Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Λόιντ Όστιν, ο Ουκρανός πρόεδρος, Βολοντιμίρ Ζελένσκι, και ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Άντονι Μπλίνκεν, στο Κίεβο, τον Απρίλιο του 2022. Ukrainian Presidential Press Service / Reuters

Γιατί η Ρωσία και η Δύση ίσως κλιμακώσουν τη μάχη για την Ουκρανία

Γράφει ο Ian Bremmer

Στις δέκα εβδομάδες από τότε που η Ρωσία ξεκίνησε την επίθεσή της στην Ουκρανία, οι εντάσεις μεταξύ της Ρωσίας και των Δυτικών χωρών ήταν μεγαλύτερες από κάθε άλλη στιγμή από την κρίση των πυραύλων της Κούβας και μετά. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, έχει κατηγορήσει τον Ρώσο πρόεδρο, Βλαντιμίρ Πούτιν, τον ηγέτη μιας εξοπλισμένης με πυρηνικά υπερδύναμης, ότι διεξάγει μια «γενοκτονία», τον έχει αποκαλέσει «εγκληματία πολέμου», και έχει δηλώσει ότι «δεν μπορεί να παραμείνει στην εξουσία». Σύμφωνα με τον υπουργό Άμυνας, Λόιντ Όστιν, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν πλέον να «αποδυναμώσουν την Ρωσία» σε σημείο που δεν θα μπορεί πλέον να απειλεί τους γείτονες της. Η Λιζ Τρας, η Βρετανίδα υπουργός Εξωτερικών, έχει αποκαλέσει τον πόλεμο στην Ουκρανία «πόλεμό μας».

Άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες ήταν πιο προσεκτικοί στην επιλογή των λέξεων τους, αλλά εξίσου σαφείς στην αντίθεσή τους στην ρωσική επιθετικότητα. «Αποτρόπαιο. Απίστευτο. Συγκλονιστικό», είπε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, αφότου επισκέφθηκε την πόλη Bucha στις αρχές Απριλίου. Η σύγκρουση έχει θέσει τα μέλη της ΕΕ σε υψηλό συναγερμό και έχει υπογραμμίσει δραματικά τους κινδύνους της ευρωπαϊκής ενεργειακής εξάρτησης από την Ρωσία. Ο εφησυχασμός για την προθυμία του Πούτιν να χρησιμοποιεί βία και να οπλοποιεί το εμπόριο έχει εξαφανιστεί, όπως έχει [εξαφανιστεί] και η απροθυμία να καλωσοριστεί η Ουκρανία στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ΝΑΤΟ έχει αναπτύξει χιλιάδες νέους στρατιώτες κοντά στα σύνορα της Ρωσίας και η συμμαχία πιθανώς θα προσθέσει σύντομα την Φινλανδία και την Σουηδία στις τάξεις της.

Οι Ρώσοι ηγέτες, εν τω μεταξύ, έχουν μετατοπίσει δραματικά το πλαίσιο του πολέμου -από μια περιορισμένη «ειδική επιχείρηση» για την «απελευθέρωση» τμημάτων της ανατολικής Ουκρανίας σε έναν ολοκληρωτικό υπαρξιακό αγώνα εναντίον του ΝΑΤΟ. Ο Πούτιν έχει κατηγορήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλους ότι προσπαθούν να «καταστρέψουν την Ρωσία εκ των έσω» και σε πολλές περιπτώσεις, οι Ρώσοι ηγέτες έχουν απειλήσει να αναπτύξουν πυρηνικά όπλα εναντίον οποιασδήποτε χώρας τολμήσει να παρέμβει στην σύγκρουση.

Όλες μαζί, αυτές οι εξελίξεις συνιστούν μια επικίνδυνη νέα πραγματικότητα. Έχουν περάσει οι ημέρες που οι πολεμικοί σκοποί της Ρωσίας συνίσταντο αποκλειστικά «στην αποναζιστικοποίηση και την αποστρατικοποίηση» της Ουκρανίας. Έχουν περάσει, επίσης, οι ημέρες που οι ΗΠΑ και οι συμμαχικές κυβερνήσεις περιόριζαν την συμμετοχή τους στο να βοηθήσουν την Ουκρανία να υπερασπιστεί την κυριαρχία και την εδαφική της ακεραιότητα. Οι ηγέτες αμφότερων των πλευρών της σύγκρουσης έχουν διασχίσει πλέον μια σειρά από γραμμές από τις οποίες δεν μπορούν εύκολα να επιστρέψουν. Το αποτέλεσμα είναι ένας νέος Ψυχρός Πόλεμος μεταξύ της Ρωσίας και των αντιπάλων της —ένας [πόλεμος] που υπόσχεται να είναι λιγότερο παγκόσμιος από τον αντίστοιχο του εικοστού αιώνα, αλλά και λιγότερο σταθερός και προβλέψιμος.

ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ ΨΥΧΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Η αναδυόμενη διαμάχη μεταξύ της Ρωσίας και των Ηνωμένων Πολιτειών θα είναι τόσο λιγότερο όσο και περισσότερο επικίνδυνη από την ιστορική προκάτοχο της. Πρώτον, η σύγκρουση θα είναι λιγότερο απειλητική διότι η Ρωσία, παρά το πυρηνικό οπλοστάσιο και τον τεράστιο πλούτο των φυσικών πόρων της, αποτελεί μια πολύ λιγότερο ισχυρή στρατιωτική απειλή για την Ουάσιγκτον απ' όσο ήταν η Σοβιετική Ένωση μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η εισβολή του Πούτιν, σε τελική ανάλυση, παρείχε στους αξιωματούχους των ΗΠΑ και των συμμάχων μια προσεκτική ματιά στα σημαντικά στρατιωτικά μειονεκτήματα της Μόσχας. Δεδομένης της ολοκληρωτικής αποτυχίας της αρχικής επίθεσης της Ρωσίας στο Κίεβο και των τεράστιων απωλειών της Μόσχας στο πεδίο της μάχης εναντίον των ευρέως υπολειπόμενων σε αριθμό και οπλισμό ουκρανικών δυνάμεων, τα δισεκατομμύρια που δαπάνησε η Ρωσία για τον στρατιωτικό της εκσυγχρονισμό την τελευταία δεκαετία πιθανώς σπαταλήθηκαν, εκλάπησαν, ή και τα δύο.

Εξίσου σημαντικό είναι το μέγεθος της οικονομίας της Ρωσίας, η οποία -παρά τα έσοδα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο- ήταν μικρότερη από την [οικονομία] της Νέας Υόρκης την εποχή της εισβολής. Και αυτό συνέβαινε προτού οι αμερικανικές και συμμαχικές κυρώσεις επιβάλλουν αυτή που αναμένεται πλέον να είναι μια οικονομική συστολή κατά 10% έως 15% το 2022 —μια ύφεση που αναπόφευκτα θα περιορίσει την ικανότητα της Ρωσίας να καταναγκάζει άλλα έθνη με την οικονομική της ισχύ. Σε αντίθεση με την κατευθυνόμενη οικονομία (command economy) της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία μόνωσε την χώρα από τον οικονομικό πόλεμο, η Ρωσία του Πούτιν έχει γίνει όλο και πιο εξαρτημένη από το διεθνές εμπόριο και τις επενδύσεις. Πλέον παλεύει για να κάνει τις πληρωμές του διεθνούς χρέους της. Φυσικά, η Ρωσία μπορεί να οπλοποιήσει την αλληλεξάρτηση προς όφελός της, όπως έχουν επιδείξει οι πρόσφατες διακοπές των εξαγωγών φυσικού αερίου στην Βουλγαρία και στην Πολωνία από το Κρεμλίνο. Όμως, ενώ η Ευρώπη μπορεί —και θα— επιβιώσει από την αποσύνδεσή της από την Ρωσία, οι στρατηγικές επιλογές της Μόσχας είναι πολύ πιο περιορισμένες.

Κατά την διάρκεια του εικοστού αιώνα, η ιδεολογική έλξη της Σοβιετικής Ένωσης κέρδισε πραγματικούς φίλους και θαυμαστές για τη Μόσχα σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της Κούβας και της Νικαράγουας στην Αμερική, της Αιγύπτου και της Συρίας στη Μέση Ανατολή, της Καμπότζης και του Βιετνάμ στη Νοτιοανατολική Ασία, και της Αιθιοπίας και της Μοζαμβίκης στην Αφρική. Η σημερινή Ρωσία, ωστόσο, έχει μόνο πελάτες και εξαρτώμενους. Μολονότι πολλά κράτη —συμπεριλαμβανομένων των περισσότερων δημοκρατιών με χαμηλό και μεσαίο εισόδημα, όπως η Βραζιλία, η Ινδία, η Ινδονησία και το Μεξικό— παραμένουν ουδέτερα και συνεχίζουν να συναλλάσσονται με την Ρωσία, μόνο η Λευκορωσία, η Ερυθραία, η Βόρειος Κορέα, και η Συρία έχουν υπερασπιστεί στα Ηνωμένα Έθνη την ρωσική εισβολή. (Η Βενεζουέλα θα είχε επίσης υποστηρίξει την Ρωσία εάν το Καράκας είχε πληρώσει τις καθυστερούμενες οφειλές του στον ΟΗΕ και είχε την ευκαιρία να ψηφίσει).

Ακόμη και το Πεκίνο έχει περιορισμένη αξία ως σύμμαχος της Ρωσίας. Μολονότι ο Κινέζος ηγέτης, Σι Τζινπίνγκ, τελείωσε την πρόσωπο με πρόσωπο συνάντηση με τον Πούτιν λίγο πριν από τον πόλεμο με την δέσμευση ότι η φιλία της Κίνας με την Ρωσία «δεν είχε όρια», ο Σι παραμένει πολύ πιο ανήσυχος για το μέλλον της Κίνας και το δικό του παρά για [το μέλλον] του Πούτιν. Το Πεκίνο συμμερίζεται σίγουρα την επιθυμία της Μόσχας να απωθήσει αυτές που αμφότερες οι πρωτεύουσες θεωρούν ως αμερικανικές και ευρωπαϊκές προσπάθειες για την ανάσχεσή τους, και ο Σι είναι απίθανο να καταδικάσει την ρωσική συμπεριφορά αν δεν φτάσει στην χρήση χημικών ή πυρηνικών όπλων. Αλλά σαφώς υπάρχουν όρια στην υποστήριξη της Κίνας στον Πούτιν.

Η Κίνα μπορεί να είναι μια αναθεωρητική δύναμη που είναι αποφασισμένη να υπονομεύσει την ηγεμονία των ΗΠΑ, αλλά το Πεκίνο έχει ένα συντριπτικό συμφέρον για την διατήρηση της παγκόσμιας σταθερότητας. Η νομιμοποίηση του Σι και της εσωτερικής διακυβέρνησης από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα εξαρτάται από την συνεχή οικονομική ανάπτυξη -και η συνεχής ανάπτυξη εξαρτάται από τις πραγματιστικές σχέσεις με τους κορυφαίους εμπορικούς εταίρους του Πεκίνου στην Ευρώπη, την Ιαπωνία, και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Επομένως, η Κίνα είναι απίθανο να διακινδυνεύσει μια αντιπαράθεση, παραβιάζοντας ανοιχτά τις συμμαχικές κυρώσεις ή παρέχοντας άμεση στρατιωτική υποστήριξη στη Μόσχα.

Παρόμοια όρια ισχύουν για το εμπόριο. Μολονότι το Πεκίνο και η Μόσχα είναι φυσικοί εταίροι -η Κίνα χρειάζεται ρωσικό πετρέλαιο, φυσικό αέριο, μέταλλα, και ορυκτά, και η Ρωσία χρειάζεται πάρα πολύ κινεζικά μετρητά- η απαραίτητη υποδομή για τη μετατόπιση των εξαγωγών που [τώρα] προορίζονται για την Ευρώπη προς τα ανατολικά θα απαιτήσει τεράστιες μακροχρόνιες χρηματοπιστωτικές επενδύσεις. Η οικονομική ανάπτυξη της Κίνας, ωστόσο, ήδη επιβραδύνεται και η προθυμία του Πεκίνου να αναλάβει τέτοιες δαπάνες θα εξαρτηθεί από την απόσπαση πολύ ευνοϊκών όρων από τη Μόσχα. Εν ολίγοις, παρά την ρητορική του Σι για τη μη ύπαρξη ορίων, η φιλία του Πεκίνου με την Ρωσία έχει σαφή πολιτικά και οικονομικά όρια.

Δυστυχώς, εκεί τελειώνουν τα καλά νέα για την Ουάσιγκτον και τους συμμάχους της. Σε αντίθεση με τον Ψυχρό Πόλεμο του εικοστού αιώνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι πλέον το πιο πολιτικά διχασμένο και δυσλειτουργικό μέλος του G-7. Μολονότι τόσο οι Δημοκρατικοί και όσο και οι Ρεπουμπλικάνοι συμφωνούν τώρα ότι στους Ουκρανούς αξίζουν τα όπλα και στους Ρώσους αξίζουν οι κυρώσεις, και αμφότερα τα κόμματα συμφωνούν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να αποφύγουν την άμεση αντιπαράθεση με τη Μόσχα, μια τέτοια πολιτική ενότητα στο εσωτερικό δεν θα διαρκέσει πολύ. Με τις ενδιάμεσες εκλογές στον ορίζοντα, οι Ρεπουμπλικάνοι θα επισημάνουν την εκτίναξη των τιμών του φυσικού αερίου και τον πληθωρισμό–ρεκόρ —και όλα αυτά ενώ θα περιγράψουν τον Μπάιντεν ως έναν αδύναμο και ασταθή ηγέτη που «έχασε την Ουκρανία». Με την σειρά τους, οι Δημοκρατικοί θα επιχειρήσουν να συνδέσουν τους Ρεπουμπλικάνους με τον μακροχρόνιο θαυμασμό του πρώην προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, για τον Πούτιν και τον σκεπτικισμό του για το ΝΑΤΟ. Καθώς οι Ευρωπαίοι θα γίνουν μάρτυρες της επιστροφής στις πικρόχολες κομματικές επικρίσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, θα αναρωτηθούν δικαίως για το πώς οι επερχόμενες εκλογές θα μπορούσαν να αλλάξουν την προσέγγιση της Ουάσιγκτον τόσο για την Ρωσία όσο και για την διατλαντική συμμαχία —ιδιαίτερα εάν ο Τραμπ αναδυθεί ως ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων για τις προεδρικές εκλογές του 2024.

Ένα άλλο στοιχείο κινδύνου έγκειται στην όλο και πιο σκληρή ρητορική των Δυτικών ηγετών περί ιδεολογικού ανταγωνισμού μεταξύ των δημοκρατιών και των απολυταρχιών. Ο Μπάιντεν και κάποιοι Ευρωπαίοι ηγέτες, για παράδειγμα, έχουν υποστηρίξει ότι η Ρωσία θα πρέπει να εκδιωχθεί από το G-20, την ομάδα που συγκεντρώνει τους ηγέτες των 20 μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου. Παρά τους κυνικούς ισχυρισμούς ότι το G-20 δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια γεωπολιτική ευκαιρία για φωτογραφίες, το φόρουμ απέδειξε την αξία του κατά την διάρκεια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 2008, όταν χρησίμευσε ως ένας ζωτικός χώρος για την σύγκλιση χωρών με διαφορετικά πολιτικά συστήματα και ιδεολογικές αξίες. Καθώς οι αγορές κατέρρεαν, οι ηγέτες του G-20 συνειδητοποίησαν ότι θα μπορούσαν να απαντήσουν στην παγκόσμια οικονομική καταστροφή μόνο εάν οι μη δημοκρατίες και κρατικοί καπιταλιστές όπως η Κίνα, η Ρωσία, και η Σαουδική Αραβία είχαν όλοι θέσεις στο τραπέζι μαζί με τις προηγμένες βιομηχανοποιημένες δημοκρατίες.

Ο Μπάιντεν, αντίθετα, δεν θεωρεί ότι υπάρχει μεγάλη ανάγκη για συνεργασία πέρα από τα ιδεολογικά σύνορα. Αντί να παρουσιάζει την σύγκρουση στην Ουκρανία ως μια διακριτή απόπειρα καταπολέμησης ενός επιθετικού πολέμου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ την έχει διατυπώσει ως μια «μάχη μεταξύ δημοκρατίας και απολυταρχίας». Στον Σι Τζινπίνγκ δεν μπορεί να αρέσει το πώς ακούγεται αυτό, και η Κίνα θα απορρίψει φυσικά τις προσπάθειες να εξωθηθεί η Ρωσία από το G-20. Όταν γίνει η σύνοδος κορυφής της ομάδας τον Νοέμβριο, ο Μπάιντεν και οι συμμαχικοί ηγέτες πρέπει να επιλέξουν μεταξύ του να μοιραστούν ένα τραπέζι με αυταρχικούς όπως ο Πούτιν και ο Σι ή του να καταστήσουν το G-20 δυσλειτουργικό σε μια εποχή όπου οι παγκόσμιες απειλές που απαιτούν συλλογική δράση –η κλιματική αλλαγή, οι πανδημίες, και η εξάπλωση τεχνολογιών που προκαλούν διαταραχές, για να αναφέρουμε μόνο μερικές– γίνονται όλο και πιο σημαντικές. Η προοπτική μιας κατάρρευσης της πολυμερούς συνεργασίας είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την παγκόσμια τάξη από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και μετά.

Ένας τελευταίος λόγος για τον οποίο αυτός ο νέος Ψυχρός Πόλεμος θα αποδειχθεί πιο επικίνδυνος από τον προηγούμενο είναι η αυξανόμενη πιθανότητα η Ρωσία να καταφύγει σε ένα πραγματικά καταστρεπτικό κυβερνοπόλεμο. Παρά την ασυμμετρία μεταξύ της Μόσχας και της Ουάσιγκτον στα παραδοσιακά μέτρα ισχύος, τα πλέον εξελιγμένα ψηφιακά όπλα της Ρωσίας είναι πιο αποσταθεροποιητικά από τους πυρηνικούς πυραύλους που απειλούσαν τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη την δεκαετία του 1980. Τα κυβερνο-όπλα δεν μπορούν να σκοτώσουν αμέσως ανθρώπους, αλλά παραμένουν ιδιαίτερα καταστρεπτικά —ικανά να προκαλέσουν σοβαρές βλάβες σε χρηματοπιστωτικά συστήματα, δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, και άλλες βασικές υποδομές. Το πιο σημαντικό είναι ότι, τα κράτη είναι πολύ πιο πιθανό να χρησιμοποιήσουν κυβερνο-όπλα αντί για άλλα όπλα μαζικής καταστροφής διότι είναι ευκολότερο να κατασκευαστούν, ευκολότερο να κρυφτούν, εξαιρετικά δύσκολο να βρεθεί άμυνα εναντίον τους, και σχεδόν αδύνατο να αποτραπούν.

Η Ουάσιγκτον δεν πρέπει να παρηγορείται από το γεγονός ότι ο Πούτιν δεν έχει χρησιμοποιήσει ακόμη το πλέον καταστρεπτικό από αυτά τα όπλα. Οι αποτελεσματικές κυβερνο-επιθέσεις χρειάζονται μήνες, ίσως και χρόνια, για να σχεδιαστούν, και ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει μόλις ξεκινήσει. Ακριβώς όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη απάντησαν στην εισβολή τιμωρώντας οικονομικά την Ρωσία, η Μόσχα μπορεί να χρησιμοποιήσει τα κυβερνο-όπλα της για να παραλύσει πολιτικά τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη -στοχεύοντας τις επερχόμενες εκλογές με ολοένα μεγαλύτερα και συχνότερα κύματα παραπληροφόρησης.

ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ;

Καθώς ο νέος Ψυχρός Πόλεμος θερμαίνεται, οι ηγέτες πρέπει να ξεκινήσουν να σκέφτονται για τα όρια —τα μέτρα ασφαλείας που έχουν σχεδιαστεί για να διασφαλίσουν ότι αυτή η σύγκρουση δεν θα κλιμακωθεί σε μια άμεση αντιπαράθεση μεταξύ της Ρωσίας και του ΝΑΤΟ. Για παράδειγμα, μετά την παρ’ ολίγον πυρηνική [σύγκρουση] της κουβανικής κρίσης των πυραύλων, οι ηγέτες των ΗΠΑ, της Ευρώπης, και της Σοβιετικής Ένωσης δημιούργησαν συστήματα που ήταν ασφαλή έναντι των αστοχιών —συμφωνίες ελέγχου των εξοπλισμών όπως η Συνθήκη για τις Πυρηνικές Δυνάμεις Μέσου Βεληνεκούς (Intermediate–Range Nuclear Forces Treaty, INF) και μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης όπως οι συμφωνίες Ανοικτοί Ουρανοί (Open Skies)— για να διασφαλίσουν ότι οι πόλεμοι πληρεξουσίων σε όλο τον κόσμο δεν θα πυροδοτήσουν τον Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σήμερα, ωστόσο, δεν υπάρχει μια κυβερνο-ισοδύναμη της συνθήκης INF και δεν υπάρχει οδός για την διαπραγμάτευση και την επιβολής μιας [τέτοιας]. Επίσης, δεν υπάρχει εμπιστοσύνη μεταξύ του προέδρου της Ρωσίας και των Δυτικών κυβερνήσεων και είναι δύσκολο να φανταστεί κάποιος το πώς (και το πόσο χρόνο θα πάρει) να οικοδομηθεί αρκετή εμπιστοσύνη για την δημιουργία νέων κανόνων και θεσμών. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ είναι χαλασμένο ανεπανόρθωτα, και χωρίς ορατές ρεαλιστικές εναλλακτικές το καλύτερο που μπορούν να κάνουν οι ηγέτες είναι να συνεχίσουν να επικοινωνούν με ειλικρίνεια και σεβασμό για τις δυνητικές ευκαιρίες περιορισμού της ταχέως αναπτυσσόμενης βλάβης που η αντιπαράθεση μεταξύ Ρωσίας και Δύσης έχουν προκαλέσει στον κόσμο. Προς το παρόν, η διεθνής κοινότητα έχει μείνει με έναν πόλεμο που δεν έχει συμφωνημένους μηχανισμούς για τον περιορισμό της επέκτασής του.

Ωστόσο, οι ηγέτες των ΗΠΑ και της Ευρώπης πιστεύουν ότι μπορούν να αποτρέψουν την σύγκρουση από το να βγει εκτός ελέγχου. Συνεχίζουν να επιβάλλουν ολοένα αυστηρότερες κυρώσεις, να στέλνουν φονικά όπλα στο Κίεβο, να μοιράζονται πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο με τον στρατό της Ουκρανίας, να ενθαρρύνουν την περαιτέρω επέκταση του ΝΑΤΟ, και να συζητούν για το ευρωπαϊκό μέλλον της Ουκρανίας. Μιλούν σαν [να πιστεύουν ότι] η άρνησή τους να στείλουν στρατεύματα του ΝΑΤΟ στο ουκρανικό έδαφος ή να επιβάλουν μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων στον εναέριο χώρο της θα περιορίσει πραγματικά τον κίνδυνο ρωσικών αντιποίνων. Υπάρχει αξία για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους στην εφαρμογή αυτών των πολιτικών, και η Ρωσία ίσως να μην έχει ακόμη την ικανότητα να αντεπιτεθεί με μεγάλη δύναμη, αλλά όσο περισσότερο συνεχίζεται ο πόλεμος, τόσο πιο δύσκολο θα είναι για έκαστη πλευρά να εμποδίσει την κλιμάκωση των μαχών σε μια ευρύτερη σύγκρουση.

Ακόμα κι αν ο Πούτιν πειστεί να τερματίσει αυτόν τον πόλεμο παρουσιάζοντας μια μικρή αρπαγή εδάφους στην ανατολική Ουκρανία ως ιστορική νίκη της Ρωσίας, δεν μπορεί να υπάρξει επιστροφή στην σχετική σταθερότητα που υπήρχε πριν από τις 24 Φεβρουαρίου. Ο νέος Ψυχρός Πόλεμος θα έχει αβέβαιο αποτέλεσμα: η Ρωσία θα παραμείνει επ' αόριστον επιβαρυμένη με τις συμμαχικές κυρώσεις και θα έχει ελάχιστους εμπορικούς δεσμούς με την Ευρώπη που θα μπορούσαν να ενθαρρύνουν την αυτοσυγκράτηση. Ένας ταπεινωμένος Πούτιν είναι πιθανό να δοκιμάσει την αποφασιστικότητα του ΝΑΤΟ. Η Ρωσία θα μπορούσε, για παράδειγμα, να χτυπήσει συμμαχικά κονβόι όπλων, κέντρα εκπαίδευσης, και αποθήκες στην Ουκρανία. Θα μπορούσε να διεξαγάγει περιορισμένες κυβερνο-επιθέσεις εναντίον αμερικανικών και ευρωπαϊκών πολιτικών υποδομών. Θα μπορούσε να κλιμακώσεις τις εκστρατείες παραπληροφόρησης για να υπονομεύσει τις εκλογές στις ΗΠΑ και σε ευρωπαϊκές χώρες. Θα μπορούσε να διακόψει την παροχή φυσικού αερίου σε περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και να περιορίσει τις εξαγωγές κρίσιμης σημασίας εμπορευμάτων. Εν μέσω μιας αυξανόμενης οικονομικής κρίσης, οι ηγέτες του ΝΑΤΟ θα βρίσκονταν υπό τεράστια πίεση να απαντήσουν με τον ίδιο τρόπο σε αυτές τις προκλήσεις —διακινδυνεύοντας μια περαιτέρω επικίνδυνη κλιμάκωση.

Εάν ο Πούτιν χάσει την [περιοχή] Ντονμπάς και το βρει αδύνατο να κηρύξει τη νίκη στο εσωτερικό, οι κίνδυνοι κλιμάκωσης θα αυξηθούν έτι περαιτέρω. Σε αυτό το σενάριο, η Μόσχα ίσως εξετάσει το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσει χημικά όπλα για να αναστρέψει την κατάσταση ή να επιτεθεί σε εγκαταστάσεις του ΝΑΤΟ στην Πολωνία. Οι ηγέτες των ΗΠΑ και της Ευρώπης θα μπορούσαν να απαντήσουν εξαπολύοντας απευθείας χτυπήματα σε ρωσικά στοιχεία στην Ουκρανία ή να θεσπίσουν μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων. Η Ουάσιγκτον θα ενίσχυε την εκστρατεία κυρώσεών της και, ακολούθως, το φυσικό αέριο θα σταματούσε να ρέει στην Ευρώπη. Αμφότερες οι πλευρές θα έμπαιναν στον πειρασμό να διεξαγάγουν η μια στην άλλη καταστροφικές κυβερνο-επιθέσεις στις κρίσιμες υποδομές. Μολονότι είναι ακόμη μη πιθανό, η χρήση πυρηνικών όπλων και οι αναπτύξεις στρατευμάτων του ΝΑΤΟ δεν θα ήταν πλέον αδιανόητες. Χωρίς όρια, δεν μπορούμε να πούμε πού θα μπορούσε να οδηγήσει αυτή η νέα λογική.