Ο πρόεδρος της Αιγύπτου, Abdel Fattah al-Sisi (αριστερά), ο Κύπριος πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης και ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Αλέξης Τσίπρας (δεξιά) συνομιλούν υπό την φωτογραφία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, στο προεδρικό μέγαρο της Κύπρου, στις 21 Νοεμβρίου 2017. REUTERS/Yiannis Kourtoglou

Οι γέφυρες από τρεις τριμερείς και μια τετραμερή συνεργασία

Γράφει ο Αλέξανδρος Θ. Δρίβας

Η Συμφωνία των Πρεσπών φαίνεται πως ανήκει στην ιστορία, τουλάχιστον στην ιστορία την διπλωματική, αναφορικά με το νομικό της σκέλος. Όπως γνωρίζουμε καλά, η πολιτική συνεχίζει και η πορεία της ιστορίας έχει αποδείξει πως τα νομικά έγγραφα δεν έχουν τον ίδιο χρόνο ζωής με τον αντίστοιχο της πολιτικής. Η Ελλάδα δεν πρέπει να είναι ικανοποιημένη από μια συμφωνία στην οποία παραχώρησε το όνομα «Μακεδονία» στην διεθνή συνείδηση και νομικά, γλώσσα και εθνότητα στα Σκόπια.

Κι αν το ζήτημα αυτό, εκ πρώτης όψεως θεωρείται λήξαν, και το μέτωπο της αντιπαράθεσης με τα Σκόπια και τους ισχυρούς Δυτικούς συμμάχους που πίεζαν για μια συμφωνία έχει κλείσει, η Ελλάδα μπορεί να επιδιώξει μια –τρόπον τινά- «αναθεωρητική» πολιτική με κράτη της περιοχής της, έτσι ώστε να ενισχύσει την διεθνή θέση της στηρίζοντας παράλληλα τους συμμάχους της. Έτσι, θα ανατρέψει τις εναντίον της ισορροπίες, όχι μόνο με τα Σκόπια αλλά και με κάθε χώρα που δύναται να απειλήσει τα ελληνικά συμφέροντα. Πώς θα γίνει αυτό;

ΘΕΤΙΚΗ ΑΤΖΕΝΤΑ, ΑΠΕΙΛΕΣ ΚΑΙ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

H «αναθεωρητική» πολιτική που οφείλει να ασκήσει η Ελλάδα, δεν αφορά τον στρατηγικό προσανατολισμό της χώρας που αποτελεί θεμέλιο λίθο τόσο για την ΕΕ όσο και για το ΝΑΤΟ, αλλά την τακτική προσαρμογή της στις νέες συνθήκες. Η Ελλάδα καλείται λοιπόν να γεφυρώσει τα εξής -προκλητικά- ζητήματα. Πρώτον, να προάγει μια θετική ατζέντα βασισμένη στην συνεργασία που θα δημιουργεί καταστάσεις παιγνίων θετικού αθροίσματος (win-win) με χώρες της περιοχής. Δεύτερον, τον εγκιβωτισμό των απειλών και των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Ελλάδα μέσα σε μια νέα και συνεκτική περιφερειακή πολιτική. Η τουρκική επιθετικότητα, ο αναβρασμός στα Βαλκάνια, οι σχέσεις Τουρκίας-Σκοπίων, οι σχέσεις Τουρκίας-Αλβανίας και το προσφυγικό ζήτημα, αποτελούν τις κύριες προκλήσεις της Ελλάδας. Επιπρόσθετα, αυτές οι προκλήσεις σχετίζονται και με άλλα ζητήματα όπως η ενεργειακή ασφάλεια της χώρας και η μετατροπή της σε κόμβο ή/και παραγωγό ενεργειακών πόρων που θα αυξήσει την επιρροή της στην ΕΕ.

Το ισχυρό χαρτί της Ελλάδας, (εκτός από την γεωγραφική της θέση η οποία ενώνει την Αδριατική Θάλασσα και τα Βαλκάνια με το Λιβυκό Πέλαγος, το Κρητικό Πέλαγος με το Σουέζ, το Αιγαίο με τα Δαρδανέλια και το Αιγαίο με την Κύπρο) είναι ο πολλαπλασιαστής ισχύος της συμμετοχής της στην ΕΕ, της οποίας οι ανησυχίες ταυτίζονται με εκείνες της Ελλάδας, τόσο στα Βαλκάνια όσο και στην ενεργειακή ασφάλεια της Γηραιάς Ηπείρου.

Επιπρόσθετα, η έξαρση του προσφυγικού ζητήματος τα έτη 2013-2016, δημιούργησε συνθήκες για να εμφανιστούν στην πολιτική ζωή των κρατών-μελών της ΕΕ, κόμματα και κινήματα που έχουν στον πυρήνα τους την ξενοφοβία και τις ακραίες πολιτικές δράσεις. Η Ελλάδα είναι ο καταλύτης για την ομαλή μετάβαση και σύνδεση των υποπεριφερειών των κρίσεων με την ΕΕ με τέτοιον τρόπο ώστε η ΕΕ να μην αντιμετωπίσει τα προβλήματα που έφεραν οι παλαιότερες διευρύνσεις οι οποίες δεν είχαν προβλέψει μεταβατικά στάδια προσαρμογής-ένταξης.

ΤΟ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Η Ελλάδα είναι το κλειδί σε τρείς τριμερείς συνεργασίες και μια τετραμερή. Πρώτον, έχουμε την τριμερή Ελλάδος, Κύπρου, Ισραήλ. Δεύτερον, την αντίστοιχη Ελλάδος, Κύπρου και Αιγύπτου. Τρίτον, την τριμερή Ελλάδος, Κύπρου, Ιορδανίας. Τέταρτον, την τετραμερή Ελλάδος, Σερβίας, Βουλγαρίας και Ρουμανίας. Στις 2/11/2018 μέρος σε αυτήν την τετραμερή έλαβε και το Ισραήλ. Επίσης, στην τριμερή Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ θα έχουν συμμετοχή οι ΗΠΑ και η Γαλλία. Σε πρώτη φάση, Ουάσινγκτον και Παρίσι θα απολαμβάνουν καθεστώς παρατηρητών, αποδεικνύοντας το ενδιαφέρον τους για όλην την περιοχή.

Στόχος της Ελλάδας οφείλει να είναι να συνδέσει τα κομμάτια του παραπάνω γεωπολιτικού puzzle και να μετατρέψει όλα αυτά τα περιφερειακά κύτταρα συνεργασίας σε μια ευρύτερη ευρωμεσογειακή συνεργασία˙ άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε το EU-Mediterranean Summit που ξεκίνησε στην Αθήνα το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτέμβρη του 2016.

Η αγαστή συνεργασία με Αίγυπτο και Ιορδανία, δύο χώρες που οι λαοί τους ασπάζονται το Ισλάμ και έχουν δύο εντελώς διαφορετικά πολιτικά συστήματα, αποδεικνύει σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο ότι όλα αυτά τα εταιρικά σχήματα δεν είναι «αντι-αραβικά, αντι-ισλαμικά/αντι-μουσουλμανικά», κάτι που αποτελεί βασικό επιχείρημα της Τουρκίας η οποία λόγω του τρόπου με τον οποίον πολιτεύεται έχει προσωρινά απομονωθεί. Αίγυπτος και Ιορδανία αποτελούν κρίσιμες χώρες τόσο για την αντιμετώπιση του ισλαμιστικού φονταμενταλισμού, όσο και για την αντιμετώπιση του προσφυγικού. Η Αίγυπτος αποτελεί την ασπίδα για την αστάθεια που δημιουργεί το χάος της Λιβύης. Η Ιορδανία φιλοξενεί στο έδαφός της πάνω από 1,5 εκατομμύριο Σύρους πρόσφυγες. Και οι δύο χώρες μάχονται τον ισλαμικό φονταμενταλισμό και έχουν καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ και τον Δυτικό κόσμο. Το Ισραήλ αποτελεί την πιο ισχυρή οικονομία της περιοχής της ανατολικής Μεσογείου και της Νοτιανατολικής Ευρώπης. Είναι δημοκρατία, και είναι επίσης το πιο ισχυρό στρατιωτικά κράτος με πολύ σημαντική ικανότητα στην αντιμετώπιση συμμετρικών και ασύμμετρων απειλών. Η Βουλγαρία και η Ρουμανία είναι τα άλλα δύο μεγαλύτερα βαλκανικά κράτη με αναβαθμισμένο ρόλο στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ. Η Σερβία αποτελεί παραδοσιακά μια φίλη χώρα της Ελλάδας, και θα ενταχθεί πιο γρήγορα από όλες τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ.

Ενεργειακά σχέδια όπως αυτό του αγωγού φυσικού αερίου EastMed ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα Βαλκάνια και την ΕΕ, με την δεύτερη να επιθυμεί να εντάξει πλήρως τα πρώτα (με την εισδοχή χωρών των Δυτικών Βαλκανίων). Επίσης ο αγωγός ΙGB και ο ΤΑΡ αποτελούν κομβικά έργα για το σύνολο της Δυτικής ενεργειακής ασφάλειας και την κατά το δυνατόν μείωση της [ενεργειακής] εξάρτησης της Δύσης από την Ρωσία. Κοιτώντας τον χάρτη, αν η Ελλάδα καταφέρει να δημιουργήσει μια στρατηγική δυναμική σχέσεων με τις τρεις βαλκανικές χώρες και μπορέσει ταυτόχρονα να αποτελεί τον έντιμο διαμεσολαβητή (honest broker) μεταξύ αυτών και της Ιορδανίας, της Αιγύπτου, της Κύπρου και του Ισραήλ τότε θα μπορούμε να πούμε πως διαμορφώνεται μια νέα ευρωμεσογειακή συνεργασία.

 

ΤΑ ΟΦΕΛΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΩΣ ΕΝΤΙΜΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ

Τα οφέλη για την Ελλάδα όσων αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις θα είναι μεγάλα καθώς, όπως δείχνει και ο χάρτης, αποκόπτει την Τουρκία από τα Βαλκάνια και απομονώνει την Αλβανία, η οποία θα υποχρεωθεί να ακολουθήσει τον ευρωπαϊκό και Δυτικό δρόμο, αφήνοντας πίσω τις «ειδικές σχέσεις» με την Τουρκία, η οποία επιθυμεί να μπει στον ενεργειακό χάρτη της ΕΕ και της Αδριατικής, μέσω του παραθύρου των Τιράνων.

Επιπρόσθετα, οι άλλες πιθανές διαδρομές των προσφυγικών ροών (μέσα από τα Βαλκάνια και τη Μαύρη Θάλασσα) θα ελέγχονται καλύτερα λόγω των παράκτιων (στη Μαύρη Θάλασσα) χωρών, την Βουλγαρία και την Ρουμανία. Μην ξεχνάμε ότι τόσο η Ρουμανία όσο και η Βουλγαρία (και η Σερβία) ανησυχούν για τα νεοθωμανικά οράματα τις Τουρκίας, και μπορούν εύκολα να αντιληφθούν τις ανησυχίες της Ελλάδας για την Θράκη, το Αιγαίο και την Κύπρο. Παράλληλα, λειτουργεί αποτρεπτικά -και προς ικανοποίηση των ΗΠΑ και της ΕΕ- για πιθανό ρεβανσισμό της Ρωσίας στην περιοχή, αποτρέποντας την επιρροή της νοτιοδυτικά της Ουκρανίας και την σύνδεση Ουκρανίας-Βαλκανίων που επιθυμεί η Μόσχα.

Αν η Ελλάδα καταφέρει να ανασυγκροτήσει κατ' αυτόν τον τρόπο (θεσμικά και γεωστρατηγικά) τον ζωτικό χώρο της θα μπορεί να πολλαπλασιάσει την διαπραγματευτική της ισχύ σε όλα τα μέτωπα. Τόσο σε περιφερειακό επίπεδο (και στις εκάστοτε διμερείς σχέσεις) όσο και εντός της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Τα όποια προβλήματα προκύψουν από χώρες όπως η Τουρκία, η Αλβανία και τα Σκόπια, θα μπορούν να αντιμετωπιστούν από την Ελλάδα με πολύ πιο ευνοϊκούς όρους από τον Δυτικό διεθνή παράγοντα, ο οποίος λόγω και της δυναμικής παρουσίας της Κίνας στα ύδατα της ανατολικής Μεσογείου (ΟBOR Europe & China 16+1) θα σκεφθεί με μεγάλη επιφυλακτικότητα την επιλογή της μη ικανοποίησης των ελληνικών συμφερόντων.