Γράφει ο Υποναύαρχος ε.α. Δημήτρης Τσαϊλάς*

Το τουρκικό καθεστώς πολύ συχνά κυνηγά λέξεις-κλειδιά από τα σχετικά διανοητικά τους γεωπολιτικά φαντασιακά συντρίμμια, όπως «αποστρατικοποίηση των νησιών, γκρίζες ζώνες, αμφισβητούμενα νησιά, αμφισβητούμενη κυριαρχία». Έχουν επίσης μεγιστοποιήσει τα τεράστια προβλήματα που σχετίζονται με τη διεξαγωγή πολέμου χρησιμοποιώντας ευφημισμούς γι’ αυτό, όπως «επικαιροποίηση συνθηκών» και «γαλάζια πατρίδα». Θεωρούν ότι λόγω αλλαγής των καταστάσεων σε σχέση με τους πολέμους των προηγούμενων αιώνων που καθόρισαν τα σύνορα, υπέστησαν μια «ιστορική και γεωγραφική  αδικία». Αυτοί οι όροι σχεδόν πάντα εκδηλώνονται ως έκφραση των απειλών κατά του Ελληνισμού. Το αποτέλεσμα αυτού είναι η ανάλυση των πολέμων να στερούνται οποιουδήποτε διεθνοδικαιακού πλαισίου. Επιπλέον,  συγχέοντας τον ανταγωνισμό με υβριδικές επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις γκρίζων ζωνών πολέμου, κινδυνεύουμε να συγχέουμε τα πάντα με τον πόλεμο.

Εάν επρόκειτο απλώς για έντονο ανταγωνισμό στη διεθνή πολιτική, δηλαδή ποιος παίρνει τι, πότε και πού, τότε στοιχεία εθνικής ισχύος εκτός από τη βία ή τις απειλές για χρήση βίας θα έπρεπε να βασίζονται σε μεγαλύτερο βαθμό σε ένα πολιτικό πλαίσιο. Έτσι η σύγχυση σχετικά με το τι είναι ο ανταγωνισμός και τι είναι ο πόλεμος είναι τα πιθανότατα σύμπτωμα της προβληματικής πολιτικής του καθεστώτος της Άγκυρας. Ένας άλλος λόγος για τον πολλαπλασιασμό της νέας φρασεολογίας απειλών πολέμου είναι μια συνεχής διαστρέβλωση της ιστορίας. Είναι εύκολο για ένα απολυταρχικό καθεστώς να επιμείνει στη δημιουργία νέων επιρροών στην περιφέρεια (Νεοθωμανισμός) οραματιζόμενο την Οθωμανική Αυτοκρατορία ή ακόμη και την ανάπτυξη μιας νέας ιστορικής κουλτούρας (Παντουρκισμός) ή πολιτιστικής θεωρίας (Πανισλαμισμός) εφόσον η ιστορία, οι συνθήκες και οι διεθνείς κανόνες γενικά διαστρεβλώνονται.

Το χειρότερο είναι ότι ο πόλεμος, έχει γίνει για το τουρκικό καθεστώς μια άσκηση διαχείρισης καθημερινών κινδύνων, με ενσωμάτωση όλο και περισσότερο των οικονομικών, πολιτικών και στρατηγικών συμφερόντων της πολύ πέρα από τα σύνορά της. Για το να πετύχει, όμως, αυτό χρειάζεται να εξασφαλίσει πρόσβαση σε νέους πόρους, οπότε χρειάζεται τον έλεγχο στις ζωτικές θαλάσσιες οδούς, από τον Εύξεινο Πόντο (Μαύρη Θάλασσα), στο Αιγαίο και στους ενεργειακούς πόρους στην ανατολική Μεσόγειο και από την Ερυθρά Θάλασσα στην περιοχή του Σαχέλ στην Αφρική. Δηλαδή αυτό ακριβώς που απεικονίζει η λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα» και η προσπάθεια διείσδυσης στη Αφρικανική Ήπειρο. Με τις οικονομικές προσδοκίες για αύξηση των πόρων, η Άγκυρα προσλαμβάνει αυτές τις περιοχές ως την πύλη προς τις αναδυόμενες αγορές και αύξησης πόρων, γεγονός που μπορεί να ενθαρρύνει την περαιτέρω οικονομική της ανάπτυξη και τη μεταμόρφωσή της σε περιφερειακή δύναμη στο χώρο της Ευρασίας. Ωστόσο αντιμετωπίζει περιορισμούς, κυρίως με τον ανταγωνισμό από τους Μεσογειακούς λαούς και ιδιαίτερα από τον Ελληνισμό (Ελλάδα-Κύπρος), καθώς και από τον αραβικό κόσμο που περιορίζει τα σχέδιά της. Αυτός είναι και ο λόγος που προσπαθεί να εφαρμόσει στρατηγική εξαναγκασμού με κλιμάκωση της απειλής χρήσης βίας.

Η στρατηγική του εξαναγκασμού, εφαρμόζεται όταν επιθυμείς να επηρεάσεις τον άλλο δρώντα. Ωστόσο, πρέπει να διατηρείς τη δυνατότητα μιας στρατηγικής κλιμάκωσης σε περίπτωση αποτυχίας των αρχικών προσπαθειών. Πρέπει δηλαδή, ο εξαναγκαστής, να αισθάνεται σίγουρος ότι διαθέτει ό, τι οι θεωρητικοί αποκαλούν “κυριαρχία κλιμάκωσης”. Αυτό που θεωρούμε ως την ικανότητα να αυξήσουμε το απειλούμενο κόστος για τον αντίπαλο, αρνούμενοι να του δώσουμε την ευκαιρία να ρισκάρει τα έξοδα ή να αντισταθεί. Προσθέτω ότι, μέσω των αντιλήψεων των παρασκηνιακών διπλωματικών ενεργειών ο εξαναγκασμός μπορεί να επιτύχει την κυριαρχία κλιμάκωσης που επιτρέπει στις στρατηγικές εξαναγκασμού να επιτύχουν. Δηλαδή, απαιτεί μια υπεροχή που είναι συναφής με κάθε μορφή πιθανής κλιμάκωσης ανεξάρτητα από το πού ο αντίπαλος επιλέγει να αυξήσει την πίεση. Είναι δηλαδή υποχρέωση του εξαναγκαστή να είναι πάντοτε σε θέση να συντρίψει τον αντίπαλο σε αυτή την περιοχή.

Αυτό που πρέπει να αντιληφθούμε, σε αυτήν την ελληνοτουρκική κρίση, είναι ότι η κυριαρχία κλιμάκωσης δεν είναι απλώς θέμα καλύτερης τεχνολογίας ή περισσότερων πόρων. Ο πόλεμος είναι ένας ανταγωνισμός των επιδιώξεων, ένας αγώνας των ανθρωπίνων και υλικών πόρων. Μόλις ο ένας δρώντας έχει εισέλθει σε εξαναγκαστική δραστηριότητα, πρέπει να είναι διατεθειμένος να προχωρήσει, αντισταθμίζοντας την αντίσταση του αντιπάλου του τόσο στην αποφασιστικότητα όσο και στην ικανότητα των ενόπλων δυνάμεων. Και πάλι, αυτό απαιτεί ο ασκών πίεση να έχει ολοκληρωμένη εικόνα όχι μόνο για τη δέσμευσή του σε ένα στοίχημα, αλλά και για τον αντίπαλό του. Τέλος. μπορεί αυτός που εξαναγκάζεται να ακολουθήσει την κλιμάκωση περισσότερο από ό, τι θα είχε προβλέψει ή προτιμούσε ο εξαναγκαστής. Αυτό ακριβώς είναι αυτό που συμβαίνει σήμερα στο επιχειρησιακό επίπεδο του ζωτικού μας θαλασσίου χώρου και στο διπλωματικό επίπεδο, από την πλευρά της ελληνικής κυβερνήσεως. Πέραν τούτων σε πολιτικο-στρατηγικό επίπεδο είναι διακηρυγμένη η πολιτική βούληση να μην επιτρέψουμε στην Τουρκία να αμφισβητήσει τα κυριαρχικά μας δικαιώματα.

Στην παρούσα φάση οι περισσότεροι σκέφτονται τη σύγκρουση ως το αποκορύφωμα της κλιμάκωσης, και αυτό είναι σίγουρα μια αλήθεια. Όμως, οι τουρκικές διαθέσεις θα πρέπει να έχουν τη διεθνή νομιμοποίηση και μάλιστα από την ισχυρή ηγέτιδα δύναμη της συμμαχίας, τις ΗΠΑ. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα στοιχήματα σε έναν ανταγωνισμό μπορεί να είναι πολύ σημαντικά, αλλά ίσως δεν είναι αρκετά σημαντικά ώστε ο εξαναγκασμός να εξετάσει με αξιοπιστία τη διάθεση των υπολοίπων δρώντων. Εάν ένας δρώντας επιθυμεί να έχει κυριαρχία στην κλιμάκωση, σημαντικό είναι να διαθέτει τη διεθνή νομιμοποίηση, κάτι που όπως φαίνεται δεν διαθέτει η τουρκική πλευρά.

Οι ένοπλες δυνάμεις είναι ένα ισχυρό, πράγματι απαραίτητο, εργαλείο στην εργαλειοθήκη της εθνικής ισχύος. Παρόλο που ούτε ο εξαναγκασμός ούτε η βίαιη δύναμη είναι ποτέ τα εχέγγυα, όταν η εξαναγκαστική μόχλευση φαίνεται να αποτυγχάνει, και η απειλή ενός ανταποδοτικού κτυπήματος είναι αρκετή για να τον πείσει ότι το παιχνίδι δεν αξίζει πλέον να συνεχιστεί. Και αν ένα κράτος με ισχυρό στρατό (και επαρκείς πόρους για να το διατηρήσει με την πάροδο του χρόνου) είναι απλά αποφασισμένο να κερδίσει το ποντάρισμα, ανεξάρτητα από το κόστος, έχει την επιλογή να μεταβεί στη χρήση βίας. Όμως, για να προβεί σε αυτή την ενέργεια πρέπει να διαθέτει και να είναι έτοιμο να χρησιμοποιήσει εξελιγμένες μορφές ισχύος και σπατάλη υπερβολικών οικονομικών πόρων, τα οποία σήμερα η Τουρκία δεν διαθέτει, ενώ ο Ελληνισμός έχει ενισχυθεί και ενισχύεται συνεχώς.

Για όλους αυτούς τους λόγους, εάν η Τουρκία σκέπτεται τη χρήση της ωμής βίας πρέπει να είναι έτοιμη να δεσμευτεί για τη δυνατότητα γενικευμένου ή ολοκληρωτικού πολέμου που θα διαρκέσει μεγάλο χρονικό διάστημα.  Οι αντίπαλοι τα γνωρίζουν όλα αυτά και θα εργαστούν σκληρά για να καθορίσουν εάν μια απειλή ωμής βίας γίνεται πραγματικά και αξιόπιστα. Έτσι, όσοι θα αναπτύξουν στρατεύματα πρέπει να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους που συνεπάγεται αυτό και πρέπει να είναι αδίστακτα ρεαλιστικό σχετικά με τις απαιτήσεις και το κόστος μιας τέτοιας δέσμευσης.

Το να πεισθεί ο Ερντογάν  και οι  υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων να εξετάσουν πλήρως αυτούς τους κινδύνους και να κάνουν κρίσιμους υπολογισμούς μάλλον φαίνεται δύσκολο. Επιδιώκουν γενικά να αποφύγουν να αναγνωρίσουν το δυνητικό κόστος της χρήσης βίας ιδιαίτερα τις επιπλοκές τερματισμού ενός πολέμου και τις απαιτήσεις για μετασχηματισμό των όσων πιστεύουν ότι θα κερδίσουν σε βιώσιμα πολιτικά οφέλη. Φαίνεται ότι μέχρι τώρα αποφεύγουν τις ρεαλιστικές εκτιμήσεις κόστους, επειδή φοβούνται ότι οι πολίτες τους δεν θα θέλουν να τους ακούσουν, τη στιγμή μάλιστα που η τουρκική λίρα καταρρέει.

Συνοψίζοντας, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και οι σύμβουλοί τους, κατά την ανάλυση των απειλών για τα εθνικά συμφέροντα της Τουρκίας, εφαρμόζουν παραλλαγές των ασαφών και κακώς καθορισμένων όρων για να περιγράψουν τις προθέσεις καθώς και τις ενέργειες των εθνικών παραγόντων. Ακόμα χειρότερα, η τουρκική στρατηγική ανάλυση είναι σαν τα παλάτια κτισμένα στην άμμο, και σύντομα θα εξαφανιστούν.

*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι μέλος και ερευνητής του Institute for National and International Security, και του Strategy International.

Μακεδονία”