Αλλά για να πάρει η ιστορία τον σωστό δρόμο, η Αμερική και η Ευρώπη πρέπει να συνεργαστούν

Ένας Ουκρανός στρατιώτης πολεμά κοντά στο Χάρκοβο, στην Ουκρανία, τον Μάιο του 2022. Serhii Nuzhnenko / Reuters

Christoph Heusgen

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία σηματοδοτεί ένα σημείο καμπής στην ιστορία. Κλείνει το κεφάλαιο που ξεκίνησε στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου, όταν οι Δυτικές χώρες προσπάθησαν να ενσωματώσουν την Ρωσία εντός μιας διεθνούς τάξης που ήταν βασισμένη σε κανόνες. Η Ρωσία υπό τον πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν έχει γίνει ένα κράτος παρίας. Όπως έκαναν και όταν αντιμετώπισαν την Σοβιετική Ένωση κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πρωτοστατήσει στην αντιμετώπιση της κραυγαλέας επίθεσης του Πούτιν στον πολιτισμό.

 

Κάνοντας ποδήλατο κοντά στο Χάρκοβο, στην Ουκρανία, τον Μάιο του 2022. Serhii Nuzhnenko / Reuters

Πολλές χώρες υποστηρίζουν την, υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, απάντηση στον πόλεμο του Πούτιν, αλλά ορισμένες το κάνουν απρόθυμα. Υπερβολικά πολλές κυβερνήσεις θεωρούν την σύγκρουση ως μια επιστροφή στις ημέρες του Ψυχρού Πολέμου, όταν υποχρεώθηκαν να επιλέξουν πλευρά. Φαντάζονται ότι αυτό που διακυβεύεται είναι η σύγκρουση δύο γεωπολιτικών αντιπάλων και όχι ένα θεμελιώδες ζήτημα αρχής. Αυτό είναι βαθιά ατυχές. Η επιθετικότητα της Ρωσίας δεν πρέπει να θεωρηθεί ως αναγγελία ενός νέου Ψυχρού Πολέμου, αλλά απλώς ως αυτό που είναι: η χειρότερη πράξη επιθετικότητας στην Ευρώπη από το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και μια βάναυση παραβίαση του διεθνούς δικαίου.

Η ιστορία δεν θα στραφεί από μόνη της σε θετική κατεύθυνση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες κατά καιρούς έχουν υπονομεύσει το διεθνές δίκαιο με τις επιλογές τους στην εξωτερική πολιτική, θα πρέπει να δεσμευτούν για την τήρηση των προτύπων και των νόμων που ορίζουν την βασισμένη σε κανόνες διεθνή τάξη. Το βάρος της αντιμετώπισης των παραβιάσεων του διεθνούς δικαίου πρέπει να κατανεμηθεί πιο δίκαια. Ο νέος καγκελάριος της Γερμανίας, Όλαφ Σολτς, έχει περιγράψει αυτή την στιγμή ως Zeitenwende, ένα ιστορικό σημείο καμπής. Μαζί με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η Γερμανία πρέπει να πάρει πρωτοβουλίες και να αυξήσει σημαντικά τις αμυντικές δαπάνες της, να βελτιώσει την ετοιμότητά της για να συμβάλει στην διατήρηση της σταθερότητας εντός και γύρω από την Ευρώπη και να αναλάβει έναν ηγετικό ρόλο στην επίλυση διεθνών συγκρούσεων.

Αυτή η προσπάθεια προϋποθέτει μια παγκόσμια συμμαχία. Η συνεργασία μεταξύ των χωρών που είναι δεσμευμένες στο διεθνές δίκαιο και στα θεμελιώδη κείμενά του, στην Χάρτα των Ηνωμένων Εθνών (United Nations Charter) και στην Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Universal Declaration of Human Rights), θα πρέπει να περιλαμβάνει χώρες από όλες τις ηπείρους. Η διεθνής κοινότητα δεν πρέπει να είναι ένας ευφημισμός για την Δύση. Η αντίληψη ότι συνεχίζει να υπάρχει μια σύγκρουση μεταξύ της «Δύσης» και της «Ανατολής» επιτρέπει σε υπερβολικά πολλές χώρες να παραμένουν αναποφάσιστες. Το ρήγμα βρίσκεται, στην πραγματικότητα, ανάμεσα σε εκείνους που επιδιώκουν να επαναβεβαιώσουν μια βασισμένη σε αρχές, παγκόσμια ηθική και νομική τάξη, και σε εκείνους που δεν το επιδιώκουν. Μια νέα παγκόσμια συμμαχία θα πρέπει να είναι υπερήφανη για τις ασυμβίβαστες προσπάθειές της να προστατεύσει το διεθνές δίκαιο, το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, και το δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ

Τον Δεκέμβριο του 2018, όταν υπηρετούσα ως πρεσβευτής της Γερμανίας στον ΟΗΕ, εγώ και σχεδόν όλοι οι συνάδελφοί μου λάβαμε ένα σημείωμα από τη Nikki Haley, την πρέσβειρα των ΗΠΑ στον ΟΗΕ. Το μήνυμα έλεγε ότι εάν ψηφίζαμε στην Γενική Συνέλευση υπέρ ενός ψηφίσματος που καταδίκαζε το σχέδιο των Ηνωμένων Πολιτειών να μεταφέρουν την πρεσβεία τους στο Ισραήλ από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ, θα μας ανέφερε στον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ. Έμεινα άναυδος. Ζήτησα να δω την Haley, με την οποία είχα φιλικές σχέσεις. Με δέχτηκε και της εξήγησα την σκεπτικιστική αντίδρασή μου στο σημείωμά της.

Γεννήθηκα το 1955, δέκα χρόνια μετά το Ολοκαύτωμα και τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Μεγάλωσα σε μια διαιρεμένη Γερμανία. Μόνο χάρη στην γενναιοδωρία και στην σοφία των συμμαχικών δυνάμεων έλαβε η Γερμανία μια δεύτερη ευκαιρία, μετά τα φρικτά εγκλήματα που είχε διαπράξει. Χάρη στην πειθώ των συμμάχων, η Δυτική Γερμανία συμφώνησε να συμπεριφέρεται καλύτερα, να μην παραβιάσει ποτέ ξανά το διεθνές δίκαιο, και να επιλύσει ειρηνικά τις συγκρούσεις της με άλλους. Το γερμανικό Σύνταγμα συντάχθηκε προσεκτικά το 1949 και έλαβε την έγκριση των συμμάχων˙ επικύρωσε τον σεβασμό του Δικαίου και αποκήρυξε τη μονομερή χρήση βίας για την επίλυση προβλημάτων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ιδρύθηκε το 1957 με την ίδια αρχή ότι η διαχείριση των διαφορών μπορούσε να γίνει μέσω των θεσμών και των νομικών διαδικασιών —μέσω του κράτους δικαίου, όχι του δικαίου του ισχυρότερου. Αυτή η προϋπόθεση προσέφερε στο κέντρο της Ευρώπης τη μεγαλύτερη περίοδο ειρήνης στην ιστορία.

Τα εξήγησα όλα αυτά στην Haley. Και την ρώτησα αν κατανοούσε γιατί εξεπλάγην από το γεγονός ότι είχε απαιτήσει να αγνοήσουμε το διεθνές δίκαιο. Τώρα ήταν η σειρά της να μείνει άναυδη. Ρώτησε τον σύμβουλό της τι πίστευε. Εκείνος τραύλισε και παραδέχτηκε ότι είχα δίκιο: το ψήφισμα 478 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ είχε ζητήσει από όλες τις χώρες να μην τοποθετήσουν τις πρεσβείες τους στην Ιερουσαλήμ. Γνώριζε ότι τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ ήταν νομικά δεσμευτικά. Η συζήτηση γρήγορα στράφηκε σε ένα άλλο ζήτημα.

Κατά την διάρκεια της θητείας της Γερμανίας στο Συμβούλιο Ασφαλείας, μεταξύ του 2019 και του 2020, οι Ηνωμένες Πολιτείες παραβίασαν επανειλημμένα τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, συμπεριλαμβανομένης της αποχώρησης από την πυρηνική συμφωνία του Ιράν, γνωστής και ως Κοινό Συνολικό Σχέδιο Δράσης (Joint Comprehensive Plan of Action, JCPOA)˙ της αναγνώρισης της κυριαρχίας του Ισραήλ στα Υψίπεδα του Γκολάν˙ και της αναγνώρισης της κυριαρχίας του Μαρόκου στην Δυτική Σαχάρα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρθηκαν επίσης από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (World Health Organization), την συμφωνία των Παρισίων για την κλιματική αλλαγή και τον Εκπαιδευτικό, Επιστημονικό και Πολιτιστικό Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών (United Nations Educational, Scientific and Cultural Organization, UNESCO), τον πολιτιστικό φορέα του ΟΗΕ. Ο Τραμπ προώθησε την στενόμυαλη πολιτική «πρώτα η Αμερική», αντί για μια παγκόσμια θέση για το κοινό καλό.

Αλλά εξεπλάγην από την διάδοχο που όρισε ο Τραμπ για να αντικαταστήσει την Haley το 2019: την Kelly Craft. Μολονότι η κυβέρνηση Τραμπ θεωρούσε επισήμως την κλιματική αλλαγή ως απάτη (hoax), η Craft κατανοούσε ότι η κλιματική κρίση ήταν ένα σοβαρό ζήτημα]. Υποστήριξε σθεναρά τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, και τα Ηνωμένα Έθνη. Το 2020, εκείνη και εγώ ενώσαμε τις δυνάμεις μας για την στήριξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συσπειρώνοντας δεκάδες χώρες για να καταδικάσουν την συμπεριφορά της Κίνας στη μειονότητα των Ουιγούρων. Ως αποτέλεσμα εκείνης της ψηφοφορίας στον ΟΗΕ, ο γενικός διευθυντής που ήταν υπεύθυνος για θέματα μειονοτήτων στο κινεζικό Υπουργείο Εξωτερικών φέρεται να απολύθηκε. Η Craft και εγώ είχαμε συμβάλει στην δημιουργία μιας συμμαχίας που εκτεινόταν από την Αλβανία έως τη Νέα Ζηλανδία και η οποία ήταν έτοιμη να υπερασπιστεί το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

H Craft και εγώ ενώσαμε επίσης τις δυνάμεις μας για να αμφισβητήσουμε την Κίνα και την Ρωσία σε άλλη μια ζοφερή κατάσταση για τα ανθρώπινα δικαιώματα: στην Συρία. Προήδρευα στο Συμβούλιο Ασφαλείας τον Ιούλιο του 2020, όταν εξέτασε την ανανέωση του ψηφίσματος που νομιμοποιούσε τα συνοριακά σημεία διέλευσης του ΟΗΕ, μέσω των οποίων έφτανε η βοήθεια στην βορειοδυτική Συρία. Το πρόγραμμα του ΟΗΕ ήταν σανίδα σωτηρίας για εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες και για τους ντόπιους σε περιοχές της Συρίας που ήταν αποκομμένες από την βοήθεια. Η Ρωσία, με την υποστήριξη της Κίνας, ήθελε να τερματίσει την παρουσία του ΟΗΕ, επιμένοντας στην κυριαρχία του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Άσαντ σε ολόκληρο το συριακό έδαφος. [Το ζήτημα] κατέληξε σε αναμέτρηση στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Η Ρωσία και η Κίνα άσκησαν βέτο στο ψήφισμα, αλλά χάρη στην εσωτερική και εξωτερική πίεση, αμφότερες οι χώρες συμφώνησαν τελικά σε μια λύση που επέτρεπε την παράδοση της ελάχιστης βοήθειας στους ανθρώπους που την χρειάζονταν απεγνωσμένα.

Αυτό είναι το είδος της συνεργασίας που πρέπει να επιδιώξει μια παγκόσμια συμμαχία: μια κοινή πολιτική που στηρίζει το διεθνές δίκαιο, τις ανθρωπιστικές προτεραιότητες και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ναι, ο συντονισμός με τους εταίρους για την εξεύρεση κοινής λύσης μπορεί να είναι μια επίπονη διαδικασία, αλλά είναι η μοναδική οδός προς τα εμπρός για να συνεχίσει αυτή η συμμαχία να κρατά το πάνω χέρι στην σύγκρουση με απολυταρχίες όπως η Ρωσία και η Κίνα, οι οποίες συνειδητά παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο για να καταστείλουν τον λαό τους και να εκφοβίσουν τους γείτονές τους.

ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ

Η Κίνα και η Ρωσία θέλουν να ξαναγράψουν τους διεθνείς κανόνες, επιμένοντας ότι η εθνική κυριαρχία είναι η πιο σημαντική νομική αρχή, μια [αρχή] που υπερισχύει του διεθνούς δικαίου, του ανθρωπιστικού δικαίου, και του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε αυτό το σκηνικό, οι χώρες που είναι δεσμευμένες στην τήρηση των διεθνών νομικών καθεστώτων πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους. Πρέπει να το κάνουν στην βάση μιας πραγματικής συνεργασίας. Από αυτή την άποψη, η αντίδραση της κυβέρνησης Μπάιντεν στην επιθετικότητα της Ρωσίας ήταν υποδειγματική: από τα τέλη του Δεκεμβρίου του 2021, ο πρόεδρος, Τζο Μπάιντεν, και η ομάδα του έχουν μοχθήσει για να συντονίσουν την απάντηση στον Πούτιν, με μια συμμαχία που εκτείνεται πέρα από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Σε σύνολο 193 χωρών, μόνο η Λευκορωσία, η Ερυθραία, η Βόρειος Κορέα, και η Συρία στήριξαν την Ρωσία στην ψηφοφορία του Μαρτίου στην Γενική Συνέλευση που καταδίκασε την εισβολή του Πούτιν.

Η νέα γερμανική κυβέρνηση επέδειξε κάποια απροθυμία να συμμετάσχει πλήρως στις πιθανές κυρώσεις, αλλά η Ουάσιγκτον αντέδρασε με υπομονή και επέτρεψε στους Γερμανούς να επιλύσουν τις εσωτερικές διαφορές τους και τελικά να συνταχθούν με την επικρατούσα άποψη υπέρ των κυρώσεων. Η Γερμανία, η τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, πρέπει να ενδυναμώσει τον διεθνή ρόλο της. Άρχισε να το κάνει υπό την πρώην καγκελάριο, Άνγκελα Μέρκελ. Η Γερμανία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος χρηματοοικονομικός συνεισφέρων στο σύστημα του ΟΗΕ, μια σημαντική πηγή υποστήριξης για τον οργανισμό που στηρίζει την βασισμένη σε κανόνες διεθνή τάξη πραγμάτων, και είναι η μόνη οντότητα που μπορεί να αντιμετωπίσει παγκόσμιες προκλήσεις. Μαζί με την Γαλλία, η Γερμανία συνέβαλε στην διαπραγμάτευση της Συμφωνίας του Μινσκ με την Ρωσία και την Ουκρανία, που σταμάτησε την ρωσική εισβολή το 2014-15. Μαζί με τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, η Γερμανία διοργάνωσε την Διάσκεψη του Βερολίνου για την Λιβύη (Berlin Conference on Libya) το 2020, το αποτέλεσμα της οποίας χρησίμευσε ως βάση για το τέλος των μαχών εκεί και άνοιξε ένα μονοπάτι προς την πολιτική επίλυση της σύγκρουσης. Η Γερμανία είναι μέρος της ομάδας των χωρών που, υπό την ηγεσία της ΕΕ, διαπραγματεύτηκαν την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν. Η Μέρκελ ήταν η κινητήριος δύναμη πίσω από την Σύμβαση με την Αφρική (Compact With Africa) του G-20, η οποία έστρεψε την διεθνή προσοχή προς την ήπειρο, προσκαλώντας επιλεγμένες αφρικανικές χώρες στην σύνοδο κορυφής του G-20 στο Αμβούργο το 2017.

Αλλά οι χώρες αναμένουν από την Γερμανία σαφώς περισσότερα. Όταν εργαζόμουν ως διπλωματικός σύμβουλος της Μέρκελ και ως πρεσβευτής της Γερμανίας στον ΟΗΕ, εντυπωσιάστηκα από τα πολλά αιτήματα εκπροσώπων άλλων χωρών που ζητούσαν περισσότερη γερμανική ηγεσία σε περιοχές τόσο ετερόκλητες όπως τα δυτικά Βαλκάνια, η ανατολική Ευρώπη, η Μεσόγειος, το Σαχέλ, η Κεντρική Ασία, ακόμη και η Λατινική Αμερική. Φυσικά, εκτιμούσαν τη Μέρκελ και την ψυχραιμία της, αλλά σέβονταν επίσης την αφοσίωση της Γερμανίας σε μια εξωτερική πολιτική που δεν ήταν ούτε πατερναλιστική ούτε νεοαποικιοκρατική. Οι χώρες αναγνωρίζουν ότι η Γερμανία παραδίδει μεγάλο μέρος της οικονομικής της βοήθειας απευθείας στις υπηρεσίες του ΟΗΕ˙ επιδιώκει να υποστηρίξει αναπτυξιακούς και ειρηνευτικούς στόχους χωρίς να αποσπά οτιδήποτε άμεσα ως αντάλλαγμα.

Η κυβέρνηση του Σολτς έχει δεσμευτεί ότι η Γερμανία θα αναλάβει περισσότερες ευθύνες στην διεθνή σκηνή. Η Γερμανία μπορεί να προωθήσει την σταθερότητα στα Βαλκάνια, στην Ανατολική Ευρώπη, στην Κεντρική Ασία, στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, και στην Βόρειο και την υποσαχάρια Αφρική μέσω της ενεργητικής διπλωματίας, της διεξαγωγής συνεδρίων, της φιλοξενίας βασικών παικτών, και της εμπλοκής άλλων, με όλα τα ειρηνικά μέσα που έχει στην διάθεσή της. Ο Σολτς έχει υποσχεθεί επίσης να ενδυναμώσει την δέσμευση της Γερμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Γερμανία ως χώρα μπορεί να κάνει πολλά για να στηρίξει και να συμβάλει στην σταθεροποίηση της ευρύτερης γειτονιάς της Ευρώπης, αλλά μόνο μια ισχυρότερη Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να κάνει την διαφορά παγκοσμίως.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΞΑΙΡΕΤΙΣΜΟ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο πιο ισχυρός παγκόσμιος δημοκρατικός δρων, αλλά παρουσιάζουν επίσης μια μεγάλη πρόκληση. Το 2019, διαμαρτυρήθηκα σε ένα μέλος της κυβέρνησης Τραμπ για την ασέβεια που έδειξε στα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας τα οποία εγκρίθηκαν κατά την διάρκεια της κυβέρνησης Ομπάμα. Ο αξιωματούχος απάντησε ότι η κυβέρνησή του θεωρούσε άκυρες εκείνες τις διεθνείς υποχρεώσεις που είχαν τεθεί σε ισχύ από την προκάτοχό της. Και πάλι, έμεινα άναυδος. Είχα συναντήσει ένα ιδιαίτερα πεισματικό είδος αμερικανικού εξαιρετισμού, της ιδέας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχουν πάνω από τον υπόλοιπο κόσμο – και πάνω από τους κανόνες του υπόλοιπου κόσμου. Σίγουρα, σε όλη την διάρκεια του εικοστού αιώνα οι Ηνωμένες Πολιτείες προώθησαν την δημοκρατία και το κράτος του διεθνούς δικαίου. Ωστόσο, δυσκολεύονται ακόμη να αποδεχθούν ότι και αυτές υπόκεινται σε αυτό το Δίκαιο, όπως αποδεικνύεται από τις ενέργειές τους στον πόλεμο του Βιετνάμ και στην εισβολή στο Ιράκ το 2003, καθώς και από τις καταχρήσεις [εξουσίας] στον Κόλπο του Γκουαντάναμο και στην φυλακή του Αμπού Γκράιμπ στο Ιράκ.

Η βασισμένη σε κανόνες διεθνής τάξη θα επικρατήσει μόνο εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεσμευτούν σε αυτήν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες του εικοστού πρώτου αιώνα δεν είναι πλέον η μόνη υπερδύναμη που μπορεί να ελέγξει τις εξελίξεις παγκοσμίως [και] που έχει την ικανότητα και την εσωτερική υποστήριξη να παρεμβαίνει παγκοσμίως. Χωρίς πραγματικό συντονισμό με τους συμμάχους της, η κυβέρνηση Μπάιντεν αποσύρθηκε βιαστικά από το Αφγανιστάν το 2021, εφαρμόζοντας την αμήχανη συμφωνία που δρομολόγησε η κυβέρνηση Τραμπ και αφήνοντας τον αφγανικό πληθυσμό στα χέρια των Ταλιμπάν, οι οποίοι δεν σέβονται τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, ιδίως των γυναικών. Πολλοί από τους Αμερικανούς φίλους μου δεν είδαν οποιοδήποτε πρόβλημα με την χαοτική και μονομερή φύση της απόσυρσης. Δεν διαφώνησαν με το πώς η δημοκρατική αφγανική κυβέρνηση βρέθηκε σε μια αδιανόητη (και καταδικασμένη) κατάσταση, ούτε με το πώς η απόσυρση αιφνιδίασε τους συμμάχους των ΗΠΑ. Η αίσθηση των φίλων μου ήταν ότι ήταν απαραίτητη μια γρήγορη απόσυρση για να επικεντρωθεί η χώρα στις πολλές προκλήσεις που αντιμετώπιζε στο εσωτερικό: στην εκπαίδευση, στην υγεία, στις υποδομές, στις εισοδηματικές ανισότητες κ.λπ. Η αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν ήταν μια σαφής απόδειξη της σταδιακής απόσυρσής τους από την διεθνή διαχείριση κρίσεων και μια έκκληση για δράση σε άλλους: μια ευρύτερη παγκόσμια συμμαχία, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, πρέπει να καλύψει το κενό.

Η απροθυμία να δράσουν έχει στοιχίσει στις Ηνωμένες Πολιτείες στο παρελθόν. Για πολλούς συμμάχους των ΗΠΑ, η απόφαση της κυβέρνησης Ομπάμα να μην επέμβει στρατιωτικά στην Συρία το 2012 -ακόμα και αφότου το καθεστώς Άσαντ διέσχισε την κόκκινη γραμμή της Ουάσιγκτον, χρησιμοποιώντας χημικά όπλα εναντίον του λαού της- ήταν σημείο καμπής. Ο Ομπάμα δίστασε, ενθυμούμενος τις εμπειρίες των ΗΠΑ στο Βιετνάμ, στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, και στην Λιβύη, όλες χώρες όπου οι στρατιωτικές επεμβάσεις δεν απέφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα, αλλά οδήγησαν σε παρατεταμένες επιχειρήσεις, τεράστιο ανθρώπινο και οικονομικό κόστος, και συνεχιζόμενη αναταραχή. Οι μεγάλοι αντίπαλοι των Ηνωμένων Πολιτειών, η Κίνα και η Ρωσία, το πρόσεξαν —και εκμεταλλεύτηκαν την παθητικότητα του Ομπάμα. Έκτοτε, έχουν διευρύνει επιθετικά την σφαίρα επιρροής τους και έχουν παραβιάσει αδίστακτα το διεθνές δίκαιο - η Ρωσία στην Ουκρανία, στην Λιβύη, και στην Συρία, και η Κίνα στο Χονγκ Κονγκ, στην Θάλασσα της Νοτίου Κίνας, και με την πολιτική της απέναντι στις μειονοτικές ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των Ουιγούρων. Η αστάθεια της κυβέρνησης Τραμπ δεν έκανε τίποτα για να περιορίσει τις επεκτατικές φιλοδοξίες του Πεκίνου και της Μόσχας.

Σίγουρα, η ηγεσία των ΗΠΑ στην παγκόσμια σκηνή δεν αφορά μόνο την προβολή στρατιωτικής ισχύος. Η αφοσιωμένη διπλωματία στηρίζει την βασισμένη σε κανόνες τάξη. Πάρτε, για παράδειγμα, την πυρηνική συμφωνία του Ιράν. Χρόνια εντατικών και πολύ περίπλοκων διαπραγματεύσεων οδήγησαν στην υπογραφή του JCPOA το 2015. Το Ιράν τήρησε την συμφωνία, περιόρισε τις πυρηνικές δραστηριότητες του και επέτρεψε στην Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (International Atomic Energy Agency, IAEA) να επιθεωρήσει τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του. Ο άμεσος κίνδυνος να αποκτήσει το Ιράν πυρηνική βόμβα εξουδετερώθηκε. Το ψήφισμα 2231 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ ενέκρινε το JCPOA και του έδωσε τη νομιμοποίηση του διεθνούς δικαίου. Η συμφωνία ήταν ένα αριστούργημα της διπλωματίας: καμία άλλη σημαντική διεθνής συμφωνία τα τελευταία χρόνια δεν συγκέντρωσε τόσες πολλές μεγάλες δυνάμεις: την Κίνα, την Γαλλία, την Γερμανία, την Ρωσία, το Ηνωμένο Βασίλειο, τις Ηνωμένες Πολιτείες, και την Ευρωπαϊκή Ένωση. [Το JCPOA] απέτρεψε έναν πιθανό πόλεμο στην περιοχή. Φυσικά, η συμφωνία δεν ήταν τέλεια. Το βάναυσο αυταρχικό καθεστώς της Τεχεράνης παρέμεινε στην θέση του και δεν υπήρχε καμία εγγύηση ότι θα εγκατέλειπε οποιαδήποτε από τις καταστροφικές περιφερειακές πολιτικές του.

Δυστυχώς, η κυβέρνηση Τραμπ αποφάσισε να πετάξει στα σκουπίδια την συμφωνία, παραβιάζοντας το διεθνές δίκαιο και μειώνοντας περαιτέρω την εμπιστοσύνη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι συγκρούσεις στην περιοχή επιδεινώθηκαν˙ η κατάσταση στην Υεμένη χειροτέρεψε, οι Ιρανοί αύξησαν την υποστήριξή τους στην Χεζμπολάχ στον Λίβανο, και στο καθεστώς Άσαντ στην Συρία, και συνέχισαν να υπονομεύουν την ιρακινή κυβέρνηση. Αντί να συνεργαστούν με τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι Ευρωπαίοι εταίροι βιάστηκαν να πείσουν το ιρανικό καθεστώς να μην εγκαταλείψει την συμφωνία. Ήταν ένας διπλωματικός εφιάλτης για τους Ευρωπαίους, οι οποίοι έπρεπε ουσιαστικά να συνεργαστούν με το Ιράν εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Μπάιντεν δήλωσε πριν αναλάβει τα καθήκοντά του ότι ήταν έτοιμος να επιστρέψει στο JCPOA. Όμως, αντί να άρει αμέσως τις κυρώσεις στο Ιράν, όπως είχαν δεσμευτεί οι Ηνωμένες Πολιτείες κατά την υπογραφή της συμφωνίας, η κυβέρνηση Μπάιντεν ξεκίνησε μια διαδικασία διαπραγμάτευσης για να κάνει τους Ιρανούς να περιορίσουν τις δραστηριότητές τους που παραβίαζαν το JCPOA. Αυτή η τακτική —και πάλι, όχι σε συντονισμό με τους συμμάχους— ήταν ευκολότερο να διατυπωθεί παρά να εφαρμοστεί. Οι Ιρανοί ένιωσαν ότι είχαν ήδη εξαπατηθεί και ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να κάνουν παραχωρήσεις πρώτες. Οι προοπτικές για μια διπλωματική λύση στην ιρανική πυρηνική πρόκληση λιγοστεύουν. Οποιαδήποτε νέα συμφωνία επιτευχθεί θα είναι χειρότερη από το αρχικό JCPOA. Το σημερινό αδιέξοδο είναι μια υπενθύμιση στους αξιωματούχους των ΗΠΑ ότι πρέπει να λαμβάνουν πιο σοβαρά υπόψη το διεθνές δίκαιο και ότι πρέπει να το τηρούν.

ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΣΚΗΝΗ

Ο πόλεμος στην Ουκρανία παρουσιάζει άλλο ένα σταυροδρόμι για την βασισμένη σε κανόνες διεθνή τάξη πραγμάτων –και για τον ρόλο των ΗΠΑ στις παγκόσμιες υποθέσεις. Ήταν αναμφίβολα θετικό ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν πρωτοστάτησε στην αντιμετώπιση της βίαιης επιθετικότητας του Πούτιν. Η ψηφοφορία στην Γενική Συνέλευση τον Μάρτιο που καταδίκασε την εισβολή ήταν μια απόδειξη της διεθνούς ενότητας. Αλλά αυτή η αλληλεγγύη δεν είναι τόσο ισχυρή όσο φαίνεται. Σε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων δημοκρατιών όπως η Βραζιλία, η Ινδία, και η Νότιος Αφρική, η σύγκρουση θεωρείται ως μια επιστροφή στην δυναμική του Ψυχρού Πολέμου που βάζει σε αντιπαράθεση τις Ηνωμένες Πολιτείες και την «Δύση» εναντίον της Ρωσίας. Πολλοί άνθρωποι σε όλο τον κόσμο αντιλαμβάνονται [ότι υπάρχουν] δύο μέτρα και δύο σταθμά στην απάντηση των ΗΠΑ: με την εισβολή στο Ιράκ, για παράδειγμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν επίσης υπαίτιες για την παραβίαση του διεθνούς δικαίου και της κυριαρχίας μιας άλλης χώρας. Η παγκόσμια οικονομία γίνεται καθοδική, οι τιμές της ενέργειας εκτινάσσονται, τα τρόφιμα γίνονται σπανιότερα και ακριβότερα. Πολλοί από εκείνους που έχουν επηρεαστεί το θεωρούν συνέπεια των, υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, «Δυτικών» κυρώσεων στην Ρωσία.

Γι’ αυτό μια καλύτερη απάντηση στον πόλεμο του Πούτιν και σε παρόμοιες παραβιάσεις της Χάρτας του ΟΗΕ στο μέλλον θα ήταν μια συλλογική [απάντηση], η οποία θα ενορχηστρωνόταν από εταίρους από όλο τον κόσμο που τηρούν και επιδιώκουν να προστατεύσουν τα θεμέλια του διεθνούς δικαίου. Πέρα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτό θα απαιτούσε περισσότερα από τις χώρες με την ίδια νοοτροπία, συμπεριλαμβανομένων των χωρών του G-7 και εκείνων των κυβερνήσεων από όλες τις ηπείρους που δεσμεύονται σε μια βασισμένη σε κανόνες τάξη, βάσει της Χάρτας του ΟΗΕ και της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Ο ευρύτερος στόχος θα πρέπει να είναι να υλοποιηθεί επιτέλους η υπόσχεση να είμαστε «συνεργάτες στην ηγεσία» που έδωσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους [ο πρεσβύτερος], στον Γερμανό καγκελάριο, Χέλμουτ Κολ, το 1989. Η συνεργασία μεταξύ της ΕΕ και των Ηνωμένων Πολιτειών για την επιβολή κυρώσεων στην Ρωσία μετά την εισβολή της στην Ουκρανία το 2014-15 ήταν ένα παράδειγμα τέτοιας συνεργασίας, καθώς οι κυρώσεις ήταν συντονισμένες και συγχρονισμένες. Το JCPOA ήταν άλλο ένα παράδειγμα —δηλαδή έως ότου οι Ηνωμένες Πολιτείες αποχώρησαν μονομερώς. Άλλες κρίσεις εκτός από την ρωσική επιθετικότητα [19] εναντίον της Ουκρανίας απαιτούν συλλογική προσοχή και κοινή δράση, μεταξύ άλλων στη Μέση Ανατολή, στο Κέρας της Αφρικής και στο Σαχέλ. Τα ίδια απαιτούν το μέλλον του Αφγανιστάν και η ισραηλινο-παλαιστινιακή σύγκρουση˙ οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν προσπαθήσει κατά κύριο λόγο να αποσπαστούν από αμφότερα τα σημεία ανάφλεξης, κάτι που είναι λάθος. Θα ήταν μια ευπρόσδεκτη χειρονομία από την κυβέρνηση Μπάιντεν, για παράδειγμα, το να αναζωογονήσει την ειρηνευτική διαδικασία στη Μέση Ανατολή, δίνοντας νέα πνοή στο Κουαρτέτο για τη Μέση Ανατολή (Middle East Quartet), την ομαδοποίηση της Ρωσίας, των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών που ιδρύθηκε το 2002 για να πιέσει για μια λύση δύο κρατών και την ειρηνική επίλυση της σύγκρουσης. Μόνο περισσότερη πολυμερής δέσμευση -όχι η μονομέρεια του Τραμπ ούτε η απαγκίστρωση του Ομπάμα- θα λειτουργήσει για να διασφαλίσει ότι ολόκληρη η περιοχή δεν θα γίνει πιο ασταθής.

Ο Μπάιντεν μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη μιας παγκόσμιας συμμαχίας χωρών που δεσμεύονται στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου. Αυτό θα απαιτήσει από τις Ηνωμένες Πολιτείες μια αλλαγή στη νοοτροπία τους˙ πρέπει να συντονιστούν πιο συστηματικά με τους εταίρους τους και να αντιμετωπίσουν την διατήρηση του διεθνούς δικαίου ως βάση για όλες τις ενέργειές τους. Για την Γερμανία ειδικότερα και για την Ευρώπη ευρύτερα, είναι καιρός να επωμισθούν περισσότερες ευθύνες, να φροντίσουν για επαρκή στρατιωτικά και πολιτικά μέσα διαχείρισης κρίσεων, να πρωτοστατήσουν στην επίλυση των διεθνών κρίσεων και να προσεγγίσουν εταίρους εκτός της άμεσης γειτονιάς τους. Τα ρήγματα σήμερα δεν είναι εκείνα μεταξύ της Δύσης και της κομμουνιστικής Ανατολής, όπως ήταν κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Είναι μεταξύ εκείνων που τηρούν την βασισμένη σε κανόνες διεθνή τάξη πραγμάτων και εκείνων που δεν τηρούν κανένα Δίκαιο παρά μόνο το δίκαιο του ισχυρότερου.

Ο CHRISTOPHER HEUGSEN είναι πρόεδρος του Munich Security Conference. Υπηρέτησε ως πρεσβευτής της Γερμανίας στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών από το 2017 έως το 2021 και ως επικεφαλής σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής της Γερμανίδας καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ από το 2005 έως το 2017.