρωσική συμμαχία από όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά. Ορισμένοι παρατηρητές θεωρούν τον σημερινό πόλεμο στην Ουκρανία ως τον πρώτο πυροβολισμό ενός νέου Ψυχρού Πολέμου, ο οποίος φέρνει σε αντιπαράθεση δύο μπλοκ ισχύος. Όπως και στον αρχικό Ψυχρό Πόλεμο, υποστηρίζει αυτή η άποψη, σήμερα υπάρχουν ιδεολογικά χάσματα μεταξύ των δύο μπλοκ καθώς και διαφορές στα οικονομικά συστήματα. Η μάχη του νέου Ψυχρού Πολέμου είναι επομένως μεταξύ της δημοκρατίας και του αυταρχισμού και μεταξύ των προσανατολισμένων στην αγορά και των επικεντρωμένων στο κράτος οικονομικών.

Αλλά η Κίνα και η Ρωσία έχουν σήμερα πολύ διαφορετικά πολιτικά συστήματα και πολύ διαφορετικές οικονομίες. Η Κίνα είναι ένα κομμουνιστικό κράτος, όπου το κόμμα κυβερνά για λογαριασμό του λαού με έναν τρόπο που ισχυρίζεται ότι είναι αξιοκρατικός. Η Ρωσία είναι μια προσωποπαγής κλεπτοκρατική δικτατορία που έχει μεταμφιεστεί σε δημοκρατία. Αμφότερες οι οικονομίες ελέγχονται όλο και περισσότερο από την κυβέρνηση, αλλά αυτό δεν εξασφαλίζει οποιαδήποτε αντιστοιχία. Αντίθετα, ο Ψυχρός Πόλεμος δείχνει ότι οι κατευθυνόμενες από το κράτος οικονομίες είναι συνήθως λιγότερο συμβατές μεταξύ τους από όσο είναι οι καπιταλιστικές οικονομίες. Επιπλέον, στις ελεγχόμενες από την κυβέρνηση οικονομίες, τα πάντα γίνονται πολιτικά, περιπλέκοντας συχνά περαιτέρω τις διμερείς σχέσεις. Στην ρωσο-κινεζική περίπτωση, οι βαθιές πολιτισμικές διαφορές προσθέτουν στην εικόνα.

Δεδομένων όλων αυτών, ο ευρύτερος ιστορικός παραλληλισμός που έρχεται στο μυαλό δεν είναι τόσο ο Ψυχρός Πόλεμος όσο η Γερμανία και η Αυστρία στις αρχές του εικοστού αιώνα. Η Γερμανία τότε, όπως και η Κίνα σήμερα, ήταν μια ανερχόμενη μεγάλη δύναμη με ένα ταχέως αυξανόμενο βιομηχανικό και τεχνολογικό δυναμικό και ένα σύνολο αιτιάσεων για την υπάρχουσα διεθνή τάξη πραγμάτων. Η σύμμαχος της Γερμανίας, η Αυστρία, ήταν, όπως η Ρωσία σήμερα, μια αυτοκρατορία σε παρακμή, με άφθονες διαμάχες με τους γείτονές της και πολλές εσωτερικές συγκρούσεις. Μέχρι το καλοκαίρι του 1914, οι Γερμανοί ηγέτες πίστευαν ότι θα μπορούσαν να διαχειριστούν την Αυστρία προς όφελός τους. Αντίθετα, αυτό που πήραν ήταν μια αλληλουχία γεγονότων στα οποία οι αυστριακές ανησυχίες οδήγησαν την Γερμανία σε πόλεμο. Η Κίνα θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτική για να μην επαναλάβει εκείνο τον κύκλο γεγονότων. Μερικές φορές το να φροντίζεις τα δικά σου συμφέροντά σημαίνει να προσδιορίζεις αυτά τα συμφέροντα πληρέστερα, ειδικά όταν προκύπτουν ευκαιρίες για σύνδεση με μεγάλες αλλά προβληματικές γειτονικές αυτοκρατορίες.

Ενώ το Πεκίνο μετράει τις επιλογές του, τι πρέπει να κάνει τώρα η Δύση; Κάποιες ενέργειες είναι προφανείς. Θα πρέπει να εξοπλιστεί καλύτερα, όπως αρχίζει να κάνει τώρα η Ευρώπη. Θα πρέπει να υποστηρίξει την ουκρανική αντίσταση. Θα πρέπει να ενδυναμώσει τις σχέσεις με φίλους κατά μήκος των συνόρων της Ρωσίας και της Κίνας. Θα πρέπει να ασκήσει τη μέγιστη πίεση στο καθεστώς Πούτιν, εξαιρουμένης της συμμετοχής των δυνάμεών της στον πόλεμο. Κατά την επικοινωνία με Κινέζους αξιωματούχους, θα πρέπει να υπογραμμίσει ότι οι Δυτικοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής τούς θεωρούν τουλάχιστον εν μέρει υπεύθυνους για τα αδικήματα του Πούτιν.

Οι επικλήσεις στις αρχές δεν θα βοηθήσουν με το Πεκίνο [6]. Ακόμη και η σημαντική διεθνής αμηχανία της Κίνας, την οποία παράγουν καθημερινά τα ψέματα και οι αδιάκριτες δολοφονίες του Πούτιν, δεν θα κάνει πολλά. Το να ενισχύσουμε την πίεση κατά της Ρωσίας, δείχνοντας παράλληλα στην Κίνα το πώς η στενή σχέση της με τον Πούτιν λειτουργεί ενάντια στην σταθεροποίηση των σινο-αμερικανικών ή σινο-ευρωπαϊκών σχέσεων είναι το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε. Ίσως να μην είναι αρκετό για να σώσει την Ουκρανία από περαιτέρω καταστροφή. Αλλά μπορεί να καταστήσει λιγότερο πιθανό τον πόλεμο των μεγάλων δυνάμεων, πείθοντας τουλάχιστον ορισμένους Κινέζους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής ότι τα συμφέροντα του Πούτιν και τα δικά τους δεν είναι τόσο εύκολα συμβατά όσο φαίνεται να πιστεύουν τώρα αμφότερες οι πλευρές.

Σύνδεσμοι:
[1] 
https://www.amazon.com/Cold-War-World-History/dp/0465054935
[2] 
https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2021-04-20/how-not-win-all...
[3] 
https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2020-12-04/chinese-communi...
[4] 
https://www.foreignaffairs.com/articles/china/competition-with-china-wit...
[5] 
https://www.foreignaffairs.com/articles/north-korea/2021-09-22/last-chan...
[6] 
https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2021-02-05/kevin-r...

 

Ο ODD ARNE WESTAD είναι καθηγητής στην έδρα Ιστορίας και Παγκοσμίων Υποθέσεων «Elihu» στο Πανεπιστήμιο Yale και συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο The Cold War: A World History [1].