Ο κύρος λόφος τού Μπιζανίου μαζί με τον λόφο Μικρό Μπιζάνι λίγο πιο νότια, σχηματίζουν έναν ελλειπτικής μορφής βραχώδη όγκο, κείμενο περί τα 10-12 χμ. νοτίως τής νοτίας όχθης τής λίμνης τών Ιωαννίνων και ανατολικώς τής οδού Ιωαννίνων-Άρτας. Νοτιοδυτικώς, μετά μία συστάδα υψωμάτων, ορθώνεται ο Τόμαρος (ή Ολύτσικας), ανατολικώς ρέει ο Άραχθος, και νοτίως το ύψωμα τής Αετορράχης συνδέεται με το Ξεροβούνι. Το Μπιζάνι είναι φύσει οχυρή τοποθεσία. Ο σύμβουλος τών Τούρκων γερμανός στρατάρχης Γκολτζ (Leopold von der Goltz) το 1909 το οχύρωσε συμφώνως προς το τότε γερμανικό δόγμα. Η αποτελεσματικότης τού οχυρού το εδικαίωσε, από τους Έλληνες απεκλήθη «Σκύλλα». Στα έργα οχύρωσης εργάσθηκαν τιμωρημένοι Τούρκοι στρατιώτες. Η μάχη διεξήχθη στις 20 Φεβ. 1913, κατά τον 1ο Βαλκανικό Πόλεμο, ο οποίος έληξε με τη συνθήκη τού Λονδίνου τον Μάιο 1913.

Οι νικηφόροι ένδοξοι πόλεμοι 1912-14 ήταν συνέπεια τού κινήματος τών Νεοτούρκων το 1908 στη Θεσσαλονίκη. Οι Νεότουρκοι εμφανίσθηκαν ως ειρηνοποιοί, ανθρωπιστές, δημοκρατικοί. Εκθρόνισαν τον σουλτάνο Αμπτούλ Χαμίτ Β’, και με το σύνθημα «Ελευθερία, Ισότητα, Δικαιοσύνη» για όλες τις εθνότητες τής αυτοκρατορίας, έδωσαν τέλος στον Μακεδονικό αγώνα (1904-08). Απώτερος στόχος ο εκτουρκισμός όλων τών μη τουρκικών εθνοτήτων. Έλληνες, Βούλγαροι, Σέρβοι αισθάνθηκαν την απειλή και συνέπηξαν συμμαχία. Παρεισέφρησαν και δυτικοί «μεγάλοι» για δικούς τους λόγους.

Στις 5 Οκτ. 1912 η Ελλάδα κήρυξε τον πόλεμο στην Τουρκία. Δημιουργήθηκαν δύο τμήματα στρατού: •Το Τμήμα Θεσσαλίας σε κυρία αποστολή, {Κωνσταντίνος, 1η έως και 7η μεραρχίες (αριθμούσες 20 συντάγματα πεζικού), 1 σύνταγμα εθελοντών Κρητών, 3 τάγματα εθνοφρουρών, 1 τάγμα ευζώνων, 1 ταξιαρχία ιππικού, 2 συντάγματα σκαπανέων, 1 τάγμα γεφυροποιίας, 1 λόχος διαβιβάσεων, 4 αεροσκάφη Farman. Συνολικώς εκατό χιλ. άνδρες περίπου και 100 πυροβόλα}. •Το Τμήμα Ηπείρου σε δευτερεύουσα αποστολή μέχρι να επιτευχθούν οι στόχοι τού Τμήματος Θεσσαλίας, {Σαπουτζάκης, 1 σύνταγμα πεζικού, 4 τάγματα ευζώνων, 1 τάγμα εθνοφρουρών, 1 ίλη. Συνολικώς εννέα χιλ. άνδρες περίπου και 24 πυροβόλα}.

●Τμήμα Θεσσαλίας: Στις 6 Οκτ. 1912 διήλθε τα ελληνοτουρκικά σύνορα στο διάσελο της Μελούνας βορείως Τυρνάβου, σύναψε 4ωρη μάχη, εξεδίωξε τούς Τούρκους και κατέλαβε Ελασσόνα και Δεσκάτη. Οι Τούρκοι υποχώρησαν στα ισχυρώς οχυρωμένα από τον Γκολτζ υψώματα περί την στενωπό Σαρανταπόρου. {Στην ίδια στενωπό το 1001 ο Βουλγαροκτόνος είχε κατανικήσει τούς Βουλγάρους}. Μετά διήμερη επιτυχή μάχη (10-11 Οκτ), ακολούθησε καταδίωξη βορείως τού Αλιάκμονα - η γέφυρα δεν είχε καταστραφεί- και κατάληψη τής Κοζάνης, όπου πρώτο εισήλθε το τμήμα τού ανθ/ρχου Στάμου Στάικου. Την επομένη αφίχθη ο Κωνσταντίνος με πρόθεση να προελάσει προς Μοναστήρι (Μπιτόλα). Ο Βενιζέλος, κάτοχος ασφαλών πληροφοριών περί ταχείας προς Θεσσαλονίκη προέλασης τών Βουλγάρων, τον έπεισε να κινηθεί ανατολικώς (διεφώνησε μαζί του και τον διέταξε με αυστηρό τρόπο να μην κινηθεί προς βορράν, έχοντας ήδη ενημερώσει εν μέση νυκτί τον Γεώργιο Α’, ο οποίος στις 14 Οκτ. πήγε στην Κοζάνη). Στην όχι αμαχητί προέλαση από Κοζάνη προς Θεσσαλονίκη κατελήφθησαν μέχρι 18 Οκτ. οι πόλεις Βέροια, Κατερίνη και Νάουσα. Μετά δύο ημέρες διεξήχθη στα Γιαννιτσά η αιματηρότερη μάχη τού Α’ Βαλκανικού πολέμου. Οι γέφυρες τού Αξιού βρέθηκαν κατεστραμμένες, χρειάσθηκαν τέσσερις ημέρες για πρόχειρη γεφύρωση και διάβαση. Στις 25 Οκτ. οι Τούρκοι ζήτησαν διαπραγματεύσεις. Την επομένη ο στρατός παρήλαυνε στην άνευ όρων παραδοθείσα πόλη. Μόλις είχε προλάβει τους Βουλγάρους. Οι επόμενες επιχειρήσεις επεξέτειναν τα σύνορα: Προς βορρά με Σερβία μέχρι Γευγελή και λίμνη Δοϊράνης, και με Βουλγαρία σε μία γραμμή νοτίως Κιλκίς και βορείως Νιγρίτας. Προς ανατολάς με Βουλγαρία μέχρι Στρυμόνα. Προς δυσμάς αρχικώς υπήρξε έκβαση αρνητική όταν η 5η μεραρχία στην προσπάθειά της να προελάσει προς Μοναστήρι, δέχθηκε ισχυρή τουρκική επίθεση στη Βεύη και υποχώρησε στην Πτολεμαῒδα (24 Οκτ). Με ενισχύσεις από Θεσσαλονίκη η μεραρχία κινήθηκε προς βορράν, κέρδισε μάχη νοτίως τού Αμυνταίου (3 Νοε) και στρατοπέδευσε στο Αμύνταιο. Το Μοναστήρι το κατέλαβαν οι Σέρβοι. Η Φλώρινα στις 7 Νοε. παρεδόθη στον επ/ρχο Άρτη Ιωάν. ύστερα από πρόταση τούρκων προεστών τής πόλης και επίσκεψη ελληνοτουρκικής επιτροπής στο διοικητή τής 5ης μεραρχίας στο Αμύνταιο. Ομοίως και η Καστοριά στις 11 Νοε. παρεδόθη πάλι στον επ/ρχο Άρτη επικεφαλής λίγων δεκάδων ιππέων· από την πόλη είχε ήδη αποχωρήσει η τουρκική στρατιωτική ηγεσία φοβούμενη πως η Καστοριά ήταν κυκλωμένη από χιλιάδες στρατό. Μετά από σειρά εμπλοκών επί 3ήμερον στις πλαγιές τού Μοράβα, κατελήφθη η Κορυτσά στις 7 Δεκ., με πρώτη εισελθούσα την ημιλαρχία τής 3ης μεραρχίας. Λίγες ημέρες αργότερα κατελήφθη και η Μοσχόπολη (Voskopojë, δυτικώς Κορυτσάς). Εν τω μεταξύ είχαν αποβιβασθεί, στη μεν Χιμάρα (αρχαία πόλη Χιμαίρα) στις 5 Νοε. μικρή δύναμη εθελοντών με επικεφαλής τον Χιμαριώτη ταγματάρχη χωροφυλακής Σπυρομήλιο, στους δε Αγίους Σαράντα στις 24 Νοε. το 1ο σύνταγμα πεζικού (συν/ρχης Μέξας) με εντολή προέλασης προς Ιωάννινα. Σε μικρή όμως απόσταση από τους Αγίους Σαράντα κατά την διάβαση τού ποταμού Καλασιώτικου (Lumi i Bistrices), το 1ο σύνταγμα δέχθηκε αιφνιδιαστική επίθεση τουρκικών μονάδων και εύστοχες βολές πυροβολικού, οι οποίες συν τοις άλλοις κατέστρεψαν τη γέφυρα. Υποχώρησε στους Αγίους Σαράντα και επέστρεψε με πλοία στην Πρέβεζα (28 Νοε). Ο Σπυρομήλιος αρνήθηκε να πράξει το ίδιο όταν εστάλη πλοίο στη Χιμάρα, μαζί με άλλα πλοία που παρέπλεαν τα παράλια Άγιοι Σαράντα-Χιμάρα και προέτρεπαν τους Έλληνες να επιβιβασθούν προ του κινδύνου αντιποίνων. Χαρακτήρισε μάλιστα βεβιασμένη την ενέργεια τού 1ου συν/τος και αδικαιολόγητο τον πανικό προ ασήμαντων τουρκικών δυνάμεων. Την ίδια ημέρα (28 Νοε.) ο αλβανός φύλαρχος Ισμαήλ Βλιώρα κήρυξε στον Αυλώνα την ανεξαρτησία τής Αλβανίας με υπόδειξη τών δυτικών, κυρίως Ιταλίας και Αυστρίας. Είχε μεταβεί στη Βιέννη όπου έλαβε την έγκριση, και από όπου επέστρεψε στον Αυλώνα μέσω Τεργέστης με αυστριακό πολεμικό. Τον Δεκέμβριο οι δυτικοί «μεγάλοι» και η Τουρκία, με την Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη τού Λονδίνου απεφάσισαν την ίδρυση Αλβανικού κράτους. Μόνο Γαλλία και Ρωσία στήριξαν την Ελλάδα.

●Τμήμα Ηπείρου: Με την κήρυξη τού πολέμου (5 Οκτ. 1912) βρισκόταν στην περιοχή της Άρτας. Στις 6 Οκτ. διέβη τον Άραχθο, κέρδισε μάχη στο Γρίμποβο (λίγο βορειότερα τής Άρτας), κατέλαβε τη Φιλιππιάδα, σύναψε επιτυχή μάχη στη Νικόπολη, και με συμμετοχή ναυτικού κατέλαβε την Πρέβεζα (21 Οκτ). Οι επιτυχίες έδωσαν ελπίδες, το Τμήμα ενισχύθηκε με ένα σύνταγμα Κρητών και ανέλαβε αποστολή επιθετική. Ο διοικητής Ιωαννίνων Εσάτ Πασάς εξαπέλυσε από τα Πέντε Πηγάδια επίθεση κατά των ευζώνων, η μάχη γενικεύθηκε, διήρκεσε επί 7ήμερο (μέχρι 30 Οκτ), και υπήρξε αμφίρροπη. {Τα Πέντε Πηγάδια είναι χωριό εγκαταλειμμένο στην περιοχή τής Κλεισούρας βορειότερα από το φράγμα Λούρου, ανατολικώς τού δρόμου. Εκεί υπάρχουν τα ερείπια δύο φρουρίων, μέσα δε σε ένα από αυτά υπήρχαν πέντε πηγάδια}. Στις 27 Οκτ. απελευθερώθηκε το Μέτσοβο από ένα απόσπασμα τού Τμήματος Θεσσαλίας υπό τον αντ/ρχη Μήτσα, απαρτιζόμενο από τακτικό στρατό και εθελοντές Κρήτες και Ηπειρώτες. Περί τα τέλη Νοεμβρίου αφίχθη στην Ήπειρο και η 2η μεραρχία, ο Σαπουτζάκης επεχείρησε τότε εκπόρθηση τού Μπιζανίου (1-3 Δεκ) και απέτυχε. Κατά την επιχείρηση αυτή διεξήχθη και η αρχικώς επιτυχής και στη συνέχεια ατυχής μάχη τού Δρίσκου, στην οποία συμμετείχε και μονάδα εθελοντών Γαριβαλδινών. {Το ύψωμα Δρίσκος, ανατολικώς τής λίμνης Ιωαννίνων, δεσπόζει τής περιοχής μεταξύ λίμνης και π. Αράχθου. Μεταξύ τών νεκρών και ο ευγενούς ισπανικής καταγωγής Έλλην ιθακήσιος Λορέντζος Μαβίλης, γαριβαλδινός εθελοντής, «περίμενα πολλές τιμές από τούτον τον πόλεμο, αλλά όχι και την τιμή να θυσιάσω τη ζωή μου για την Ελλάδα μου». Οι Γαριβαλδινοί ήταν εθελοντές, Έλληνες και Ιταλοί. Ο φιλέλληνας Giuseppe Garibaldi, εθνικός ήρωας τής Ιταλικής παλιγγενεσίας, σχημάτισε το 1860 στη Γένοβα ένα σώμα 1162 εθελοντών φερόντων ερυθρά χιτώνια, (στη Σικελία που ήταν ο προορισμός τους αποβιβάσθηκαν 1089). Επειδή ο αριθμός ήταν κοντά στο στρογγυλό «χίλια» έλαβαν το όνομα “Mille-Χίλιοι”. Ο επίσης φιλέλληνας γιός του, στρατηγός Ricciotti Garibaldi έφερε στην Ελλάδα 800 Ιταλούς εθελοντές, οι οποίοι μαζί με Έλληνες εθελοντές σχημάτισαν το τμήμα τών Γαριβαλδινών και έλαβαν μέρος στη μάχη τού Δομοκού κατά τον ατυχή πόλεμο τού 1897. Οι Γαριβαλδινοί ανασυστήθηκαν το 1912. Ο Ricciotti Garibaldi, παρά την αρνητική στάση τής Ιταλικής κυβέρνησης (τήρηση ουδετερότητος), στρατολόγησε ένα μικρό τμήμα εθελοντών και το έφερε στην Ελλάδα. Μαζί με τους στρατολογηθέντες Έλληνες σχηματίσθηκε τμήμα περί τους 1200 (να ταιριάζει σε αριθμό με εκείνο τού Giuseppe Garibaldi). Συμμετείχε σε μάχες και στους δύο Βαλκανικούς πολέμους}. Το δεύτερο δεκαπενθήμερο Δεκεμβρίου αφίχθησαν στην Ήπειρο δύο ακόμη μεραρχίες, 4η και 6η. Ο Κωνσταντίνος χαρακτήρισε τον Σαπουτζάκη ως αδέξιο και ζήτησε από την κυβέρνηση την αντικατάσταση του. Ορίσθηκε ο ίδιος. Ο Σαπουτζάκης θέλοντας να επαναφέρει το γόητρο του, έλαβε αφορμή από το γεγονός αυτομολίας προς τους Τούρκους δύο στρατιωτών (αλβανικής έχει λεχθεί καταγωγής) και ζήτησε, προ τού κινδύνου πληροφόρησης τών Τούρκων επί της ελληνικής δύναμης και διάταξης, την άμεση αιφνιδιαστική επίθεση πριν από την άφιξη τού Κωνσταντίνου. Η δύναμη κρούσης, παρά την κάποια ενίσχυση της, ήταν πολύ μικρή για το Μπιζάνι, το άγχος οδήγησε σε βιαστική ενέργεια. Η μάχη (7-10 Ιαν. 1913) δεν επέτυχε, οι απώλειες σημαντικές και στις δύο πλευρές. Ο Κωνσταντίνος δεν θα επέτρεπε σε καμία περίπτωση να πληγεί το γόητρο του, και φρόντισε επ’ αυτού όταν αντικατέστησε τον Σαπουτζάκη, πράττοντας ορθώς. Το ελληνικό μέτωπο σταθεροποιήθηκε προ του οχυρού Μπιζανίου. Ο Κωνσταντίνος αποβιβάσθηκε στην Πρέβεζα στις 10 Ιαν. 1913. Είχε αποπλεύσει προ 4ημέρου από τη Θεσσαλονίκη. Εγκαταστάθηκε στη Φιλιππιάδα, ενημερώθηκε από τον Σαπουτζάκη, και διέταξε κατάπαυση πυρός. Στη διάθεσή του είχε περί τις 42 χιλ. άνδρες, 93 πυροβόλα, 48 πολυβόλα, και τα 4 αεροσκάφη. Στις 6 Φεβρουαρίου επισκέφθηκε το μέτωπο ο Βενιζέλος υπό την ιδιότητά του ως υπουργού Στρατιωτικών. Ο Κωνσταντίνος ζήτησε με επιστολή του από τον Εσάτ την παράδοση τών Ιωαννίνων. Έλαβε μετά 2ήμερο αρνητική επιστολή. Ημέρα επιθέσεως ορίσθηκε η 20η Φεβ. 1913. Στρατηγείο το χάνι Εμίν Αγά.

Διάταξη μονάδων

•Ανατολικό μέτωπο «Μέτσοβο-Δρίσκος-Αετορράχη»: Από Μέτσοβο μέχρι ανατολικές υπώρειες Δρίσκου η Μικτή Ταξιαρχία Μετσόβου. {Η μικτή ταξιαρχία, υπό τον συν/ρχη Παπακυριαζή, σχηματίσθηκε στις 8 Φεβ. και διέθετε το από τη Θεσσαλονίκη αφιχθέν σύνταγμα πεζικού τού Παπακυριαζή, το ευρισκόμενο ήδη στο Μέτσοβο απόσπασμα Μήτσα, ένα τάγμα και μία πυρ/χία}. Νοτιότερα παρετάχθησαν η 6η Μεραρχία από γέφυρα Παπαδάκη στον Άραχθο μέχρι ανατολικές υπώρειες Αετορράχης, και η 8η Μεραρχία στις νότιες υπώρειες τής Αετορράχης. {Η 8η σχηματίσθηκε από μονάδες τού Τμήματος Ηπείρου}. Την διοίκηση και τών δύο μεραρχιών είχε ο Σαπουτζάκης. Η 2η Μεραρχία υπό τον υπ/τηγο Κάλλαρη στην περιοχή Αετορράχη-Αυγό-Θεριακήσι ιππαστί τής οδού προς Ιωάννινα.

•Δυτικό μέτωπο «Θεριακήσι-Μπαουσιοί» προ της οχυρωμένης γραμμής «Προφήτης Ηλίας-Μεγάλη Τσούκα»: Η 4η Μεραρχία υπό τον υπ/τηγο Μοσχόπουλο ενισχυμένη με το απόσπασμα Ολύτσικα και με κάποιες ακόμη μονάδες -συνολική δύναμη περί τα 23 τάγματα-, κατανεμήθηκε σε τρεις φάλαγγες· 1η φάλαγγα στην περιοχή Μανολιάσας, 2η φάλαγγα στο Σπαρτίτσι προ τών Στενών Μανολιάσας, 3η φάλαγγα στην περιοχή μεταξύ τών οικισμών Ασπροχώρι και Μπαουσιοί στις υπώρειες τού Τόμαρου.

•Υπήρχαν ακόμη 4 τάγματα στην Παραμυθιά/Αχέροντα, 2 τάγματα στην Πρέβεζα/Λούρο, 2 τάγματα στην Φιλιππιάδα, 1 τάγμα στη Χιμάρα και το σύν/γμα ιππικού στο στρατηγείο.

Ο τουρκικός Στρατός με διοικητή τον Εσάτ Πασά διέθετε 28-30 χιλ. άνδρες με 102 πυροβόλα (83 στην οχύρωση Μπιζανίου, 19 στα υψώματα από Μανολιάσα μέχρι Άγ. Νκόλαο, και 10 στους λοφίσκους Δουρούτι – Σαδοβίτσα).

Το σχέδιο επιχειρήσεων προέβλεπε την από δυσμάς εκτέλεση μονόπλευρου υπερκερωτικού ελιγμού και την από ανατολάς αρχικώς μετωπική απασχόληση παραπλάνησης, στην περίπτωση δε επιτυχούς έκβασης τού ελιγμού, προώθηση και από ανατολάς μονάδων στα νώτα τού Μπιζανίου. Ο ελιγμός αποσκοπούσε στην κύκλωση τού οχυρού Μπιζανίου. Η μετωπική απασχόληση θα είχε παραπλανητικό χαρακτήρα περί δήθεν κύριας δύναμης επιθέσεως από ανατολάς. Στην κατάστρωση τού σχεδίου σημαντική πρέπει να ήταν η συμβολή τού επιτελούς στο στρατηγείο λοχαγού Ιωάννου Μεταξά. Στις 18 Φεβρουαρίου, δύο ημέρες πριν την επίθεση, ο ελληνικός στόλος προέβη σε παραπλανητική απόβαση στους Άγιους Σαράντα.

Η Μάχη

Τα ξημερώματα 20ης Φεβ. 1913 η ελληνική πλευρά αναλαμβάνει πρωτοβουλία με ισχυρό κανονιοβολισμό κατά των εχθρικών θέσεων. Τα τέσσερα αεροπλάνα πραγματοποιούσαν πτήσεις πάνω από τα οχυρά συλλέγοντας πληροφορίες και ρίπτοντας χειροβομβίδες. Έρριπταν και τρόφιμα και εφημερίδες στα Ιωάννινα για τον ελληνικό πληθυσμό. Το ανατολικό μέτωπο προέβη σε κινήσεις λήψης επαφής με τα εχθρικά χαρακώματα, αποκομίζοντας κάποιες μικροεπιτυχίες. Το δυτικό μέτωπο ήταν ο πρωταγωνιστής:

•Η 3η Φάλαγγα με αιφνιδιαστική επίθεση και ύστερα από σκληρή μάχη μέχρι τις απογευματινές ώρες κατέλαβε τα υψώματα Μεγάλης Τσούκας, Αγίου Σάββα, Κοσμηρά, Αγίου Νικολάου, Δουρούτι.

•Η 1η Φάλαγγα με μάχες εκ του συστάδην και με εφ’ όπλου λόγχην, κατέλαβε τα υψώματα Προφήτη Ηλία, Μεγάλης Ράχης, και προέβη σε μικρής εκτάσεως εκμετάλλευση τής επιτυχίας.

•Η 2η Φάλαγγα είχε ως εμπροσθοφυλακή υπό τον αντ/ρχη Παπαδόπουλο Διον. το σύνταγμα Ευζώνων και ένα τάγμα πεζικού. Το σύνταγμα απαρτιζόταν από το 8ο τάγμα (ταγ/ρχης Ιατρίδης Γεώρ.) και το 9ο τάγμα (ταγ/ρχης Βελισσαρίου Ιωάν.). Έκαστο τάγμα είχε δύο διλοχίες. Η περιγραφή που ακολουθεί αντλεί υλικό από το ημερολόγιο τού Παπαδόπουλου. Έχοντας η 2η φάλαγγα εξασφαλισμένα άμφω τα πλευρά της, εκκίνησε από τη περιοχή Σπαρτίτσι, εισήλθε στα Στενά Μανολιάσας, ανέτρεψε τις αντιστάσεις στα αντερείσματα τής εξόδου τής στενωπού στους Μελιγγούς, και βγήκε στη λεκάνη τής Δωδώνης, όπου ανασυντάχθηκε. Το Τουρκικό μέτωπο από Μεγάλη Τσούκα μέχρι υψώματα Μανολιάσας είχε καταρρεύσει, οι Τούρκοι εν διαλύσει όδευαν προς Ιωάννινα. Περί το μεσημέρι ο Παπαδόπουλος ενημέρωσε τον διοικητή τής Φάλαγγας (ονόματι Γιαννακίτσας) επί της πορείας του, και ζήτησε την ταχύτερη προώθηση τής υπόλοιπης φάλαγγας, καθόσον η εμπροσθοφυλακή είχε προελάσει ταχέως και είχε πολύ απομακρυνθεί. Στις τρεις το απόγευμα ο Παπαδόπουλος, καθ’ οδόν προς Πεδινή, ζήτησε από τον διοικητή τής φάλαγγας οδηγίες για το αν θα προωθηθεί προς Ιωάννινα ή προς Σαδοβίτσα. Ενθαρρυμένος από την εξέλιξη τών επιχειρήσεων, ανεκάλεσε την ευρισκόμενη στο ύψωμα Δουρούτι διλοχία τού 9ου τάγματος Ευζώνων, και χωρίς να έχει λάβει απάντηση από τον φαλαγγάρχη οδήγησε την εμπροσθοφυλακή σε φάση καταδίωξης προς Πεδινή, στην οποίαν και εισήλθε στις πέντε το απόγευμα. Ο φαλαγγάρχης έστειλε στην Πεδινή αγγελιοφόρο με εντολή προς τον Παπαδόπουλο να μην κινηθούν πέραν. Τα δύο τάγματα ευζώνων προήλαυναν ήδη προς Ιωάννινα μέσω τής εκεί τότε βαλτώδους περιοχής. Η διαταγή επισήμως τουλάχιστον δεν παρεδόθη ή δεν έφθασε στο διοικητή τής εμπροσθοφυλακής, άγνωστο γιατί. Έχουν λεχθεί διάφορα. π.χ. πως στον αγγελιοφόρο ελέχθη να αναφέρει ότι δεν πρόλαβε. Την 6η απογευματινή τα δύο τάγματα κατέλαβαν στον Άγιο Ιωάννη (σήμερα υπάρχουν δύο γειτονικοί οικισμοί, Ανατολή και Βελισσάριο). Είχαν την φαεινή και σωτήρια σκέψη να αποκόψουν κάθε τηλεφωνική επικοινωνία τού Τουρκικού στρατηγείου με το Μπιζάνι. Συνέλαβαν και περί τους 1000 αιχμαλώτους. Κατά τον Κανονισμόν υπήρξε απείθεια προς εντολήν ανωτέρου, αλλά και άκρως επικίνδυνη βαθεία εισχώρηση στα νώτα τής εχθρικής διατάξεως. Ο Παπαδόπουλος ενημέρωσε τον φαλαγγάρχη και τού ζήτησε να σπεύσει προς κατάληψη τών Ιωαννίνων. Μετά δίωρο, μη έχοντας λάβει απάντηση και συνειδητοποιώντας τον κίνδυνο, απέστειλε αγγελιοφόρους προς πλείονες μονάδες εκτός φάλαγγας, ενημερώνοντας τες και καλώντας τες να έλθουν προς κατάληψη τών Ιωαννίνων, χωρίς ανταπόκριση. Την ενδεκάτη νυκτερινή αντιπροσωπεία από δύο Τούρκους αξιωματικούς -υπ/γός Ρεούφ και ανθ/γός Ταλαάτ- συνοδευόμενη από τον μητροπολίτη Δωδώνης Πανάρετο ως εκπρόσωπο τού μητροπολίτη Ιωαννίνων Γερβασίου, παρέδωσε στον Βελισσαρίου έγγραφο υπογεγραμμένο από τους προξένους στα Ιωάννινα τών Χωρών Ρωσίας, Γαλλίας και Αυστροουγγαρίας. Ο Βελισσαρίου οδήγησε τήν αντιπροσωπεία στο Εμίν Αγά. Ήταν 4,30 πρωινή. Ο Εσάτ, κατά σύσταση τών προξένων, πρότεινε την άνευ όρων παράδοση τής πόλης. Μετά μία ώρα ο Κωνσταντίνος διέταξε κατάπαυση πυρός. Περί την δεκάτη πρωινή τής 21ης Φεβρουαρίου ο υπ/τηγος Σούτσος Αλέξ., επικεφαλής τού συν/τος Ιππικού, με εντολή τού Κωνσταντίνου εισήλθε στα Ιωάννινα ως στρατιωτικός διοικητής τής πόλης. Του την παρέδωσε ο συν/ρχης Βεχήπ Βέης, αδελφός τού Εσάτ Πασά, διοικητής τού πυροβολικού τών οχυρών. Δύο ώρες αργότερα οι λοχαγοί τού στρατηγείου Μεταξάς Ιωάννης και Στρατηγός Ξενοφών ως εκπρόσωποι τού Κωνσταντίνου επισκέφθηκαν τον Εσάτ. Με τον Βεχήπ Βέη ως εκπρόσωπο τού Εσάτ συνέταξαν το πρωτόκολλο παράδοσης τής πόλης, και το υπέγραψαν, «Βεχήπ, Ι.Μεταξάς, Ξ.Στρατηγός». Η είδηση τής νίκης έγινε γνωστή στην Αθήνα αστραπιαίως. Το απόγευμα τής 21ης Φεβρουαρίου ο Βενιζέλος διάβαζε στη σειομένη από χειροκροτήματα Βουλή τηλεγράφημα από το στρατηγείο τού Κωνσταντίνου, «τρεις ίλαι ιππικού υπό την διοίκησιν τού υποστρατήγου Σούτσου, εισήλθον εις τα Ιωάννινα μετά της χωροφυλακής». Την επομένη το μεσημέρι εισήλθε στην πόλη ο Κωνσταντίνος με συγκρότημα μονάδων εξ’ όλων τών μεραρχιών υπό τον υπ/τηγο Μοσχόπουλο. Εψάλη δοξολογία και ακολούθησε παρέλαση και δεξίωση. Λίγο πριν την είσοδο τού Κωνσταντίνου ο γιαννιώτης ανθ/ρχος Αδαμίδης Χρ., διοικητής τού αεροπορικού στολίσκου, μετά από μία κυκλική πτήση θριάμβου πάνω από την πόλη, προσγειώθηκε στην πλατεία Διοικητηρίου προκαλώντας παραλήρημα ενθουσιασμού. Τα Ιωάννινα επί αιώνες υπέστησαν ποικίλους «αφέντες» μη Έλληνες. Το 1430 ο Σινάν πασάς τα υπήγαγε στην Τουρκία. {Υπενθύμιση: Πριν από το 146 π.Χ. στον ελλαδικό χώρο κατοικούσαν έθνη ελληνικά σχηματίζοντα πόλεις-κράτη χωρίς ενιαία κρατική υπόσταση. Από το 146 π.Χ. και μέχρι το 1830 δεν υπήρχαν ούτε πόλεις-κράτη, ούτε ανεξαρτησία}.

Ο Βενιζέλος δεν επιθυμούσε προέλαση τού στρατού πέραν της γραμμής Τεπελένι–Μοσχόπολη, παρότι τα όρια τών εθνικών διεκδικήσεων συνιστούσε η γραμμή Αυλώνα-Κλεισούρα–λίμνη Οχρίδα. Ο στρατός μέχρι αρχές Μαρτίου 1913 είχε καταλάβει Παραμυθιά, Μαργαρίτι, Φιλιάτες, Ηγουμενίτσα, Σαγιάδα, Ερσέκα, Λεσκοβίκι, Φρασάρι, Πρεμετή, Αργυρόκαστρο, Δέλβινο, Αγ. Σαράντα, Τεπελένι (από το σύν/μα ιππικού), ενώ Κορυτσά και Μοσχόπολη είχαν ήδη καταληφθεί πριν από το Μπιζάνι. Το όριο Βενιζέλου δεν είχε παραβιασθεί. Υπήρξε όμως η πρόθεση προέλασης προς Αυλώνα, η οποία σκόνταψε στην άρνηση τής Ιταλίας. Η συνθήκη τού Λονδίνου (17 Μαϊ. 1913) τα υπολόγισε αλλιώς, ήθελε την ίδρυση αλβανικού κράτους. Η διεθνής επιτροπή καθορισμού ελληνοαλβανικών συνόρων απεφάσισε (Πρωτόκολλο Φλωρεντίας, Δεκ. 1913) τα μέχρι σήμερα ισχύοντα σύνορα. Προτάσεις τής Ελλάδος γιά διενέργεια δημοψηφίσματος και γιά έρευνα εθνικής συνειδήσεως τού πληθυσμού, απερρίφθησαν. Από τότε υφίσταται η αλυτρωτική έκφραση «Βόρειος Ήπειρος».

Επιλεγόμενα: Η όντως πολύ τολμηρή ενέργεια τών δύο Ταγμάτων Ευζώνων -τα οχυρά δεν είχαν κλονισθεί και δεν ήταν βέβαιη η εκπόρθηση τους- ανάγκασε τον Εσάτ Πασά να παραδοθεί, νομίζοντας πως είναι κυκλωμένος με κατειλημμένα τα οχυρά, χωρίς να επιδιώξει την με κάθε τρόπο επικοινωνία με το Μπιζάνι. Οι κομμένες επικοινωνίες δε ήταν πανάκεια για τα τάγματα. Η κύκλωση τού Μπιζανίου από δυσμάς, υπό αυστηρήν έννοιαν δεν επετεύχθη συμφώνως τω σχεδίω, αλλά με πρωτοβουλία ηγήτορος εκτός τών πλαισίων τών εντολών τής ανωτέρας διοικήσεως, πρωτοβουλία από εκείνες που όταν επιτυγχάνουν δημιουργούν ήρωες, και όταν αποτυγχάνουν οδηγούν στο στρατοδικείο. Προώθηση στα νώτα τού Μπιζανίου από ανατολάς, παρά την επιτυχία του ελιγμού, δεν σημειώθηκε, δεν έγινε καν αντιληπτή η εκ δυσμών κύκλωση.

Ο διοικητής τής 2ης Φάλαγγας Γιαννακίτσας, είχε αρχικώς επιτιμήσει εγγράφως τούς ήρωες για την προέλαση τής νίκης. Αργότερα εξήρε εγγράφως τήν γενναιότητα τους. Η ανυπακοή τών ταγματαρχών, ιδίως τού Βελισσαρίου, και η βεβιασμένη απόφαση τού Εσάτ Πασά να παραδοθεί, έδωσαν την δόξα.

Το τίμημα ήταν Έλληνες νεκροί & τραυματίες 284, Τούρκοι 2800. Αιχμάλωτοι 8600.

Σε ένα δασύλλιο τής Φιλιππιάδας υπάρχει το μνημείο τών Μπιζανομάχων με τα οστά τών πεσόντων στο Γρίμποβο και στα Πέντε Πηγάδια το 1897 και το 1912, και τών πεσόντων στο Μπιζάνι το 1912.

Η παρούσα έρευνα ανεύρε πλήθος στοιχείων, άλλων θεωρουμένων ως ιστορικών με την αυστηρή έννοια, άλλων όντων προσωπικών μαρτυριών χωρίς να αποκλείεται η ύπαρξη αληθούς υποβάθρου, π.χ: •Συνάντηση Κωνσταντίνου-Εσάτ και παράδοση ξίφους από τον δεύτερο και μη αποδοχή από τον πρώτο τιμής ένεκεν. (Ο Κωνσταντίνος εδέχθη πράγματι σε ακρόαση τους αδελφούς Εσάτ, οι οποίοι εξέφρασαν τον θαυμασμό τους. Δεν ευρέθησαν λεπτομέρειες επί της συνομιλίας). •Παράδοση από Εσάτ τού οχυρού στην Ελλάδα, και τών Ιωαννίνων στους προξένους. •Συμφοίτηση Κωνσταντίνου και Εσάτ στη σχολή πολέμου τού Βερολίνου. •Παράδοση στους Έλληνες τών σχεδίων οχύρωσης από τον ελληνικής καταγωγής τούρκο αξιωματικό Νικολάκη εφέντη. (Στα Ιωάννινα υπάρχει οδός με δύο ονόματα, «Οδός Νικολάκη Εφέντη» και «Οδός Ν. Παπαδοπούλου – Ομογενής τούρκος αξιωματικός (Νικολάκης Εφέντης)»).

Αχιλ. Σ. Ξανθουλέας

Dott. Πολ.Μηχανικός

MSc. Υδραυλικός/Υδρολόγος Μηχανικός

‘Ιλαρχος ε.α. - τ.Τομεάρχης ΔΕΗ

 

Οκτ. 2013