Του Γκαρτζονίκα Παναγιώτη Αντιστρατήγου ε.α.

Η τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς εναντίον του Ισραήλ επανέφερε στο προσκήνιο τον στρατηγικό αιφνιδιασμό. Και μάλιστα με τρόπο εντυπωσιακό, επειδή συνέπεσε μετά από 50 χρόνια με τον αιφνιδιασμό που είχε υποστεί το Ισραήλ το 1973, με την ταυτόχρονη επίθεση Αιγύπτου και Συρίας. Η τελευταία επίθεση δημιούργησε τεράστια αίσθηση παγκοσμίως, επειδή οι υπηρεσίες πληροφοριών του Ισραήλ θεωρούνταν από τις κορυφαίες.

Σύμφωνα με τον εμπειρογνώμονα Richard Betts, «στρατηγικός αιφνιδιασμός προκύπτει στο βαθμό που το θύμα δεν αντιλαμβάνεται εάν, πότε, πού, ή πώς θα επιτεθεί ο αντίπαλος». Η προληπτική επίθεση, η οποία αποσκοπεί με τη χρησιμοποίηση του αιφνιδιασμού να εξασφαλίσει ένα σημαντικό αρχικό πλεονέκτημα, ταυτίζεται στην ουσία με τον στρατηγικό αιφνιδιασμό. Άλλωστε, οι περισσότεροι σύγχρονοι πόλεμοι αρχίζουν με προληπτική επίθεση, χωρίς να κηρύσσονται. Ωστόσο, ο αιφνιδιασμός έχει εφαρμογή όχι μόνο στο στρατηγικό, αλλά και σε επιχειρησιακό και τακτικό επίπεδο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο αιφνιδιασμός συμπεριλαμβάνεται στις αρχές του πολέμου όλων των δυτικών στρατών.

Ο αιφνιδιασμός επιτρέπει στην πλευρά που τον επιτυγχάνει να συγκεντρώσει απαρατήρητες υπέρτερες δυνάμεις στο αποφασιστικό σημείο και να καταλάβει τον αντίπαλο απροετοίμαστο με όρους χρόνου, τόπου, μεθόδου ή νέων τεχνολογιών. Ο αιφνιδιασμός, επιτρέπει την καταστροφή μεγάλου ποσοστού εχθρικών δυνατοτήτων με χαμηλό κόστος ή με μικρότερη ταχύτητα, με αποτέλεσμα να λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος. Κάποιες φορές, ο αιφνιδιασμός παρέχει στην ασθενέστερη πλευρά την μόνη ελπίδα να αντισταθμίσει τις αδυναμίες της και τη μοναδική ευκαιρία να υπερνικήσει ισχυρότερο αντίπαλο. Για να πετύχει ο αιφνιδιασμός είναι απαραίτητη η μυστικότητα, καθώς και η εκτεταμένη παραπλάνηση.

Ένας άλλος σημαντικός μελετητής του αντικειμένου, ο Michael Handel, παρατήρησε πως μολονότι ο αιφνιδιασμός ήταν πάντα δυνατός στο τακτικό επίπεδο, η δυνατότητα εφαρμογής του στο στρατηγικό επίπεδο είναι φαινόμενο του 20ού αιώνα. Ο Clausewitz, γράφοντας στις αρχές του 19ου αιώνα, θεωρούσε πως ο αιφνιδιασμός σπάνια θα μπορούσε να είναι εξαιρετικά επιτυχής. «Επομένωςθα ήταν λάθος να θεωρήσουμε τον αιφνιδιασμό ως βασικό στοιχείο της επιτυχίας στον πόλεμο».

Νέα στρατηγική θεώρηση

Με την έναρξη του 20ού αιώνα, η αυξημένη ευκινησία, η ταχύτητα, και το βεληνεκές που επιτεύχθηκαν με την εισαγωγή των σιδηροδρόμων, της μηχανοκίνησης και κυρίως με την αεροπορία και τους βαλλιστικούς πυραύλους έχουν καταστήσει εφικτή την επίτευξη του αιφνιδιασμού και στο στρατηγικό επίπεδο. Ο στρατηγικός αιφνιδιασμός όχι μόνο έγινε εφικτός, αλλά έγινε και πολύ δύσκολο να προληφθεί, παρά τη σημαντική βελτίωση στις δυνατότητες των πληροφοριών.

Αυτό αποδεικνύεται από τις παρακάτω περιπτώσεις: τη γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση (1941), την ιαπωνική στο Pearl Harbor (1941), την εισβολή της Βόρειας στη Νότια Κορέα (1950), την κοινή βρετανο-γαλλο-ισραηλινή επίθεση στην Αίγυπτο (1956), την ισραηλινή προληπτική επίθεση εναντίον της Αιγύπτου που άρχισε τον Πόλεμο των Έξι Ημερών (1967), την αιγυπτοσυριακή επίθεση εναντίον του Ισραήλ (1973), την κατάληψη των Falklands από την Αργεντινή (1982), την προσάρτηση του Κουβέιτ από το Ιράκ (1990), και τις τρομοκρατικές επιθέσεις την 11η Σεπτεμβρίου 2001.

Ενώ τα αποτελέσματα του αιφνιδιασμού μπορεί να είναι συντριπτικά στην αρχή της σύγκρουσης, ο αιφνιδιασμός σπάνια αποδεικνύεται αποφασιστικός. Όπως σημειώνει ο Handel, «δεν υπάρχει θετική συσχέτιση μεταξύ της αρχικής επιτυχίας του στρατηγικού αιφνιδιασμού και του αποτελέσματος του πολέμου». Δύο παραδείγματα, με θετικά ως ένα σημείο αποτελέσματα στην έκβαση του πολέμου, είναι η καταστροφή της αιγυπτιακής αεροπορίας στο έδαφος στον Πόλεμο των Έξι Ημερών και το αποτέλεσμα του αραβοϊσραηλινού πολέμου το 1973.

Στην πρώτη περίπτωση, η καταστροφή της αιγυπτιακής αεροπορίας επηρέασε σημαντικά τη διεξαγωγή και το αποτέλεσμα του πολέμου. Ωστόσο, μακροπρόθεσμα, η περιφανής στρατιωτική νίκη δεν έλυσε το πολιτικό πρόβλημα και το Ισραήλ καλείται μέχρι σήμερα να διαχειριστεί το ζήτημα των κατεχομένων από το 1967 εδαφών. Στη δεύτερη περίπτωση, η Αίγυπτος που ξεκίνησε τον πόλεμο, υπέστη μάλλον στρατιωτική ήττα. Παρά ταύτα, κατάφερε να πάρει πίσω το Σινά, έστω με περιορισμούς, απεμπολώντας την ηγετική της θέση στον αραβικό κόσμο.

Το πρόβλημα των πληροφοριών

Το γεγονός ότι μία χώρα αιφνιδιάζεται δεν οφείλεται στην έλλειψη πληροφοριών αλλά στις αδυναμίες και τους περιορισμούς που έχει ο κύκλος των πληροφοριών. Συνοπτικά, ορισμένες από τις εξηγήσεις που έχουν δοθεί για αυτές τις αδυναμίες:

  • Σήματα και παράσιτα. Οι πληροφορίες που συλλέγονται από μία υπηρεσία πληροφοριών χωρίζονται σε σωστές (σήματα) και λανθασμένες (παράσιτα). Μολονότι η κατηγοριοποίηση έχει θεωρητική αξία, στην πράξη είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσεις τα σήματα από τα παράσιτα.
  • Παραπλάνηση. Περίπλοκες επιχειρήσεις παραπλάνησης συνήθως προηγούνται του αιφνιδιασμού, αποσκοπώντας να αποκρύψουν τις προετοιμασίες, την κατεύθυνση και τον χρόνο της επίθεσης.
  • Ορθές αντιλήψεις και παρανοήσεις. Η αντικειμενική και ακριβής εκτίμηση των πληροφοριών καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη εξαιτίας των προκαταλήψεων εκείνων που τις ερμηνεύουν, όπως είναι οι ευσεβείς πόθοι, ο βαθμός γνώσης του αντιπάλου, η προβολή της δικής τους κουλτούρας, των ιδεολογικών πεποιθήσεων, του στρατιωτικού δόγματος και των προσδοκιών στον αντίπαλο.
  • Προθέσεις και δυνατότητες. Οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται αφορούν τις προθέσεις και τις δυνατότητες του αντιπάλου. Παρότι αυτό ακούγεται απλό, στην πράξη είναι πολύ δύσκολο. Φυσικά είναι πολύ ευκολότερο να συλλέγεις πληροφορίες για τις δυνατότητες, ειδικά για τις μετρήσιμες, παρά για τις προθέσεις. Οι πολιτικές και στρατιωτικές προθέσεις είναι πολύ εύκολο να αποκρυβούν και να αλλάξουν την τελευταία στιγμή.
  • Οργανωτική συμπεριφορά. Οι οργανισμοί τείνουν να αγνοούν πληροφορίες λόγω του κακού συντονισμού των διαφόρων υπηρεσιών, της αναζήτησης συναίνεσης και μείωσης των εσωτερικών εντάσεων.

Ο στρατηγικός αιφνιδιασμός

Στις 6 Οκτωβρίου 1973 το Ισραήλ δέχτηκε τη συνδυασμένη επίθεση Αιγύπτου και Συρίας. Ο αιφνιδιασμός δεν προκλήθηκε από έλλειψη πληροφοριών, το αντίθετο μάλιστα. Η πολιτική και η στρατιωτική ηγεσία του Ισραήλ και οι ιθύνοντες των πληροφοριών, είχαν σχηματίσει την πεποίθηση ότι η Αίγυπτος δεν θα προχωρούσε σε επίθεση, μέχρι να λύσει το πρόβλημα της αεροπορικής υπεροχής. Και η Συρία δεν θα εξαπέλυε επίθεση χωρίς την Αίγυπτο. Οι Ισραηλινοί δεν έλαβαν υπόψη τους το μέγεθος της ταπείνωσης που αισθάνθηκαν οι Άραβες, από την απώλεια των εδαφών τους το 1967, η οποία οδήγησε στην αποφασιστικότητά τους να τα επανακτήσουν.

Ο ισραηλινός στρατός μετά τον αρχικό αιφνιδιασμό συνήλθε και πέτυχε εντυπωσιακά επιχειρησιακά αποτελέσματα. Ο πόλεμος έφερε σεισμό στην ισραηλινή κοινωνία, η οποία είχε πιστέψει μετά το 1967 ότι δεν κινδύνευε πλέον και οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης. Είναι ενδιαφέρον, ότι η Επιτροπή Agranat που συγκροτήθηκε για να διερευνήσει τις ευθύνες, θεώρησε υπεύθυνους τον αρχηγό του επιτελείου, δύο υποστρατήγους, έναν ταξίαρχο και τρεις αντισυνταγματάρχες. Η πρωθυπουργός και ο υπουργός Άμυνας έμειναν στο απυρόβλητο με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν αντιδράσεις.

Ερχόμενοι στις τρομοκρατικές επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου, η Χαμάς έπιασε κυριολεκτικά στον ύπνο το Ισραήλ, του οποίου η αποτροπή κατέρρευσε. Εκτιμάται ότι αυτή τη φορά όταν θα αποδοθούν ευθύνες, η πολιτική ηγεσία δεν θα μείνει στο απυρόβλητο. Η Χαμάς κατάφερε να προκαλέσει στο Ισραήλ σε μία ημέρα απώλειες, στρατιωτικών και αμάχων, που είναι σχεδόν οι μισές από τις απώλειες του πολέμου του 1973, που διήρκεσε 19 ημέρες. Επιπλέον η Χαμάς, υπονόμευσε τη φήμη ότι το Ισραήλ είναι περίπου άτρωτο από επιθέσεις μαζικής κλίμακας. Τέλος, επανέφερε στο προσκήνιο το Παλαιστινιακό, υπονομεύοντας ταυτόχρονα τις Συμφωνίες του Αβραάμ.

Το Ισραήλ το 1973 είχε να αντιμετωπίσει δύο τακτικούς στρατούς και τα κατάφερε με επιτυχία. Σήμερα, η κατάσταση είναι πιο περίπλοκη, με πολλά κινούμενα μέρη και πολλούς παίκτες στην περιοχή. Φυσικά δεν είναι η πρώτη φορά που το Ισραήλ αντιμετωπίζει τη Χαμάς. Τα τελευταία 15 χρόνια έχει πραγματοποιήσει στη Γάζα δύο χερσαίες επιχειρήσεις, (2008 και 2014) και μία αεροπορική (2012).

Παρά ταύτα η στρατιωτική στρατηγική του Ισραήλ υπήρξε προβληματική. Αδυνατώντας να βρει πολιτική λύση στην παρατεταμένη σύγκρουση με τη Χαμάς, ακολούθησε τη στρατηγική που Ισραηλινοί αναλυτές έχουν ονομάσει “κουρεύω το γρασίδι”. Δηλαδή στοχοποιώντας την ηγεσία των τρομοκρατικών οργανώσεων (μαζί και κάποιους αμάχους) και βομβαρδίζοντας τις υποδομές τους, απέβλεπε στο να διατηρήσει προσωρινά τη βία σε χαμηλά επίπεδα. Με αυτόν τον τρόπο το Ισραήλ κέρδιζε κάποιο χρόνο μέχρι την επόμενη μεγάλη επιχείρηση, πυροδοτώντας όμως τη ριζοσπαστικοποίηση των Παλαιστινίων.

Τα στρατηγικά διλήμματα του Ισραήλ

Το Ισραήλ σήμερα βρίσκεται σε αμηχανία για το ποια στρατηγική πρέπει να ακολουθήσει. Στρατιωτικά έχει τη δυνατότητα όχι μόνο να “κουρέψει το γρασίδι” αλλά και να σκάψει το χώμα κάτω από το γρασίδι. Ωστόσο, οποιαδήποτε επιχειρησιακή επιτυχία, εάν δεν συνδεθεί με μια πολιτική λύση για τους Παλαιστινίους, δεν πρόκειται να διαρκέσει. Επιπλέον, η στρατηγική τα προηγούμενα χρόνια έχει αναδείξει τη Χαμάς ως τον κύριο εκπρόσωπο των Παλαιστινίων, μετά την απαξίωση της Παλαιστινιακής Αρχής.

Σε καθαρά στρατιωτικό επίπεδο, το Ισραήλ αντιμετωπίζει τέσσερις προκλήσεις:

  • Πρώτον, η Χαμάς θα είναι προετοιμασμένη. Ακόμα και μία περιορισμένη εισβολή θα έχει κόστος.
  • Δεύτερον, οι όμηροι προσθέτουν δυσκολίες σε οποιοδήποτε επιχειρησιακό σχέδιο.
  • Τρίτον, το επιχειρησιακό περιβάλλον, κατοικημένος τόπος κι εκτεταμένο δίκτυο σηράγγων, θέτει επιπρόσθετα προβλήματα στην ισραηλινή εκστρατεία.
  • Τέταρτον, ο κίνδυνος για μέτωπο στο βορρά με τη Χεζμπολάχ αλλά και μια εξέγερση στη Δυτική Όχθη, θα πολλαπλασιάσουν τα προβλήματα.

Ελλάδα και στρατηγικός αιφνιδιασμός

Η Ελλάδα δέχτηκε στρατηγικό αιφνιδιασμό το 1974 με την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Εδώ δεν μάς ενδιαφέρουν οι συνωμοσιολογικές θεωρίες, ούτε αν ο Ιωαννίδης ήταν προδότης ή τον εξαπάτησαν. Η τουρκική εισβολή, όμως, δεν αναφέρεται στη βιβλιογραφία του στρατηγικού αιφνιδιασμού, πιστεύουμε για δύο λόγους: Αφενός απουσιάζουν οι εγχώριες στρατηγικές αναλύσεις της σύγχρονης ελληνικής πολεμικής ιστορίας, αφετέρου οι ξένοι μελετητές, κατεχόμενοι από στρατιωτικό οριενταλισμό, δεν θεωρούν τους πολέμους μας αρκετά σοβαρούς για να ασχοληθούν. Οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Πάντως, Ελλάδα και Κύπρος δεν αισθάνθηκαν αρκετά μεγάλη την ταπείνωση για να ανακαταλάβουν το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου. Κάτι τέτοιο δεν ακούστηκε ποτέ ούτε ως μεμακρυσμένη προοπτική. Η Ελλάδα για τον στρατηγικό αιφνιδιασμό, που υλοποιείται επιχειρησιακά με το πρώτο πλήγμα, χρειάζεται να είναι προετοιμασμένη για να μην αιφνιδιαστεί πάλι.

Επιθετικά, χρειαζόμαστε καινοτόμες επιχειρησιακές αντιλήψεις για να χρησιμοποιηθούν ταυτόχρονα, διαδοχικά ή εναλλακτικά, χωρίς να στηριζόμαστε μόνο σε μία. Για τις παραμέτρους του πρώτου πλήγματος έχουμε επιχειρηματολογήσει σε παλιότερο άρθρο. Τέλος, θεωρούμε ότι η Ελλάδα χρειάζεται να επανεξετάσει την υπερβολική της εξάρτηση από το δόγμα της αποτροπής. Η αποτροπή δεν είναι πανάκεια και η λειτουργία της σε συμβατικό (μη πυρηνικό) περιβάλλον είναι προβληματική.

Slpress.gr

Post Visitors:267