Γράφει ο Θεόδωρος Γιαννόπουλος*

Τις τελευταίες μέρες έχουν κυκλοφορήσει φήμες πως ο Ερντογάν θα ανακοινώσει στις 20 Ιουλίου την προσάρτηση των Κατεχόμενων της Κύπρου στην Τουρκία. Σε περίπτωση που οι φήμες επαληθευτούν, θα είναι μια σοβαρότατη εξέλιξη, η οποία όχι μόνο θα αποτελεί ταφόπλακα για το Κυπριακό, αλλά θα επηρεάσει και τις ισορροπίες δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Το Κυπριακό αποτελεί για τον Ελληνισμό μια ανοικτή πληγή και παρά τα όσα σχέδια είχαν προταθεί μέσα στα χρόνια, δεν έχει βρεθεί μια βιώσιμη λύση. Αυτή την κατάσταση, φαίνεται να θέλει να εκμεταλλευτεί πλέον ο Τούρκος πρόεδρος, καθώς προσπαθεί να υλοποιήσει ένα μέρος του νεοοθωμανικού του οράματος. Ξέρουμε επίσης, πως ο Ερντογάν προσπαθεί να απευθυνθεί στο εσωτερικό του ακροατήριο, με σκοπό να κερδίσει ψήφους στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Για να το κάνει αυτό όμως, θα πρέπει να παρουσιάσει στους Τούρκους μια «νίκη».

Αν αυτή τη «νίκη» δεν μπορεί να την κερδίσει από την Ελλάδα, θα μπορούσε να στραφεί κατά της Κύπρου. Πράγματι, η Ελλάδα, με τις νέες αμυντικές συμφωνίες και τις συμμαχίες που έχει συνάψει, έχει αναβαθμιστεί και αποτελεί ένας πιο δύσκολος στόχος για την Τουρκία. Και μπορεί η Τουρκία να έχει αυξήσει τους τόνους κατά της Ελλάδας, αλλά μέχρι στιγμής, δεν έχει προβεί σε κάποια εχθρική κίνηση. Στα Κατεχόμενα από την άλλη, η Τουρκία έχει μια σχετική ελευθερία κίνησης. Εξάλλου πέρυσι τέτοιο καιρό, ο Τούρκος Πρόεδρος είχε προβεί και σε μερικό άνοιγμα της Αμμόχωστου, ίσως για να ελέγξει τις διεθνείς αντιδράσεις.

Παρόλα αυτά όμως, χρειάζεται μια ψύχραιμη ανάγνωση των δεδομένων. Η προσάρτηση των Κατεχόμενων, δεν είναι μια λογική επιλογή για την Τουρκία. Μια τέτοια κίνηση, δεδομένου και του πολέμου στην Ουκρανία, θα προκαλούσε έντονες αντιδράσεις από τη Δύση.

Είναι μια τακτική με τεράστιο ρίσκο, που θα μπορούσε να έχει τα αντίθετα αποτελέσματα.Η προσάρτηση θα μπορούσε να φέρει την Τουρκία σε σύγκρουση, όχι μόνο τις ΗΠΑ, αλλά και με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η τελευταία, θα μπορούσε να επιβάλλει ορισμένες οικονομικές κυρώσεις ή να παγώσει περαιτέρω την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας. Από την άλλη, η προσάρτηση των Κατεχομένων, θα έδινε στο Ελληνικό λόμπι στις ΗΠΑ ένα επιπλέον επιχείρημα για να μην προχωρήσει η αναβάθμιση των F-16, καθώς ο Ερντογάν θα φαινόταν ως ο αποσταθεροποιητικός παράγοντας στην περιοχή.

Εξάλλου τίθεται ένα ακόμη ερώτημα : Ποια θα είναι η στάση των Τουρκοκυπρίων ; Θα υποστηρίξουν την ένωση με την Τουρκία ή θα αντισταθούν ; Σε περίπτωση που γίνει το δεύτερο σενάριο, πόσο θα συμφέρει τον Ερντογάν να δημιουργήσει ένα νέο μέτωπο; Πώς θα δικαιολογήσει στο εσωτερικό της Τουρκίας, τη «σύγκρουση» με τους Τουρκοκυπρίους;

Αν πράγματι ο Ερντογάν ετοιμάζει κάτι μεγάλο για τις 20 Ιουλίου, και εφόσον αυτό το «κάτι» δεν είναι η προσάρτηση, ίσως τότε θα ανακοινώσει πως κάποιο άλλο κράτος θα αναγνωρίσει το ψευδοκράτος. Ο πιο συνήθης ύποπτος είναι το Αζερμπαϊτζάν. Πιο παλιά είχαν κυκλοφορήσει φήμες πως το Αζερμπαϊτζάν θα αναγνώριζε το ψευδοκράτος, ως αντάλλαγμα για τη βοήθεια που παρείχε η Τουρκία στο πόλεμο του Ναγκόρνο-Καραμπάχ.

Υπάρχει και το σενάριο να είναι η Ρωσία αυτή που θα αναγνωρίσει το ψευδοκράτος στα Κατεχόμενα, με αντάλλαγμα φυσικά να αναγνωρίσει η Τουρκία την Κριμαία, και ενδεχομένως και άλλα ουκρανικά εδάφη, ως μέρος της Ρωσίας. Εξάλλου η Ρωσία είχε προσεγγίσει στο πρόσφατο παρελθόν την Κυπριακή Δημοκρατία και είχε εκφράσει την επιθυμία να ανοίξει προξενικό γραφείο στα Κατεχόμενα. Πάντως, στο παρελθόν είχε ακουστεί πως και άλλες μουσουλμανικές χώρες θα προέβαιναν σε αναγνώριση του ψευδοκράτους (πχ Πακιστάν, Μπαγκλαντές). Αυτό φυσικά δεν έγινε ποτέ.

Εδώ πρέπει να υπενθυμίσουμε πως από τότε που αυτοανακηρύχθηκε το ψευδοκράτος της Βόρειας Κύπρου, η Ελλάδα είχε ανακοινώσει πως θα διέκοπτε τις διπλωματικές σχέσεις με όποιο άλλο κράτος το αναγνώριζε ως ανεξάρτητη κρατική οντότητα. Το οξύμωρο είναι πως, η Ελλάδα δεν διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις με την Τουρκία, τη μόνη χώρα στο κόσμο που έχει αναγνωρίσει το ψευδοκράτος.

Πάντως, αν ποτέ κάποιο κράτος, ανεξάρτητα της επιρροής και της ισχύος του, προβεί σε μια τέτοια πράξη, θα έχει ενδιαφέρον για το αν η Ελληνική πλευρά θα διέκοπτε πράγματι τις διπλωματικές επαφές μαζί του.

Σε κάθε περίπτωση, τόσο η Ελληνική όσο και η Κυπριακή πολιτική ηγεσία, θα πρέπει να είναι έτοιμες να αντιμετωπίσουν την οποιαδήποτε εξέλιξη στα Κατεχόμενα. Όσο πλησιάζει η εκλογική περίοδος στην Τουρκία, τόσο περισσότερο θα προσπαθεί ο Ερντογάν να δείξει πως είναι ο κατάλληλος ηγέτης για να οδηγήσει τη χώρα.

Για να το αποδείξει αυτό, δεν θα διστάσει να κάνει ένα σημαντικό (ή και παράτολμο) βήμα στην εξωτερική πολιτική της χώρας του. Στην περίπτωση που ο Ερντογάν προχωρήσει στην προσάρτηση των Κατεχομένων, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί άμεσα και έξυπνα το διπλωματικό κεφάλαιο της Ελλάδας και της Κύπρου, για να δοθεί «η μητέρα των μαχών».

* Ο Θεόδωρος Γιαννόπουλος είναι τεταρτοετής φοιτητής του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς