Σουηδοί στρατιώτες παρελαύνουν στην Στοκχόλμη, τον Μάρτιο του 2017. Tiansheng Shi / Xinhua / Redux

Η πρόσθεση της Φινλανδίας και της Σουηδίας θα μεταμορφώσει την ευρωπαϊκή ασφάλεια

Carl Bildt

Προτού ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, εξαπολύσει την εισβολή του στην Ουκρανία, το ζήτημα της ένταξης στο ΝΑΤΟ μόλις που αποτελούσε μέρος του πολιτικού διαλόγου στην Φινλανδία και την Σουηδία. Αμφότερες οι χώρες έχουν μια μακρά ιστορία στρατιωτικής ανεξαρτησίας, και μολονότι έχουν επιδιώξει σταδιακά την στενότερη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ -και οι πολιτικοί σε αμφότερες τις χώρες υποστηρίζουν εδώ και καιρό την ένταξη- η προσχώρηση στο ΝΑΤΟ δύσκολα θεωρείτο ως επείγον ζήτημα.

Η εισβολή του Πούτιν στην Ουκρανία τα άλλαξε όλα αυτά. Ως απάντηση στην ρωσική επιθετικότητα, αμφότερες οι χώρες επαναξιολογούν τις πολιτικές ασφαλείας τους και η επιδίωξη ένταξης στο ΝΑΤΟ αναδύεται ταχέως ως η πιο ρεαλιστική επιλογή. Πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι σαφείς και αυξανόμενες πλειοψηφίες σε αμφότερες τις χώρες υποστηρίζουν την ένταξη στην συμμαχία. Επιπλέον, αμφότερες οι χώρες έχουν παραδώσει σημαντικές ποσότητες όπλων στην Ουκρανία, συμπεριλαμβανομένων 10.000 φορητών αντιαρματικών όπλων από την Σουηδία.

Με το να εισβάλει στην Ουκρανία, ο Πούτιν επιδίωξε όχι μόνο να επαναφέρει την χώρα υπό την επιρροή του, αλλά και να αλλάξει την τάξη ασφαλείας της Ευρώπης. Στον δεύτερο στόχο τα έχει καταφέρει —απλώς όχι με τον τρόπο που πιθανώς σκόπευε. Η επίθεση της Ρωσίας έχει ενώσει το ΝΑΤΟ και έχει κάνει την επέκτασή του πολύ πιο πιθανή. Εάν η Φινλανδία και η Σουηδία ενταχθούν στην συμμαχία, όπως φαίνονται έτοιμες να κάνουν, θα φέρουν σημαντικές νέες στρατιωτικές ικανότητες, συμπεριλαμβανομένων των προηγμένων αεροπορικών και υποβρυχίων ικανοτήτων, που θα μεταβάλλουν την αρχιτεκτονική ασφαλείας της βόρειας Ευρώπης και θα συμβάλλουν στην περαιτέρω αποτροπή της ρωσικής επιθετικότητας.

ΕΝΟΠΛΗ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ

Οι σκανδιναβικές χώρες είναι παρόμοιες μεταξύ τους από πολλές απόψεις, αλλά έχουν επιδιώξει πολύ διαφορετικές πολιτικές ασφαλείας από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά. Σε μεγάλο βαθμό, αυτές οι διαφορές αντικατοπτρίζουν τις διαφορετικές εμπειρίες των γειτόνων κατά την διάρκεια του πολέμου. Η Δανία και η Νορβηγία επιδίωξαν την ουδετερότητα, αλλά καταλήφθηκαν από τη Ναζιστική Γερμανία το 1940. Η Φινλανδία αρχικά απέκρουσε μια σοβιετική εισβολή στον Χειμερινό Πόλεμο (Winter War) του 1939–1940. Αργότερα, βρέθηκε να πολεμά στο πλευρό του Χίτλερ, μέχρι να μπορέσει να απαγκιστρωθεί από τον πόλεμο. Από τις σκανδιναβικές χώρες, μόνο η Σουηδία απέφυγε την φρίκη του πολέμου και της κατοχής με μια πολιτική ουδετερότητας [που ήταν] σχεδιασμένη για να διασφαλίσει την επιβίωσή της. Το ότι αυτή η πολιτική πέτυχε οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στο ότι ο στρατιωτικός υπολογισμός του Χίτλερ δεν απαιτούσε την απόκτηση σουηδικού εδάφους˙ μπορούσε να επιτύχει τους στόχους του στην περιοχή με άλλα μέσα.

Μετά τον πόλεμο, η Σουηδία σκέφτηκε τον σχηματισμό μιας σκανδιναβικής αμυντικής ένωσης με την Δανία και τη Νορβηγία. Όμως οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν, κυρίως διότι η Νορβηγία πίστευε ότι μόνο μια συμμαχία με τις αγγλοσαξονικές ναυτικές δυνάμεις θα μπορούσε να εγγυηθεί την ασφάλειά της. Η Σουηδία δεν ήταν έτοιμη για μια τέτοια συμμαχία, εν μέρει λόγω της κατάστασης στην Φινλανδία. Βγαίνοντας από τον πόλεμο, η Φινλανδία —η οποία ήταν μια ενιαία χώρα με την Σουηδία για έξι αιώνες, μέχρι το 1809— βρισκόταν σε επισφαλή θέση. Είχε χάσει την δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της, την Viborg, και είχε υποχρεωθεί να αποδεχθεί μια συνθήκη φιλίας με την Σοβιετική Ένωση. Είχε περιορισμούς στις ένοπλες δυνάμεις της και μια σοβιετική στρατιωτική βάση ακριβώς στα δυτικά της πρωτεύουσας, Ελσίνκι. Οι Σοβιετικοί κυριαρχούσαν επίσης στην Συμμαχική Επιτροπή Ελέγχου (Allied Control Commission), η οποία ήταν επιφορτισμένη με την επίβλεψη της χώρας στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Για την Σουηδία, η διασφάλιση ότι η Φινλανδία δεν θα έπεφτε στον ζυγό των Σοβιετικών ήταν ζωτικής σημασίας. Οι Σουηδοί ηγέτες πίστευαν ότι οποιαδήποτε κίνηση προς μια ευρύτερη Δυτική συμμαχία θα έκανε την θέση της Φινλανδίας ακόμη πιο επισφαλή. Και μολονότι απέφευγαν να το πουν δημόσια, αυτή η σκέψη ήταν ο κύριος λόγος για την πολιτική ένοπλης ουδετερότητας της Σουηδίας κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Αλλά η ουδετερότητα δεν σήμαινε παραμέληση των ενόπλων δυνάμεων. Καθ' όλη την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Σουηδία διατήρησε στιβαρές στρατιωτικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης μιας αεροπορίας που για ένα διάστημα θεωρείτο ως η τέταρτη ισχυρότερη του κόσμου. Η επίσημη πολιτική της ήταν μια [πολιτική] αυστηρής στρατιωτικής ανεξαρτησίας, αλλά έκανε επίσης κρυφές προετοιμασίες για να συνεργαστεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ σε περίπτωση πολέμου, και η στάση της γενικά θεωρείτο ευνοϊκή για τα Δυτικά συμφέροντα ασφαλείας στην περιοχή.

ΕΝΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΣΕΙΣΜΟΣ

Με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, η κατάσταση ασφαλείας στην Βόρεια Ευρώπη άλλαξε δραματικά. Η Φινλανδία, η οποία είχε εδραιώσει σταδιακά την θέση της ως μια ανεξάρτητη σκανδιναβική δημοκρατία, μπορούσε τώρα να αποτινάξει τα τελευταία δεσμά της μεταπολεμικής περιόδου. Τα τρία κράτη της Βαλτικής —η Εσθονία, η Λετονία, και η Λιθουανία— είχαν απελευθερωθεί από την Σοβιετική Ένωση ακόμη και πριν από το επίσημο τέλος της. Και το 1995, η Φινλανδία και η Σουηδία εντάχθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μια κίνηση που αμφότερες οι χώρες είχαν προηγουμένως θεωρήσει αδύνατη λόγω των πολιτικών τους περί ουδετερότητας.

Για τούτες τις δύο χώρες, η ένταξη στην ΕΕ σήμαινε την εγκατάλειψη της έννοιας της ουδετερότητας. Αλλά κάτι τέτοιο δεν πυροδότησε αμέσως συζητήσεις για ένταξη στο ΝΑΤΟ. Εκείνα ήταν τα χρόνια της Χάρτας των Παρισίων (Paris Charter) του 1989, η οποία επιδίωξε να οικοδομήσει μια ευρωπαϊκή τάξη ασφαλείας που συμπεριελάμβανε την Ρωσία, και των διασκέψεων που οδήγησαν στην ίδρυση του Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη (Organization for Security and Cooperation in Europe, OSCE). Τόσο η Φινλανδία όσο και η Σουηδία έτρεφαν ελπίδες ότι θα ήταν σε θέση να αναπτύξουν μια εποικοδομητική σχέση ασφαλείας με μια δημοκρατική και μεταρρυθμιζόμενη Ρωσία. Ακόμη και αφότου η Εσθονία, η Λετονία, και η Λιθουανία κέρδισαν την ένταξη στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, περισσότερο από μια δεκαετία αργότερα, δεν έγινε διάλογος είτε στην Σουηδία είτε στην Φινλανδία σχετικά με την επανεξέταση του αδέσμευτου στρατιωτικού καθεστώτος.

Από το 2008, ωστόσο, τα πράγματα στη Μόσχα άρχισαν να αλλάζουν αισθητά. Η εισβολή της Ρωσίας στην Γεωργία εκείνο το έτος αποκάλυψε ότι το κατώφλι της για την χρήση στρατιωτικής βίας στην επιδίωξη των πολιτικών της στόχων ήταν σημαντικά χαμηλότερο από όσο πίστευαν πολλοί, και ένας ξεκάθαρα αναθεωρητικός τόνος άρχισε να εισχωρεί στις πολιτικές εξαγγελίες της Μόσχας. Αυτές οι τάσεις επιταχύνθηκαν δραματικά το 2014, όταν η Ρωσία επιδίωξε να αποτρέψει την Ουκρανία από το να κυνηγήσει μια συμφωνία σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση και να διαμελίσει την χώρα μέσω της στρατιωτικής επιθετικότητας.

Η φετινή πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία αλλάζει δραστικά το γεωπολιτικό τοπίο για άλλη μια φορά. Ο άμεσος στόχος του Πούτιν είναι να υποτάξει την Ουκρανία, αλλά διεξάγει επίσης πόλεμο εναντίον της Δύσης. Ο Ρώσος ηγέτης και οι ακόλουθοί του έχουν καταστήσει σαφές ότι επιθυμούν να αντικαταστήσουν την τάξη ασφαλείας [που διαμορφώθηκε] μετά το 1989 στην Ευρώπη με ρυθμίσεις που καταπατούν την κυριαρχία άλλων χωρών. Και όπως η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης οδήγησε την Σουηδία και την Φινλανδία στο να επανεξετάσουν τις σχέσεις τους με την Ευρώπη, ο τρέχων πολιτικός σεισμός τις ώθησε στο να επανεξετάσουν θεμελιώδη στοιχεία των πολιτικών ασφαλείας τους, συμπεριλαμβανομένων των σχέσεών τους με το ΝΑΤΟ.

Η έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία είναι ακόμη άγνωστη. Είναι αδύνατο να προβλέψουμε τι είδους χώρα θα είναι η Ρωσία τις επόμενες δεκαετίες, αλλά αυτή που πιθανώς θα αναδυθεί θα είναι μια χώρα που θα είναι τόσο ασθενέστερη με στρατιωτικούς και οικονομικούς όρους όσο και πιο απελπισμένη και επικίνδυνη με πολιτικούς όρους. Το καθεστώς Πούτιν -είτε βρίσκεται στο τιμόνι ο ίδιος είτε κάποιος από τους συνεργάτες του- είναι απίθανο να εγκαταλείψει τις αυτοκρατορικές του φιλοδοξίες όσο παραμένει στην εξουσία.

Αυτή η πραγματικότητα αλλάζει ριζικά τις εκτιμήσεις ασφαλείας τόσο του Ελσίνκι όσο και της Στοκχόλμης. Οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες είναι σαφώς ένα μέρος της απάντησης στη νέα κατάσταση ασφαλείας. Τόσο η Σουηδία όσο και η Δανία έχουν ανακοινώσει ότι θα αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες στο 2% του ΑΕΠ, η Σουηδία έως το 2028. Η Νορβηγία, η Φινλανδία, και τα τρία κράτη της Βαλτικής βρίσκονται ήδη λίγο-πολύ εκεί. Από το 2014 και μετά, η Φινλανδία και η Σουηδία έχουν επίσης επεκτείνει δραματικά την στρατιωτική συνεργασία τους με το ΝΑΤΟ, τις Ηνωμένες Πολιτείες, και το Ηνωμένο Βασίλειο, δημιουργώντας τα θεμέλια για περαιτέρω συνεργατικά βήματα. Για περισσότερο από μια δεκαετία, η σουηδική, η φινλανδική, και η νορβηγική πολεμική αεροπορία εκπαιδεύονται μαζί σχεδόν σε εβδομαδιαία βάση.

Αλλά απλώς η ενδυνάμωση των αμυντικών ικανοτήτων δεν θεωρείται πλέον αρκετή, γι' αυτό και η προσχώρηση στο ΝΑΤΟ γίνεται ταχέως μια πραγματικότητα. Τόσο η Φινλανδία όσο και η Σουηδία έχουν εξετάσει εναλλακτικές. Οι δύο κυβερνήσεις έστειλαν επιστολή σε όλα τα άλλα μέλη της ΕΕ, υπενθυμίζοντάς τους την διάταξη αλληλεγγύης στην παράγραφο 42.7 των Συνθηκών της ΕΕ, η οποία είναι παρόμοια με την ρήτρα συλλογικής άμυνας στο άρθρο 5 της Χάρτας του ΝΑΤΟ. Σημαντικές πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της εναρμόνισης της πολιτικής άμυνας και ασφαλείας της ΕΕ βρίσκονται σε εξέλιξη, αλλά όσον αφορά την εδαφική άμυνα, η αντιγραφή των θεσμών και των διοικητικών δομών του ΝΑΤΟ δεν θα είχε νόημα και δεν θα συμβεί. Και φυσικά, η ΕΕ δεν περιλαμβάνει τα δύο έθνη με τη μεγαλύτερη στρατιωτική σημασία για την βόρεια Ευρώπη -οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι μέλος για προφανείς λόγους, και το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι μέλος για λυπηρούς λόγους.

Τόσο η Σουηδία όσο και η Φινλανδία πιθανώς θα συνεχίσουν να επιδιώκουν μέτρα που θα έκαναν την ΕΕ μια ισχυρότερη συμμαχία ασφαλείας, αλλά όταν πρόκειται για την εδαφική άμυνα, απλώς δεν υπάρχει εναλλακτική του ΝΑΤΟ. Αυτό ήταν το σαφές συμπέρασμα των ανεξάρτητων διαδικασιών που ανέλαβαν το Ελσίνκι και η Στοκχόλμη για να αξιολογήσουν τις εναλλακτικές.

Τόσο η Φινλανδία όσο και η Σουηδία θα υποδείξουν το ενδιαφέρον τους για να ενταχθούν στην συμμαχία πολύ πριν από την σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ [που θα γίνει] στα τέλη Ιουνίου στη Μαδρίτη. Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Γενς Στόλτενμπεργκ, είπε ότι προβλέπει μια αρκετά ταχεία ενταξιακή διαδικασία, δεδομένου του υψηλού βαθμού στρατιωτικής ενσωμάτωσης που έχουν ήδη επιτύχει η Φινλανδία και η Σουηδία, αλλά η επικύρωση και από τα 30 κράτη-μέλη θα χρειαστεί ακόμη χρόνο. Αμφότερες οι χώρες ελπίζουν ότι η επικύρωση, ιδιαίτερα από την Γερουσία των ΗΠΑ, μπορεί να είναι αρκετά ταχεία και ότι τα υπάρχοντα μέλη του ΝΑΤΟ θα είναι έτοιμα να αποτρέψουν από κοινού οποιεσδήποτε πιθανές ρωσικές προκλήσεις μεταξύ της έναρξης της ενταξιακής διαδικασίας και της πιθανής ολοκλήρωσής της, το 2023.

ΕΝΑ ΑΛΛΑΓΜΕΝΟ ΤΟΠΙΟ

Όταν η Φινλανδία και η Σουηδία ενταχθούν στο ΝΑΤΟ, η αρχιτεκτονική ασφαλείας της Βόρειας Ευρώπης θα αλλάξει. Έκαστη χώρα φέρνει σημαντικές στρατιωτικές ικανότητες στην συμμαχία: η Φινλανδία διατηρεί στρατό με πολύ σημαντικές εφεδρείες, και η Σουηδία έχει ισχυρές αεροπορικές και ναυτικές δυνάμεις, και ιδιαίτερα υποβρύχιες δυνάμεις. Με τα προηγμένα μαχητικά Gripen της Σουηδίας να προστίθενται στα F35 που έχουν παραγγελθεί τώρα ή [βρίσκονται] υπό παράδοση στη Νορβηγία, την Δανία, και την Φινλανδία, περισσότερα από 250 εξαιρετικά σύγχρονα μαχητικά θα είναι συνολικά διαθέσιμα στην περιοχή. Λειτουργώντας μαζί, θα είναι μια ουσιαστική δύναμη.

Ο ολοκληρωμένος έλεγχος ολόκληρης της περιοχής θα καταστήσει ευκολότερη την άμυνα της Εσθονίας, της Λετονίας, και της Λιθουανίας, καθώς το σουηδικό έδαφος και ιδιαίτερα ο εναέριος χώρος είναι σημαντικοί για τέτοιες προσπάθειες. Αυτό θα ενδυναμώσει την αποτροπή και θα καταστήσει λιγότερο πιθανή μια σύγκρουση εκεί, σύμφωνα με μελέτες που δημοσιεύθηκαν τόσο από την Σουηδία όσο και από την Φινλανδία. Αλλά ίσως η πιο σημαντική συνέπεια της ένταξης της Φινλανδίας και της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ θα ήταν να αυξηθεί η πολιτική δύναμη της συμμαχίας ως πυλώνας της άμυνας της Ευρώπης και της διατλαντικής περιοχής. Αμφότερες οι χώρες θα συμβάλουν στην διευκόλυνση του βαθύτερου συντονισμού μεταξύ της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, συμβάλλοντας έτσι στον καλύτερο επιμερισμό των βαρών σε όλο τον Ατλαντικό —ένας στόχος αυξανόμενης σημασίας δεδομένων των μεγαλύτερων απαιτήσεων που θέτει στις Ηνωμένες Πολιτείες η κατάσταση ασφαλείας στην Ανατολική Ασία.

Ακόμη και καθώς εντάσσονται στο ΝΑΤΟ, η Φινλανδία και η Σουηδία είναι πιθανό να φροντίσουν να μην προκαλέσουν αδικαιολόγητα την Ρωσία με το να απειλήσουν τις μακροπρόθεσμες ανησυχίες ασφαλείας της. Η Νορβηγία, η οποία έχει συνδυάσει με επιτυχία την ισχυρή στρατιωτική εναρμόνιση με το ΝΑΤΟ με μια πολιτική καθησυχασμού προς την Ρωσία, θα μπορούσε κάλλιστα να χρησιμεύσει ως πρότυπο. Οι ρωσικές δυνάμεις και εγκαταστάσεις στην χερσόνησο Kola –[που βρίσκονται] σε άμεση γειτνίαση τόσο με το νορβηγικό όσο και με το φινλανδικό έδαφος- είναι θεμελιώδους σημασίας για τις στρατηγικές πυρηνικές ικανότητες δευτέρου χτυπήματος της Ρωσίας, και η Φινλανδία είναι, φυσικά, κοντά στο κύριο πληθυσμιακό κέντρο και τον βιομηχανικό κόμβο της Αγίας Πετρούπολης. Γι’ αυτούς τους λόγους εν μέρει, ούτε η Φινλανδία ούτε η Σουηδία είναι πιθανό να επιδιώξουν οποιαδήποτε μόνιμη βάση μεγάλων μονάδων του ΝΑΤΟ στο έδαφός τους, και αμφότερες είναι πιθανό να έχουν τις ίδιες επιφυλάξεις σχετικά με την φιλοξενία πυρηνικών όπλων που εξέφρασαν η Δανία και η Νορβηγία όταν εντάχθηκαν στην συμμαχία.

Καθώς πλησιάζει η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στη Μαδρίτη, η συμμαχία θα πρέπει να εξετάσει τα αιτήματα της Φινλανδίας και της Σουηδίας για ταχεία ένταξη. Αυτά θα πρέπει να θεωρηθούν όχι μόνο ως ένας τρόπος ενδυνάμωσης της σταθερότητας των σκανδιναβικών και βαλτικών περιοχών, αλλά και ως μια ευκαιρία συνολικής ενδυνάμωσης της συμμαχίας, σε μια εποχή στην οποία η στρατιωτική επιθετικότητα της Ρωσίας το έχει καταστήσει επιβεβλημένο.

Ο CARL BILDT είναι συμπρόεδρος του European Council on Foreign Relations και πρώην πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών της Σουηδίας.