Print

Hits: 34

Νίκος Μελέτης

 

Λίγο πριν συμπληρωθούν δυο μήνες από τη στιγμή που ο πρόεδρος Πούτιν έδωσε το σύνθημα για την εισβολή των ρωσικών δυνάμεων στην Ουκρανία, το ερώτημα που βασανίζει ηγεσίες και λαούς κυρίως στη Δύση είναι το πότε θα τελειώσει ο πόλεμος.

Αυτό που στην αρχή είχε θεωρηθεί ως μια πρώτη κίνηση για μικρή περιορισμένη στρατιωτική επιχείρηση που θα ενίσχυε τη διαπραγματευτική θέση του Β. Πούτιν, εξελίχθηκε σε μια τυφλή επίθεση η οποία έχει καταλήξει σε δραματικό αδιέξοδο, το οποίο αποτελεί και το μεγαλύτερο εμπόδιο για την ολοκλήρωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Η εισβολή στην Ουκρανία εξελίσσεται σε μια παγιωμένη θερμή κρίση, που θα ενέχει διαρκώς τον κίνδυνο της ανεξέλεγκτης υποτροπής. Και με την ελπίδα ίσως από τη Μόσχα, ότι όπως ακριβώς η Δύση συμβιβάστηκε με την Αμπχαζία και Οσετία, όπως η Δύση αποδέχθηκε σιωπηρά την Κριμαία έτσι θα υποχρεωθεί να ζήσει τελικά και με την απόσπαση ενός μεγάλου τμήματος της Ανατολικής και Νότιας Ουκρανίας. Κατς που όμως διαψεύδεται πλέον από τα πράγματα.

Όμως και έτσι παραμένει ακόμη μεγάλο ερωτηματικό εάν θα σταματήσει ο Β. Πούτιν, μόλις εξασφαλίσει τα εδαφικά οφέλη στο Ντονμπάς και στη χερσαία λωρίδα που συνδέει πλέον τη Ρωσία με την Κριμαία κερδίζοντας την Ανατολική Ουκρανία, καθώς από την αρχή της κρίσης οι απαιτήσεις και οι στόχοι που φαίνονταν να θέτει η Μόσχα άλλαζαν διαρκώς και προσαρμοζόντουσαν είτε στην εικόνα που διαμορφώνονταν επί του πεδίου είτε στις τακτικές κινήσεις της ρωσικής ηγεσίας.

Αυτή η απουσία συγκεκριμένων στόχων κάνει ακόμη πιο αμφίβολη την πρόβλεψη για το πότε θα τελειώσει ο πόλεμος, καθώς κάθε φορά θα προκύπτει μια νέα απαίτηση, ενώ είναι προφανές ότι με αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί να υπάρξει πρόοδος και σύγκλιση μέσω των διπλωματικών επαφών και των διαπραγματεύσεων.

Η Ουκρανία και να ήθελε πια να συμβιβαστεί με την απώλεια πρόσθετων εθνικών εδαφών και να νομιμοποιήσει την απόσχιση του Ντονμπάς και όλης της νότιας ακτής στην Αζοφική και φυσικά να αναγνωρίσει την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία δεν μπορεί να το πράξει καθώς θα συνιστούσε πράξη προδοσίας του Ζελένσκι απέναντι στον ηρωικά μαχόμενο λαό του και τις θυσίες που έχει κάνει, αλλά και απέναντι στη Δύση η οποία του έχει προσφέρει τα πάντα εκτός μόνο από την απευθείας στρατιωτική παρέμβαση.

Η πληγή του Ντονμπάς και της Νότιας Ουκρανίας θα μένει διαρκώς ανοικτή και θα αποτελεί μόνιμο σημείο σύγκρουσης με τη Ρωσία, η οποία θα υποκύπτει συχνά στον πειρασμό να δοκιμάζει τις στρατιωτικές αντοχές του Κιέβου προκαλώντας πλήγματα σε όλο το έδαφος της χώρας. Η Ουκρανία έχοντας υποστεί βαρύτατες καταστροφές σε υποδομές δεν θα μπορέσει να σταθεί στα πόδια της χωρίς τεράστια οικονομική βοήθεια από τη Δύση, κάτι που θα τη φέρει όλο και πιο κοντά στη μετατροπή της σε χώρα πρώτης γραμμής απέναντι στη Ρωσία, ακόμη κι αν δεν ενταχθεί ποτέ στο ΝΑΤΟ.

Χωρίς εκ των υστέρων να μπορεί κανείς με ασφάλεια να δηλώσει ποιος ήταν ο πραγματικός στόχος, διπλωματικός και στρατιωτικός του Β. Πούτιν είναι περισσότερο πιθανό ότι ο Ρώσος πρόεδρος δεν είχε διάθεση και πρόθεση να καταλάβει ολόκληρη την Ουκρανία η τουλάχιστον το Κίεβο. Το ότι συγκέντρωσε μια τόσο μεγάλη στρατιωτική δύναμη στα σύνορα της Ουκρανίας και εξαπέλυσε μια τόσο βάρβαρη επίθεση εναντίον και μεγάλων αστικών κέντρων αποτελούσε περισσότερο κίνηση που θεωρούσαν οι Ρώσοι επιτελείς ότι θα γονάτιζε την Ουκρανία πριν προλάβει να τη βοηθήσει η Δύση και έτσι η όποια αντίδραση του ΝΑΤΟ και των Βρυξελλών θα έρχονταν καθυστερημένη και δεν θα είχε πια περιεχόμενο καθώς ο Β. Πούτιν θα είχε επιβάλει στο Κίεβο τους αρεστούς του, από τους πολλούς ρωσόφωνους και ρωσόφιλους της χώρας.

Ο Β. Πούτιν δεν κάνει πόλεμο εναντίον του Ζελένσκι, των «ναζιστών» της Ουκρανίας ή για τη «σωτηρία» των ρωσόφωνων. Η επίθεση του έχει στόχο τη Δύση και την ανατροπή της Παγκόσμιας Τάξης η οποία δεν εξυπηρετεί τα ρωσικά συμφέροντα και δείχνει να ξεπερνά και να περιθωριοποιεί τη Ρωσία.

Και για τον λόγο αυτό η σύγκρουση δεν θα τελειώσει εύκολα πολύ περισσότερο μάλιστα όταν και η Δύση θεώρησε την επίθεση στην Ουκρανία ως μοναδική ευκαιρία να ξεκαθαρίσει το τοπίο με τη μεγάλη αντίπαλο του 20ου αιώνα.

Ο Β. Πούτιν μετέτρεψε την Ουκρανία σε διακύβευμα της ίδιας της δικής του ύπαρξης και επιβίωσης της Ρωσίας ως μεγάλης δύναμης. Γνωρίζει ότι οι οικονομικές κυρώσεις εις βάρος της χώρας του δεν θα σταματήσουν εάν δεν τη γονατίσουν οικονομικά και πολιτικά, διαπιστώνει ότι οι ηγεσίες της Δύσης είναι αποφασισμένες να αφοπλίσουν το πιο ισχυρό όπλο του, μετά τα πυρηνικά, το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο μέσω του οποίου χειραγωγεί τις κυβερνήσεις της Ευρώπης. Και περισσότερο από όλα αντιλαμβάνεται ότι μια ειρηνευτική συμφωνία θα τον αφήσει έκθετο στα μάτια και της ρωσικής κοινής γνώμης, θα θέσει απέναντι του μια σειρά ολιγάρχες που δημιουργήθηκαν από τον ίδιο αλλά έχουν διαμορφώσει δικό τους κύκλο συμφερόντων και πλέον δίπλα στη Ρωσία θα είναι μια δημοκρατική και με ευρωπαϊκό προσανατολισμό Ουκρανία, ένα πολύ «κακό πρότυπο» για το δικό του καθεστώς.

Ίσως και οι μεγάλες καταστροφές που επιδιώκει η Ρωσία αποσκοπούν και στο να χρειαστεί πολλά χρόνια η Ουκρανία να αποτελεί αυτό το «μοντέλο» της εκδημοκρατισμένης και ευημερούσας πρώην σοβιετικής δημοκρατίας...

Έτσι έχει κάθε λόγο να προκαλέσει όσο μεγαλύτερη καταστροφή στη χώρα και να διατηρεί ένα ανοικτό μέτωπο διαρκούς πίεσης προς τη Δύση που θα αποτελεί την άμυνα του σε αυτό που θεωρεί ο ίδιος ως επίθεση της Δύσης με στόχο τη Ρωσία.

Ήδη οι σημαντικές απώλειες του Ρωσικού Στρατού και το τελευταίο σημαντικό και συμβολικό πλήγμα με τη ναυαρχίδα του Στόλου της Μαύρης Θάλασσας “Moscva”, υποχρεώνουν τον Β. Πούτιν να επιδιώξει στρατιωτικές νίκες επί του    a πεδίου για να διασώσει το κύρος της χώρας του.

Όμως θα έχει να αντιμετωπίσει μια όλο και πιο εξοπλισμένη Ουκρανία. Την Τετάρτη, έγινε γνωστό μέρος της νέας βοήθειας που στέλνουν οι ΗΠΑ: 18 πυροβόλα Howitzers 155mm και 40.000 βλήματα,10 ραντάρ AN/TPQ,300 Switchblade Tactical UAV, 500 πυραύλους Javelin,200 θωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού Μ113, 100 οπλισμένα οχήματα πολλαπλών χρήσεων,11 ελικόπτερα Mi-17 και πολύ ακόμη στρατιωτικό υλικό που θα απειλήσει τα σχέδια των ρωσικών δυνάμεων.

Ο Ρώσος πρόεδρος ίσως πιστεύει ότι όσο περνάει ο καιρός οι επιπτώσεις της κρίσης στις ευρωπαϊκές οικονομίες αλλά και στην παγκόσμια αγορά λόγω της αύξησης των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου αλλά και των τροφίμων, θα λειτουργήσουν υπέρ της Ρωσίας και θα επιφέρουν σοβαρό πλήγμα στις κυβερνήσεις οι οποίες τώρα στρέφονται εναντίον του. Βλέπει επίσης τη διστακτικότητα ορισμένων χωρών στη λήψη μέτρων εναντίον της Ρωσίας και κυρίως θεωρεί ως πλεονέκτημα σε αυτή τουλάχιστον τη φάση τη στάση της Κίνας και της Ινδίας.

Έτσι αυτή η σύγκρουση θα αποκτήσει και ιδεολογικά χαρακτηριστικά ως σύγκρουση ανάμεσα στις δυνάμεις του καλού και της Δημοκρατίας και σε εκείνες του κακού και του αυταρχισμού… Κάτι που δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τις συνεννοήσεις και απομακρύνει δυστυχώς όλο και περισσότερο τους συμβιβασμούς..

Liberal