Μετάφραση-Επιμέλεια: Άννα Φαλτάϊτς

Η εξωτερική οικονομική βοήθεια και η υπόσχεση ένταξης σε ΕΕ και ΝΑΤΟ συνέβαλαν στη δημιουργία ειρηνικού κλίματος στα Δ. Βαλκάνια. Τα δεδομένα όμως ανατρέπονται. Αναμοχλεύονται μακραίωνα πάθη, δημιουργώντας κίνδυνο για νέες συγκρούσεις.

Κάτω από την επιφάνεια της σχετικής ηρεμίας στα Δυτικά Βαλκάνια κατά την τελευταία δεκαετία, οι εθνοτικές εντάσεις και τα εθνικιστικά πάθη συνεχίζουν να κοχλάζουν.

Το τελευταίο τρίμηνο του 2018, η ειρήνη της περιοχής θα δοκιμαστεί λόγω των κινήσεων για ομαλοποίηση των σχέσεων Σερβίας-Κοσόβου και ιδιαιτέρως της αμφιλεγόμενης ιδέας ανταλλαγής εδαφών που θα μπορούσε να  έχει αποσταθεροποιητικές επιπτώσεις στην περιοχή. Παράλληλα, το δημοψήφισμα για την αλλαγή της ονομασίας της πΓΔΜ -σε μια προσπάθεια να μπει τέλος στη μακρά διαμάχη με την Ελλάδα- μπορεί να ανακινήσει τα εθνικιστικά αισθήματα και τις πολιτικές αντιδράσεις στις δύο χώρες. Εν τω μεταξύ, οι ξένες δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ, η Ρωσία και η Ευρωπαϊκή Ένωση, θα ενεργούν προκειμένου να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους και να επηρεάσουν τις εξελίξεις.

Οι διαπραγματεύσεις Σερβίας-Κοσόβου

Οι πρόεδροι του Κοσόβου, Χασίμ Θάτσι και της Σερβίας Αλεξάνταρ Βούτσιτς, επρόκειτο να συναντηθούν στις 7 Σεπτεμβρίου, για να εκκινήσουν τον επόμενο γύρο των μακροχρόνιων διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο πλευρών. Ωστόσο, η προγραμματισμένη αυτή συνάντηση ακυρώθηκε ξαφνικά, αν και οι δύο ηγέτες πραγματοποίησαν νωρίτερα ξεχωριστές συναντήσεις με την επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Φεντερίκα Μογκερίνι.

Η ακύρωση της συνάντησης υπογραμμίζει τη δυσκολία της διαπραγμάτευσης μιας ανταλλαγής εδαφών μεταξύ των δύο χωρών, πρόταση η οποία έχει προκαλέσει αντιδράσεις τόσο στους πολίτες των δύο χωρών όσο και σε υψηλόβαθμους πολιτικούς όπως η Γερμανίδα καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ.

Εν τω μεταξύ, ο πρόεδρος της Σερβίας θέτει όλο και περισσότερες προϋποθέσεις για να συμμετέχει σε διαπραγματεύσεις με τον Κοσοβάρο ομόλογό του. Στις 13 Σεπτεμβρίου, ο κ. Βούτσιτς δήλωσε πως θέλει εγγύηση πως η χώρα του θα γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέχρι το 2025, αν διαπραγματευτεί επιτυχώς μια συμφωνία για την ανταλλαγή εδαφών με το Κόσοβο.

Η Σερβία δεν αναγνωρίζει την ανεξαρτησία του Κοσόβου, όμως, υπό την πίεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (που έχει ξεκαθαρίσει στο Βελιγράδι πως η βελτίωση των σχέσεων με το Κόσοβο αποτελεί σημαντικό μέρος της διαδικασίας ένταξης στο μπλοκ), βρίσκεται σε συζητήσεις για την ομαλοποίηση των σχέσεων των δύο πλευρών.

Ένα από τα πιο ακανθώδη ζητήματα είναι η δημιουργία μιας Κοινότητας Σερβικών Δήμων, που θα έδινε κάποιο βαθμό αυτονομίας στις πόλεις του Κοσόβου, όπου οι Σέρβοι αποτελούν την πλειοψηφία. Το θέμα αυτό άνοιξε το 2013, ωστόσο έκτοτε έχει σημειωθεί ελάχιστη πρόοδος.

Ένα ακόμα, ίσως πιο αμφιλεγόμενο, ζήτημα είναι το ενδεχόμενο μιας διμερούς συμφωνίας για μια πιθανή «προσαρμογή συνόρων», στο πλαίσιο της οποίας ορισμένα εδάφη της Σερβίας θα εκχωρηθούν στο Κόσοβο και ορισμένα εδάφη του Κοσόβου στη Σερβία. Οι ηγέτες των δύο χωρών, ο Κοσοβάρος Χασίμ Θάτσι και ο Σέρβος Αλεξάνταρ Βούτσιτς, δεν έχουν προσδιορίσει ποιες περιοχές θα περιλαμβάνονταν σε μια τέτοια συμφωνία, όμως θεωρείται πως θα αφορούσε την εκχώρηση του ελέγχου του Βόρειου Κοσόβου -όπου υπάρχει πλειονότητα Σέρβων- στη Σερβία και της Κοιλάδας του Πρεσόβου -όπου υπάρχει αλβανική πλειονότητα- στο Κόσοβο.

Η ιδέα της ανταλλαγής εδαφών, που θα καθιστούσε εθνολογικά πιο ομοιογενείς τους πληθυσμούς της Σερβίας και του Κοσόβου, κυκλοφορεί στους ακαδημαϊκούς και πολιτικούς κύκλους από τη δεκαετία του 1990.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης και πολιτικοί και από τις δυο πλευρές έχουν καταδικάσει την πρόταση, η οποία, όπως φοβούνται ορισμένοι, θα μπορούσε να ενθαρρύνει τους εθνικιστές σε άλλες περιοχές των Βαλκανίων, όπου οι διχασμοί που πυροδότησαν τους πολέμους και τις συγκρούσεις τις δεκαετίες του 1990 και του 2000 παραμένουν βαθιά ριζωμένοι. Όμως, σε αυτή τη φάση, είναι αβέβαιο το ποια ακριβώς εδάφη θα περιλαμβάνονταν στην προσαρμογή των συνόρων που ανέφεραν Βούτσιτς και Θάτσι.

Στις διαπραγματεύσεις, η κάθε πλευρά θα πιέσει για να αποκτήσει όσο το δυνατόν περισσότερα εδάφη, εκχωρώντας όσο το δυνατόν λιγότερα. Και, ακόμα και αν τελικά υπάρξει συμφωνία, τα περίπλοκα διαχειριστικά, πολιτικά, οικονομικά και εθνολογικά ζητήματα θα καθιστούσαν δύσκολη την εφαρμογή μιας μεγάλης ανταλλαγής εδαφών μεταξύ της Σερβίας και του Κοσόβου.

Άλλωστε, κατά της πρότασης έχουν ήδη ταχθεί υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι και των δύο χωρών. Ο Σέρβος υπουργός Εξωτερικών Ίβιτσα Ντάτσιτς δήλωσε ξεκάθαρα πως το Βελιγράδι δεν θα εκχωρήσει τον έλεγχο της Κοιλάδας του Πρεσόβου, ενώ ο πρωθυπουργός του Κοσόβου Ραμούς Χαραντινάι επέκρινε τις δηλώσεις του Θάτσι που στήριζαν την προσαρμογή των συνόρων.

Οι αντιτιθέμενοι στην ανταλλαγή εδαφών ανησυχούν πως αν υπάρξει αρκετή στήριξη, ώστε η ανταλλαγή να περιληφθεί σε μια τελική συμφωνία, αυτό θα μπορούσε να εμπνεύσει παρόμοιους επανασχεδιασμούς και σε άλλα σύνορα της περιοχής. Για παράδειγμα, Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας, μια από τις πιο αυτόνομες οντότητες που συνθέτουν τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, θα μπορούσε να απαιτήσει την ανεξαρτησία της ή τη προσάρτησή της στη Σερβία, εξέλιξη που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατάρρευση της χώρας.

Την ίδια ώρα, Αλβανοί όπως αυτοί της ΠΓΔΜ, θα μπορούσαν ομοίως να απαιτήσουν αυτοπροσδιορισμό ή να τους επιτραπεί να ενωθούν με την Αλβανία. Έτσι το μήνυμα από μια ανταλλαγή εδαφών προκειμένου να υπάρξει μεγαλύτερη εθνολογική ομοιογένεια σε Σερβία και Κόσοβο θα μπορούσε να είναι πως η ιδέα των πολυεθνικών χωρών στα Βαλκάνια απέτυχε.

Η διεθνής αντίδραση

Η Ευρωπαϊκή Ένωση τηρεί επιφυλακτική στάση στην ιδέα μιας ανταλλαγής εδαφών. Στα τέλη Αυγούστου, ο αρμόδιος για τη διεύρυνση Ευρωπαίος επίτροπος Γιοχάνες Χαν άφησε να εννοηθεί πως οι Βρυξέλλες θα αποδέχονταν μια συμφωνία μεταξύ της Σερβίας και του Κοσόβου, όμως προειδοποίησε ότι «δεν θα πρέπει να αποτελέσει οδηγό για άλλα θέματα», εννοώντας ενδεχομένως τη Βοσνία. Εν τω μεταξύ, η Γερμανίδα καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ απέρριψε ξεκάθαρα την ιδέα, χαρακτηρίζοντας «απαράβατη» την εδαφική ακεραιότητα των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων. Από την πλευρά του, ο αμερικανός σύμβουλος εθνικής ασφάλειας Τζον Μπόλτον, δήλωσε πως ο Λευκός Οίκος θα ήταν πρόθυμος να αποδεχθεί μια διμερή ανταλλαγή εδαφών μεταξύ της Σερβίας και του Κοσόβου, ενώ η Ρωσία δεσμεύτηκε να πάρει το μέρος της Σερβίας στις διαπραγματεύσεις με το Κόσοβο.

Η στήριξη τόσο του Λευκού Οίκου όσο και του Κρεμλίνου θεωρείται κρίσιμης σημασίας για την άρση του αδιεξόδου στις διαπραγματεύσεις Σερβίας-Κοσόβου, ιδιαίτερα αφού οι όποιες ανταλλαγές εδαφών θα μπορούσαν να αποτελέσουν θέμα ψηφοφορίας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Η Σερβία είναι ένας από τους βασικούς συμμάχους της Ρωσίας στα Δυτικά Βαλκάνια. Η Μόσχα πιθανότατα θα στηρίξει το Βελιγράδι στις διαπραγματεύσεις με το Κόσοβο, αρκεί να μην απειλούνται τα ρωσικά στρατηγικά συμφέροντα (δηλαδή, να αποτραπεί η στενότερη ενσωμάτωση των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων στη Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ). Αν και η Ρωσία μπορεί να ανεχθεί τις σερβικές προτάσεις για συμφωνία με την ΕΕ, ωστόσο θα ήταν πιο απρόθυμη να στηρίξει μια ένταξη της Σερβίας στο ΝΑΤΟ (επιλογή την οποία ακόμα δεν εξετάζει το Βελιγράδι).

Η απόφαση της ΠΓΔΜ

Ο Σεπτέμβριος είναι μήνας εξελίξεων και για την ΠΓΔΜ, η οποία επιχειρεί να ομαλοποιήσει τις σχέσεις της με τις γειτονικές της χώρες, κάτι που θα πρέπει να υλοποιήσει για να ενταχθεί σε διεθνείς οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ.

Στα τέλη του 2017, η ΠΓΔΜ υπέγραψε σύμφωνο φιλίας με τη Βουλγαρία, βάζοντας τέλος στις πολυετείς διπλωματικές εντάσεις. Στη συνέχεια, στις αρχές του 2018, κατέληξε σε συμφωνία με την Ελλάδα να θέσει σε δημοψήφισμα την αλλαγή της ονομασίας της σε «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας». Η Αθήνα για χρόνια μπλόκαρε την ένταξη της ΠΓΔΜ σε ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ένωση λόγω του ονόματος.

Οι πολίτες της ΠΓΔΜ θα αποφασίσουν για το ζήτημα της ονομασίας στο δημοψήφισμα της 30ής Σεπτεμβρίου. Αν και οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως οι περισσότεροι θέλουν οι χώρα τους να ενταχθεί στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ, ωστόσο δείχνουν επίσης πως υπάρχει διχασμός ως προς το ζήτημα της αλλαγής της ονομασίας της χώρας. Η αντιπολίτευση, υπό την ηγεσία του εθνικιστικού κόμματος VMRO-DPMNE, αντιτίθεται στην αλλαγή της ονομασίας, (σ.σ.:Το VMRO-DPMNE τελικά προ ολίγων ημερών κάλεσε τους ψηφοφόρους του να πράξουν κατά συνείδηση στο δημοψήφισμα), ενώ αρκετές κοινωνικές και μη κυβερνητικές οργανώσεις έχουν ήδη αποφασίσει να μη συμμετέχουν στο δημοψήφισμα.

Σημειώνεται πως για να είναι έγκυρο το δημοψήφισμα, θα πρέπει να συμμετέχουν τουλάχιστον το 50% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων.

Οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν εκφράσει τη στήριξή τους για το δημοψήφισμα και ενθαρρύνουν τους πολίτες της ΠΓΔΜ να συμμετέχουν σε αυτό. Εν τω μεταξύ, η ΠΓΔΜ έχει κατηγορήσει τη Ρωσία ότι προσπαθεί να υπονομεύσει τη συμφωνία με την Ελλάδα, στηρίζοντας τις εθνικιστικές ομάδες που αντιτίθενται σε αυτήν.

Παρόμοιες κατηγορίες υπήρξαν και από την ελληνική κυβέρνηση, που στις αρχές Ιουλίου απέλασε δύο Ρώσους διπλωμάτες, δηλώνοντας πως η Μόσχα παρεμβαίνει στα εσωτερικά ζητήματα της χώρας.

Ενόψει του δημοψηφίσματος, δεν αποκλείεται διαδηλώσεις και πράξεις για σαμποτάρισμα του δημοψηφίσματος να προκαλέσουν αναταράξεις στη σταθερότητα της ΠΓΔΜ. Για παράδειγμα, τον Ιούνιο του 2018 σε διαδήλωση εθνικιστικών ομάδων κατά της συμφωνίας με την Ελλάδα σημειώθηκαν βίαια επεισόδια που οδήγησαν στη σύλληψη δεκάδων διαδηλωτών. Καθώς πλησιάζει η ημερομηνία του δημοψηφίσματος, δεν αποκλείεται να υπάρξουν και άλλα, πολιτικώς υποκινούμενα, περιστατικά. Αν περάσει το δημοψήφισμα, δεν αποκλείεται να συνεχιστούν οι διαδηλώσεις και οι κοινωνικές αναταράξεις.

Για να εφαρμοστεί η αλλαγή της ονομασίας, η Βουλή θα πρέπει να αλλάξει το Σύνταγμα της χώρας, διαδικασία η οποία προσφέρει έναν ακόμα «καταλύτη» για μεγάλες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις. Αν και οι διαδηλώσεις θα στοχεύουν κυρίως στην κεντρο-αριστερή κυβέρνηση, ωστόσο θα μπορούσαν να αποκτήσουν μια εθνολογική διάσταση. Οι Αλβανοί, που αποτελούν τη μεγαλύτερη μειονότητα της ΠΓΔΜ, τείνουν να στηρίζουν περισσότερο την αλλαγή του ονόματος απ’ ό,τι οι Σλάβοι.

Το ζήτημα θα μπορούσε να προκαλέσει κοινωνικές αναταράξεις και πολιτική αστάθεια και στην Ελλάδα. Η συμφωνία για την ονομασία της ΠΓΔΜ πρέπει να επικυρωθεί από το Ελληνικό Κοινοβούλιο. Δεδομένου ότι το θέμα είναι διχαστικό για τους Έλληνες, η κυβέρνηση θα περιμένει πρώτα τις εξελίξεις στην ΠΓΔΜ προτού κάνει οποιαδήποτε κίνηση, ενδεχομένως μεταθέτοντας την ψηφοφορία για την επικύρωση της συμφωνίας για τις αρχές του 2019.

Η ψηφοφορία για την επικύρωση όχι μόνο θα μπορούσε να πυροδοτήσει αντικυβερνητικές διαδηλώσεις, ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα, αλλά και μια πολιτική κρίση. Ο ΣΥΡΙΖΑ, που στηρίζει τη συμφωνία με την ΠΓΔΜ, και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες, που τάσσονται κατά, είναι κυβερνητικοί εταίροι. Οι ΑΝΕΛ έχουν πει πως θα αποσυρθούν από την κυβέρνηση, αν ο ΣΥΡΙΖΑ επιμείνει στην επικύρωση της συμφωνίας, κίνηση που θα προκαλούσε πρόωρες εκλογές. Το ρήγμα στην κυβέρνηση δεν θα δημιουργήσει και τόσο μεγάλη αναστάτωση, αφού η Ελλάδα πρέπει να διενεργήσει ούτως ή άλλως γενικές εκλογές μέχρι τα τέλη του 2019.

Σε δοκιμασία η εύθραυστη ειρήνη

Η εξωτερική οικονομική βοήθεια, η παρουσία ειρηνευτικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ και η υπόσχεση εισδοχής σε διεθνείς οργανισμούς έχουν συμβάλει στη σχετική ειρήνη που βιώνουν την τελευταία δεκαετία τα Δυτικά Βαλκάνια. Η προοπτική ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση εξηγεί, εν μέρει τουλάχιστον, την προθυμία της Σερβίας να συζητήσει με το Κόσοβο -οι επίσημες ενταξιακές διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν το 2014. Εν τω μεταξύ, η ΠΓΔΜ βλέπει την επίλυση του ζητήματος της ονομασίας με την Ελλάδα ως έναν τρόπο ώστε να ανοίξει ο δρόμος για ένταξή της στο ΝΑΤΟ και στο Ευρωπαϊκό μπλοκ.

Παρά τις προσπάθειες των γειτόνων αυτών θα καταλήξουν σε κάποια αμοιβαία κατανόηση, πολλά από τα υποβόσκοντα προβλήματα στα Δυτικά Βαλκάνια συνεχίζουν να κακοφορμίζουν και πολλά σημεία της περιοχής μπορεί να είναι επιρρεπή σε κοινωνικές αναταράξεις και εθνολογικά υποκινούμενη βία.

Εν  μέσω αυτής της κατάστασης, ακόμα και οι διαπραγματεύσεις που στόχο έχουν να επιλύσουν τις συνεχιζόμενες διαφωνίες ενέχουν τον κίνδυνο να πυροδοτήσουν νέες συγκρούσεις