Ουκρανοί στρατιώτες στην περιοχή της Ζαπορίζια στην Ουκρανία, τον Απρίλιο του 2022. Ueslei Marcelino / Reuters

 Πού κάνουν λάθος οι επικριτές του ρεαλισμού

Paul Poast

Ανάμεσα στις παράπλευρες απώλειες του πολέμου στην Ουκρανία βρίσκεται μια σχολή σκέψης: ο ρεαλισμός. Αυτή η πνευματική παράδοση επιμένει ότι η επιδίωξη των εθνικών συμφερόντων υπερισχύει των ανώτερων ιδανικών, όπως η δέσμευση για το ανοιχτό εμπόριο, η ιερότητα του διεθνούς δικαίου και οι αρετές της δημοκρατίας. Οι ρεαλιστές εστιάζουν στο πώς τα κράτη, ιδιαίτερα οι μεγάλες δυνάμεις, επιδιώκουν να επιβιώσουν και να διατηρήσουν την επιρροή τους στην παγκόσμια πολιτική. Ως εκ τούτου, ο ρεαλισμός φαινόταν κατάλληλος για να εξηγήσει τις επιταγές και τους υπολογισμούς πίσω από την ρωσική εισβολή. Αντίθετα, βρέθηκε εν μέσω διασταυρούμενων πυρών. Αφότου τα επιχειρήματα του ρεαλισμού φάνηκαν να αιτιολογούν τις ενέργειες του Κρεμλίνου, οι επικριτές στην Ευρώπη και στην Βόρειο Αμερική έχουν αποκαλέσει ποικιλοτρόπως εξέχοντα άτομα που σχετίζονται με τον ρεαλισμό -και τον ίδιο τον ρεαλισμό ως δόγμα- ξεπερασμένα, ανάλγητα, ακόμη και ηθικά αξιοκατάκριτα.

 Ο πολιτικός επιστήμονας John Mearsheimer δέχθηκε μεγάλο μέρος της αποδοκιμασίας για τους ισχυρισμούς του σχετικά με την προέλευση του πολέμου στην Ουκρανία. Ένας απροκάλυπτος υποστηρικτής του ρεαλισμού, ο Mearsheimer έχει επιμείνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους είναι υπαίτιοι για την ενθάρρυνση της επέκτασης του ΝΑΤΟ και της ΕΕ σε αυτήν που το Κρεμλίνο θεωρεί ως σφαίρα επιρροής του, απειλώντας έτσι την Ρωσία και προκαλώντας την ρωσική επιθετικότητα. Οι επικρίσεις για τον Mearsheimer αυξήθηκαν όταν το ίδιο το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών προώθησε τις ιδέες του στον απόηχο της εισβολής. Οι προτροπές ενός άλλου ρεαλιστή, του πρώην υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Χένρι Κίσινγκερ, ο οποίος προτρέπει την Ουκρανία να παραχωρήσει εδάφη για να κατευνάσει τον Πούτιν, έχουν επίσης οδηγήσει σε ένα μπαράζ επιθέσεων εναντίον των αρχών του ρεαλισμού.

Αλλά οι επικριτές του ρεαλισμού δεν πρέπει να κάψουν τα χλωρά μαζί με τα ξερά. Από τις ύβρεις που κατευθύνεται στον ρεαλισμό λείπει μια σημαντική διάκριση: ο ρεαλισμός είναι τόσο μια αναλυτική σχολή σκέψης όσο και μια θέση πολιτικής. Τα σφάλματα της δεύτερης δεν ακυρώνουν την χρησιμότητα της πρώτης. Στην εξήγηση του πολέμου στην Ουκρανία, ο ρεαλισμός, όπως κάθε θεωρητικό πλαίσιο, δεν είναι ούτε καλός ούτε κακός. Αλλά ακόμη και όταν οι συνταγές του μπορεί να φαίνονται αβάσιμες, [ο ρεαλισμός] διατηρεί την αξία του ως πρίσμα μέσω του οποίου οι αναλυτές μπορούν να κατανοήσουν τα κίνητρα και τις ενέργειες των κρατών σε έναν αναπόφευκτα περίπλοκο κόσμο.

Ο ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΩΣ ΘΕΩΡΙΑ

Από την δεκαετία του 1960 έως την δεκαετία του 1990, το πεδίο των διεθνών σχέσεων σπαρασσόταν από τους αποκαλούμενους «πολέμους παραδειγμάτων» (paradigm wars). Οι μελετητές έριζαν για τον καλύτερο τρόπο να σκεφτούν -και το πώς να μελετήσουν- την διεθνή πολιτική. Αυτές οι συζητήσεις είχαν μικρές διαφοροποιήσεις, αλλά ουσιαστικά κατέληξαν σε μια σύγκρουση μεταξύ εκείνων που είχαν μια ρεαλιστική θεώρηση για την διεθνή πολιτική και εκείνων που δεν είχαν.

Ο ρεαλισμός έχει πολλές αποχρώσεις. Κάποιες ρεαλιστικές προσεγγίσεις δίνουν έμφαση στην σημασία των μεμονωμένων ηγετών, άλλες τονίζουν τον ρόλο των εγχώριων θεσμών και άλλες εστιάζουν ακριβώς στην κατανομή της ισχύος μεταξύ των χωρών. Υπάρχει ο κλασικός ρεαλισμός (η ανθρώπινη φύση υποχρεώνει τα κράτη να επιδιώξουν την ασφάλεια), ο δομικός ρεαλισμός (η έλλειψη μιας παγκόσμιας κυβέρνησης υποχρεώνει τα κράτη να επιδιώξουν την ασφάλεια) και ο νεοκλασικός ρεαλισμός (ένας συνδυασμός εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων υποχρεώνει τα κράτη να επιδιώξουν την ασφάλεια). Αυτές οι προσεγγίσεις έχουν τις δικές τους υποπαραλλαγές. Για παράδειγμα, οι δομικοί ρεαλιστές χωρίζονται μεταξύ ενός αμυντικού στρατοπέδου (τα κράτη επιδιώκουν την ασφάλεια αποτρέποντας την ηγεμονία οποιασδήποτε μεμονωμένης δύναμης) και ενός επιθετικού στρατοπέδου (τα κράτη πρέπει να επιδιώξουν την ηγεμονία για να επιτύχουν την ασφάλεια). Κάποιοι ρεαλιστές θα αποκήρυτταν εντελώς αυτή την ταμπέλα: το έργο του Βρετανού ιστορικού E. H. Carr είναι σαφώς ρεαλιστικό στις τάσεις του, αλλά ο ίδιος ποτέ δεν θα είχε αυτοπροσδιοριστεί ως τέτοιος.

Αντί να είναι μια αυστηρά συνεκτική θεωρία, ο ρεαλισμός οριζόταν πάντα όχι από αυτό που υπαγορεύει, αλλά από αυτό που θεωρεί αδύνατο. Αυτή είναι η σχολή του «σε καμία περίπτωση», η «κακότροπη» [σχολή] της σκέψης των διεθνών σχέσεων. Το πρώτο έργο της σύγχρονης ρεαλιστικής σκέψης και ο πρόδρομος του έργου του ίδιου του Mearsheimer ήταν το The European Anarchy, ένα μικρό βιβλίο που γράφτηκε από τον Βρετανό πολιτικό επιστήμονα G. Lowes Dickinson, το 1916. Αυτό τόνιζε ότι, λόγω του φόβου τους, τα κράτη θα επιδιώξουν να κυριαρχήσουν και, όντως, να αποκτήσουν υπεροχή έναντι των άλλων. Κατά την διάρκεια των δεκαετιών του 1920 και του 1930, οι ρεαλιστές (μολονότι δεν αναφέρονται ακόμη ως τέτοιοι) επισήμαναν τη ματαιότητα των Συνθηκών για τον έλεγχο των εξοπλισμών και τον αφοπλισμό.

Το 1942, η Αμερικανή μελετητίς, Merze Tate, δημοσίευσε το The Disarmament Illusion, ένα βιβλίο που υποστήριζε ότι τα κράτη θα επιδιώξουν αναπόφευκτα να διατηρήσουν τα όπλα τους, και της οποίας οι ιδέες ταιριάζουν καλά με τους ισχυρισμούς των μεταγενέστερων ρεαλιστών, Hans Morgenthau και Kenneth Waltz . Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 και στην δεκαετία του 1950, ο Κίσινγκερ και ο Morgenthau επισήμαναν το μη πρακτικό του να ελπίζει κάποιος σε μια ενιαία παγκόσμια κυβέρνηση ή ακόμα και στην ειρηνική συνύπαρξη των χωρών. Στις δεκαετίες του 1970 και του 1980, οι ρεαλιστές προσδιορίζονταν κυρίως (είτε από άλλους είτε από τους ίδιους) ως εκείνοι που χλεύαζαν την ελπίδα ότι διεθνή καθεστώτα, όπως ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, θα μπορούσαν να λύσουν τα παγκόσμια προβλήματα. Μέχρι την δεκαετία του 1990, οι ρεαλιστές επέκριναν την προσδοκία ότι οι διεθνείς θεσμοί και η εξάπλωση της δημοκρατίας θα ανήγγειλαν μια χρυσή εποχή παγκόσμιας ειρήνης και ευημερίας, την οποία θα τάρασσε μόνο το περιστασιακό κράτος – παρίας.

Ο ρεαλισμός τα πήγε αρκετά καλά σε σύγκριση με μια εναλλακτική θεωρία που κέρδισε δημοσιότητα την δεκαετία του 1990 και συνεχίζει να τυγχάνει της προσοχής των πολιτικών κύκλων: την αντίληψη ότι η γεωπολιτική θα γινόταν μια «σύγκρουση πολιτισμών» όπως προτάθηκε από τον Αμερικανό πολιτικό επιστήμονα Samuel Huntington. Όπως το βασικό ρεαλιστικό έργο του Mearsheimer, η διατριβή του Huntington γράφτηκε στον απόηχο του Ψυχρού Πολέμου, καθώς αναλυτές και μελετητές επιδίωκαν να προβλέψουν τι θα σήμαινε για τον κόσμο το τέλος του διπολισμού των υπερδυνάμεων. Ενώ ο Mearsheimer εστίασε στην επιστροφή της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων, ο Huntington ισχυρίστηκε ότι θα ήταν οι πολιτισμικές, σε μεγάλο βαθμό θρησκευτικές, διαφορές που θα οδηγούσαν στις συγκρούσεις του μέλλοντος. Ο Huntigton ουσιαστικά αντέκρουε το έργο του Mearsheimer. Σε αντίθεση με την κρατικιστική έμφαση του ρεαλισμού, η βασισμένη στην κουλτούρα θεωρία του Huntington προέβλεπε ειρηνικές σχέσεις μεταξύ της Ουκρανίας και της Ρωσίας, χώρες που κατά την άποψή του ανήκαν στον ίδιο κυρίαρχο πολιτισμό. Αυτή η πρόβλεψη δεν έχει επαληθευθεί.

Αυτό που τελικά ενοποιεί τους κλάδους του ρεαλισμού είναι η άποψη ότι τα κράτη με υπερβολικά πολλά όπλα είναι ένα αναπόφευκτο γεγονός της ζωής και ότι η διεθνής συνεργασία δεν είναι απλώς δύσκολη, αλλά θεμελιωδώς μάταιη. Στην ουσία, είναι ανόητο να ελπίζει κάποιος ότι η συνεργασία θα παράσχει μόνιμες λύσεις στην δυσεπίλυτη πραγματικότητα της σύγκρουσης και του ανταγωνισμού, καθώς οι χώρες επιδιώκουν τα δικά τους συμφέροντα.

Αυτό είναι το πλαίσιο που χαρακτηρίζει την ρεαλιστική σκέψη, συμπεριλαμβανομένου του έργου του Mearsheimer. Ο ρεαλισμός θεωρεί την διεθνή πολιτική ως ένα τραγικό στάδιο στο οποίο η επιμονή, αν όχι η επικράτηση, στον πόλεμο σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να εστιάσουν στην εγγύηση της εθνικής ασφάλειας, ακόμη και σε βάρος των ελευθεριών και της ευημερίας. Η Tate αποτύπωσε καλά αυτή την αίσθηση στο [βιβλίο με τίτλο] The Disarmament Illusion: «Οι δυσαρεστημένες δυνάμεις ίσως να μην θέλουν πραγματικά τον πόλεμο, ίσως ακόμη και να τον τρέμουν, και ίσως είναι εξίσου απρόθυμες με τα ικανοποιημένα κράτη να διακινδυνεύσουν ένα κάλεσμα σε επιστράτευση˙ αλλά παρόλα αυτά, δεν θα αποκλείσουν οικειοθελώς κάθε δυνατότητα να αποκτήσουν μια κατάσταση πραγμάτων που θα τους είναι πιο αποδεκτή από την παρούσα».

Ο ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο ρεαλισμός ως θεωρία αποκτά ισχύ με το να υπογραμμίζει τους μηχανισμούς που περιορίζουν την ανθρώπινη αυτενέργεια, είτε πρόκειται για την εγγενή φύση των ανθρώπων (όπως τονίζεται από τον Morgenthau) είτε για την κατανομή της παγκόσμιας ισχύος (η εστίαση του Waltz). Για να γίνει μια αναλογία, ο ρόλος του ρεαλισμού είναι να επικαλείται συνεχώς την βαρύτητα που υπονομεύει τις προσπάθειες του ανθρώπου να πετάξει. Ο ρεαλισμός μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εξηγήσει τις επιλογές της εξωτερικής πολιτικής συγκεκριμένων χωρών ή το γιατί συνέβη ένα γεγονός, όπως ένας πόλεμος. Ως θεωρία, ο ρεαλισμός μπορεί να είναι πολύ αποτελεσματικός στην εξήγηση των σχέσεων μεταξύ των κρατών. Αλλά γίνεται κάτι διαφορετικό όταν ταξιδεύει από την σφαίρα της περιγραφής σε αυτή της πρότασης. Όταν εισέρχεται στην πολιτική, η θεωρία του ρεαλισμού γίνεται realpolitik: η θέση ότι τα κράτη θα πρέπει να ισορροπούν έναντι των αντιπάλων τους και να επιδιώκουν σχετικά κέρδη, αντί να αποδέχονται υπερεθνικούς και θεσμικούς περιορισμούς στην ελευθερία δράσης τους στις διεθνείς υποθέσεις.

Η διάκριση μεταξύ του ρεαλισμού ως θεωρίας και ως πολιτικής εμφανίζεται στην ιστορική συζήτηση για την διάδοση των πυρηνικών εξοπλισμών. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο Waltz υποστήριξε ότι η εξάπλωση των πυρηνικών όπλων θα οδηγούσε σε μεγαλύτερη ειρήνη. Αντιτάχθηκε στην επικρατούσα άποψη που επέμενε ότι μόνο ο περιορισμός της εξάπλωσης αυτών των όπλων θα εξασφάλιζε έναν ασφαλέστερο κόσμο (η λογική πίσω από την δημιουργία της Συνθήκης για τη μη Διάδοση των Πυρηνικών Εξοπλισμών [Nuclear Nonproliferation Treaty] το 1970). Στην συνέχεια, ο ισχυρισμός του συζητήθηκε από εκείνους που, για να το θέσουμε απλά, επισήμαναν ότι η διάδοση των πυρηνικών όπλων θα έκανε τον κόσμο πιο επικίνδυνο.

 

Κατά την διατύπωση των επιχειρημάτων του, ο Waltz έκανε μια περιγραφική και θεωρητικά τεκμηριωμένη παρατήρηση (η πιθανότητα πολέμου μειώνεται καθώς αυξάνονται οι αποτρεπτικές και αμυντικές ικανότητες), την εφάρμοσε στα πυρηνικά όπλα (τα πυρηνικά όπλα βελτιώνουν δραματικά τις αποτρεπτικές και αμυντικές ικανότητες μιας χώρας) και στην συνέχεια συνήγαγε μια σύσταση για το πώς πρέπει να βλέπουν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής την διάδοση των πυρηνικών όπλων: ότι περισσότερα πρέπει να είναι ευπρόσδεκτα, όχι να προκαλούν φόβο.

Είναι σε αυτό το τελευταίο βήμα που ο Waltz περνά από την περιγραφή της διεθνούς πολιτικής (να γιατί τα κράτη αναζητούν πυρηνικά όπλα) στην πρόταση διεθνούς πολιτικής (να γιατί τα κράτη πρέπει να αναζητούν πυρηνικά όπλα). Η μια είναι περιγραφή, η άλλη είναι αιτιολόγηση. Αμφότερα είναι εύλογα πνευματικά εγχειρήματα, αλλά δεν πρέπει να συγχέονται. Η συγκεκριμένη κατανόηση των παγκόσμιων γεγονότων δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε μια συγκεκριμένη πολιτική απάντηση. Σε αυτήν την περίπτωση, οι ίδιοι παράγοντες που οδήγησαν τον Waltz να αιτιολογήσει την εξάπλωση των πυρηνικών όπλων θα μπορούσαν να τον έχουν οδηγήσει να προσφέρει την αντίθετη συνταγή, δεδομένου ότι οι στόχοι ασφαλείας ενός κράτους θα μπορούσαν να επιτευχθούν χωρίς αυτά (για παράδειγμα, με το να στεγαστεί υπό την πυρηνική ομπρέλα μιας μεγάλης δύναμης). Η ρεαλιστική θεωρία βοηθά στην περιγραφή του κόσμου, αλλά τέτοιες συνταγές αντικατοπτρίζουν τις ερμηνείες των ατόμων, όχι την ίδια την γενική θεωρία.

Ο ρεαλισμός ως πολιτική εκφράζεται επίσης σε συζητήσεις για την αυτοσυγκράτηση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Οι υποστηρικτές της αυτοσυγκράτησης των ΗΠΑ στοχεύουν στο να αντιμετωπίσουν τον φιλελεύθερο διεθνισμό, [δηλαδή] την άποψη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να εμπλέκονται, στρατιωτικά εάν είναι απαραίτητο, σε ξένες αρένες για χάρη της προώθησης και της διατήρησης μιας βασισμένης σε κανόνες διεθνούς τάξης. Αντίθετα, η αυτοσυγκράτηση απαιτεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες να μειώσουν το παγκόσμιο αποτύπωμά τους και να αποφύγουν να εμπλακούν σε ζητήματα που είναι περιθωριακά για τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Όπως και με την συζήτηση για την διάδοση των πυρηνικών εξοπλισμών, ο ρόλος του ρεαλισμού στις συζητήσεις για το πώς πρέπει να συμπεριφέρονται οι Ηνωμένες Πολιτείες στις διεθνείς υποθέσεις δεν θα πρέπει να συγχέεται με την χρήση του ρεαλισμού για την περιγραφή της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Ο ρεαλισμός μπορεί να εξηγήσει το γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε μια συγκεκριμένη γεωπολιτική κατάσταση, αλλά δεν προσφέρει μια προφανή απάντηση για το πώς θα πρέπει να συμπεριφερθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες σε αυτήν την κατάσταση.

Ο ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΟΥΚΡΑΝΙΑ

Στην συζήτηση αναφορικά με την Ουκρανία έχουν από καιρό προβληθεί οι ρεαλιστικές φωνές. Το 1993, ο Mearsheimer έγραψε στο Foreign Affairs ότι το Κίεβο θα πρέπει να διατηρήσει το απόθεμα των πυρηνικών όπλων που κληρονόμησε μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, διότι η Μόσχα ίσως επιδίωκε μια ημέρα να ανακαταλάβει την Ουκρανία. Περίπου 20 χρόνια αργότερα, ο Mearsheimer έγραψε για το πώς η διεύρυνση του ΝΑΤΟ και η υπόσχεση για ένταξη της Ουκρανίας στην συμμαχία προκάλεσαν την ρωσική επιθετικότητα, και πιο συγκεκριμένα την κατάληψη της χερσονήσου της Κριμαίας το 2014. Αμφότερα τα κομμάτια εστίασαν στην πρόταση της πολιτικής: αντί να περιγράψουν απλώς τι έκαναν η Ρωσία, η Ουκρανία, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, εστίασαν στο τι θα έπρεπε να κάνουν.

Μολονότι μπορεί κάποιος να διαφωνήσει με αυτά τα επιχειρήματα, αξίζει να επισημανθεί ότι αντικατοπτρίζουν τον ρεαλισμό ως πολιτική, όχι τον ρεαλισμό ως θεωρία. Ο ρεαλισμός ως θεωρία θα είχε περιοριστεί στο να εξηγήσει γιατί συμβαίνει η κρίση, εστιάζοντας ίσως στο πώς η επιθυμία των μεγάλων δυνάμεων να κυριαρχήσουν στην περιοχή τους σημαίνει ότι η Ρωσία θα επιδίωκε τελικά να καταναγκάσει στρατιωτικά (ή ακόμα και να εισβάλει) τους γείτονές της, ή ότι οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές για μια πρώην αυτοκρατορία που επιδιώκει την αποκατάσταση της, ή ότι, στην αναζήτηση της ασφάλειας, τα κράτη μπορούν να ενεργήσουν με τρόπους που μπορεί να γίνουν εσφαλμένα αντιληπτοί ως επιθετικοί.

Τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ότι ο ρεαλισμός ή οποιαδήποτε θεωρία προσφέρει την βέλτιστη εξήγηση για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Οι εναλλακτικές εξηγήσεις αφθονούν, συμπεριλαμβανομένων της δύναμης του εθνικισμού, των διαφορών στους τύπους καθεστώτων και των χαρακτηριστικών (των ιδιορρυθμιών, μπορεί να πει κάποιος) συγκεκριμένων ηγετών. Αλλά ο ρεαλισμός προσφέρει ένα χρήσιμο πλαίσιο για την κατανόηση της έναρξης αυτού του πολέμου. Όντως, η διαρκής ισχύς του ρεαλισμού είναι η ικανότητά του να προσφέρει μια σαφή βάση για να συμφιλιωθεί κάποιος με το γιατί ο κόσμος είναι, και πιθανώς θα παραμείνει, ένας κόσμος γεμάτος πόνο και απόγνωση.

Ο PAUL POAST είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο University of Chicago και εξωτερικός συνεργάτης του Chicago Council On Global Affairs.