ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Θ. ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η αυτοδιοίκηση είναι ένας πανάρχαιος θεσμός, τον οποίο δημιούργησαν οι άνθρωποι για την επίλυση των προβλημάτων που τους απασχολούσαν και των κινδύνων που αντιμετώπιζαν. Το τελειότερο σύστημα αυτοδιοίκησης τα χρόνια της τουρκοκρατίας είχε διαμορφωθεί στην Πελοπόννησο. Όπως είναι γνωστό, για την προέλευση του θεσμού των κοινοτήτων υπάρχουν διάφορες απόψεις, κάποιες που υποστηρίζουν ότι η αρχή τους ανάγεται στην αρχαιότητα και τα Βυζαντινά χρόνια, και άλλες που τη θεωρούν δημιούργημα των χρόνων της δουλείας. Βέβαιο είναι ότι οι Τούρκοι κατακτητές τις αντιλαμβάνονταν σαν φορολογικές μονάδες υπεύθυνες για τη συγκέντρωση των φόρων που έπρεπε να καταβάλλουν οι υπόδουλοι. Για την περίοδο της πρώτης τουρκοκρατίας οι πηγές για την ιστορία της αυτοδιοίκησης είναι λιγοστές. Αφθονότερες υπάρχουν για την περίοδο της βενετοκρατίας και της δεύτερης τουρκοκρατίας, παρά το γεγονός ότι οι ιστορικές περιπέτειες του τόπου εξαφάνισαν το μέγιστο μέρος τους.

Η περίοδος της δεύτερης Τουρκοκρατίας είναι καθοριστική για την παγίωση και λειτουργία της αυτοδιοίκησης. Οι Βενετοί (1685-1715) είχαν δημιουργήσει δικές τους κοινότητες, τις οποίες διοικούσαν άτομα που προέρχονταν από φιλοβενετικές οικογένειες. Τότε τέθηκαν και οι βάσεις για τη δημιουργία των ισχυρών αρχοντικών οικογενειών, των τζακιών, όπως τα αποκαλούμε σήμερα. Με την επάνοδο των Τούρκων δόθηκαν στους προεστούς ποικίλα προνόμια, με κυριότερο την ενισχυμένη αυτοδιοίκηση. Την περίοδο αυτή, και μέχρι την έκρηξη της Επανάστασης, ο Κανέλλος Δεληγιάννης αποκαλεί «καλόν καιρόν». Κατά τόπους αναδεικνύονται ισχυροί αυτοδιοικητικοί παράγοντες, όπως οι Σισίνηδες στην Ηλεία, οι Ρέντηδες στην Κορινθία, οι Περρουκαίοι στο Άργος, οι Δεληγιανναίοι στη Γορτυνία, οι Βαρβογλαίοι και οι Κουγιάδες στην Τριπολιτσά, οι Μπενάκηδες στην Καλαμάτα, οι Κρεββατάδες στον Μυστρά και άλλοι. Σημειώνουμε ότι ισχυροί προεστοί προέρχονταν από την Αχαΐα και ιδιαίτερα την επαρχία των Καλαβρύτων με προεξάρχοντες αυτούς που ανήκαν στις οικογένειες Χαραλάμπη, Ζαΐμη, Θεοχαρόπουλου, Μουρτογιάννη και Φωτήλα. Αφήσαμε επίτηδες τελευταία την αναφορά των Αχαιών, και περισσότερο των Καλαβρυτινών προεστών, γιατί από τη δική τους δράση προήλθαν οι ενέργειες που οδήγησαν στο δρόμο της Επανάστασης.

Αν θελήσουμε να εξηγήσουμε τον ρόλο των προεστών στις επαναστατικές διαδικασίες, πρέπει να επισημάνουμε ότι αυτοί δεν επαναστάτησαν για πρώτη φορά το 1821. Στον προεστό της Καλαμάτας Παν. Μπενάκη απευθύνθηκαν οι Ρώσσοι, προκειμένου να εξεγερθούν οι Πελοποννήσιοι το 1769 (Ορλωφικά), κι αυτός κινητοποίησε τους άλλους Πελοποννήσιους προεστούς και κλέφτες. Η πολιτική και οικονομική τους άνοδος και η διαφαινόμενη συρρίκνωση της ισχύος των Τούρκων αγιάνηδων αποτέλεσε το εκρηκτικό μείγμα που άναψε τη θρυαλλίδα της εξέγερσης. Η παλαιομαρξιστική ιστοριογραφία υπερτονίζει την καταπίεση και εκμετάλλευση που υφίστατο ο απλός λαός από τους προεστούς. Αυτό, όμως, δεν είναι βέβαιο ότι συνέβαινε σε ευρεία κλίμακα. Ο θεσμός της δημογεροντίας δεν δημιουργήθηκε τυχαία και υπήρχαν πολλοί όροι που τον εξέτρεφαν και συντηρούσαν. Ο αείμνηστος ιστορικός και ακαδημαϊκός Μιχ. Β. Σακελλαρίου ορθότατα έβαλε τα πράγματα στη σωστή τους βάση. Όπως έγραψε, οι προεστοί «ήντλουν τας οικονομικάς των δυνάμεις από τους ομοεθνείς των, τους μόνους εκμεταλλευσίμους. […] Δια του τρόπου τούτου ενίσχυσαν την εθνικήν αντοχήν και προπαρεσκεύασαν την εθνικήν αποκατάστασιν. Η ιστορία δεν δύναται να ηθικολογεί”.

Όλοι σχεδόν οι προεστοί της Πελοποννήσου είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία. Σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, ήδη από τις αρχές του 1820 είχαν αρχίσει να συγκεντρώνουν χρήματα και άλλα εφόδια για τον αναμενόμενο επαναστατικό αγώνα. Και, βεβαίως, θορυβήθηκαν από την άφιξη (19.10.1820) του νέου διοικητή του Μοριά (Μόρα Βαλεσί) Χουρσίτ Πασά, ο οποίος είχε σταλεί για να προλάβει τυχόν επαναστατικές ενέργειες.

Από τις αρχές του 1821 τα γεγονότα εξελίσσονται με απρόβλεπτο ρυθμό και επιταχύνεται η πορεία προς την εξέγερση. Την 1η Ιανουαρίου 1821 φθάνει στην Πελοπόννησο ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος ή Παπαφλέσσας ως απεσταλμένος της αρχής της Φιλικής Εταιρείας για να προετοιμάσει την εξέγερση. Ήταν προσωπικότητα δυναμική, ορμητική, θυελλώδης αλλά όχι τόσο ομαλή και, κυρίως, μη αποδεκτή. Οι προεστοί σκέφτηκαν αρχικά να τον περιορίσουν αλλά δεν τα κατάφεραν και προσπάθησαν να τον εξοντώσουν σε περίπτωση που δεν πειθόταν να περιοριστεί. Αμέσως μετά την άφιξή του άρχισε να κάνει επαφές με Φιλικούς και να τους προετοιμάζει για την εκτέλεση των σχεδίων του. Με πρόσκληση των προεστών ήρθε στη Βοστίτσα (σημερινό Αίγιο), όπου συγκλήθηκε μυστική συνέλευση για να ληφθούν αποφάσεις περί του πρακτέου (26-29.1.1821). Εκεί παρουσίασε την εξέγερση ως επικείμενη, καλά οργανωμένη και προστατευόμενη από μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη, εννοώντας τη Ρωσία. Σε πέντε λογικά ερωτήματα που του έθεσε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δεν μπορούσε να δώσει θετική απάντηση. Η δυναμική του στάση και το ότι φαινόταν ότι δεν υπολόγιζε το κόστος για τον τόπο, προκάλεσε την αντίδραση κάποιων συνέδρων που του μίλησαν με αυστηρό ύφος. Ο Ανδρέας Ζαΐμης χαρακτήρισε τα επιχειρήματά του «άστατα, απελπισμένα, ιδιοτελή και σχεδόν μπερμπάντικα». Ισχυρή επιφύλαξη διατυπώθηκε και από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, οι δε σύνεδροι χαρακτήρισαν τις προτάσεις του ως πράγματα «μηδαμινώτατα, σαθρά, απελπισμένα». Τους βαθύτερους φόβους των προεστών εξέφρασε ο ισχυρός και σοβαρός καλαβρυτινός προεστός Σωτήρης Χαραλάμπης, ο οποίος δέχθηκε υποθετικά ως πραγματοποιήσιμα τα λεχθέντα του Παπαφλέσσα, αλλά κατέληξε διατυπώνοντας την απόκρυφη σκέψη του: «Hμείς εδώ… εις ποιον θα παραδοθώμεν, ποίον θα έχωμεν ανώτερον; Ο ραγιάς ευθύς αφού πάρη τα όπλα, δεν θα μας ακούη και δεν θα μας σέβεται». Εξέφρασε έτσι τον βαθύτερο φόβο και την αγωνία της τάξης του.

Οι σύνεδροι έκριναν την εποχή όχι κατάλληλη για επανάσταση. αποφάσισαν να μη δώσουν αφορμή υποψίας στους Τούρκους και να συγκεντρώσουν πληροφορίες για τις διαθέσεις της Ρωσίας, των Ευρωπαίων και των άλλων ελληνικών περιοχών (νησιά). Ο Παπαφλέσσας υποχρεώθηκε να περιοριστεί στην ιδιαίτερη πατρίδα του χωρίς να δημιουργεί προβλήματα μέχρι να ξεκινήσει ο αγώνας. Όμως τα γεγονότα έτρεχαν με μεγάλη ταχύτητα.

Όταν οι Τούρκοι αντιλήφθηκαν ότι υπήρχε επαναστατικός αναβρασμός που θα οδηγούσε σε σύγκρουση, σκέφτηκαν να καλέσουν στην Τριπολιτσά τους προεστούς και αρχιερείς σκοπεύοντας να τους κρατήσουν ως ομήρους. Επιστολή-πρόσκληση εστάλη (16.2.1821) από τον δραγομάνο του Μορέως Σταυράκη (Ιωβίκη) και τους μοραγιάνηδες Αλέξιο Οικονόμο (Παπαλέξη), Σωτήρο Κουγιά και Θεόδωρο Παπαγιαννόπουλο (Δεληγιάννη). Τον Ιανουάριο του 1821 η Υψηλή Πύλη έστειλε μυστική διαταγή για τη θανάτωση των ηγετών του πελοποννησιακού λαού. Από τους προσκληθέντες προσήλθαν αυθορμήτως, άλλοι «δειλιάσαντες» και άλλοι για να διασκεδάσουν τις υποψίες των Τούρκων, αρκετοί από διάφορες επαρχίες της Πελοποννήσου, όμως δεν προσήλθαν οι σημαντικότεροι Αχαιοί, οι οποίοι κινήθηκαν προς τα Καλάβρυτα. Η άρνησή τους, με διάφορες προφάσεις, να μην υπακούσουν στη διαταγή της εξουσίας είναι αυτόχρημα επαναστατική πράξη και σηματοδοτεί την επανάσταση (Aufstand).

Προεστός του 18ου αιώνα με την επίσημη στολή του. Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

Την 10η Μαρτίου μετέβησαν στη μονή της Αγίας Λαύρας. ΄Ηδη όμως από την 7η του ίδιου μήνα είχαν πάρει την οριστική τους απόφαση. Σε επιστολή τους προς τον Κανέλλο Δεληγιάννη λέγουν ότι δεν ενόμιζαν συμφέρουσα την προσέλευσή τους στην Τριπολιτσά, «δια να μη ριψοκινδυνεύσωμεν, εν καιρώ όπου αι ελπίδαι μας είναι εγγύς, και οποὺ βλέπομεν ότι η κίνησις του σκοπού οργανίζεται, καθώς η Βλαχία αποσκίρτησεν και η Ρούμελη όλη ετοιμάσθη και περιμένει την οδηγίαν μας εις το να κινηθή […]. Η ανάγκη ούτως υπαγορεύει και η θεία πρόνοια ελπίζομεν να μη μας αφήση κατησχυμμένους». Το έγγραφο έγραψε ιδιοχείρως ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και το υπέγραψε ο ίδιος, ο επίσκοπος Κερνίτσης Προκόπιος και οι προεστοί Σωτήρης Χαραλάμπης, Ανδρέας Ζαΐμης Ασημάκης Φωτήλας και Σωτήριος Θεοχαρόπουλος.

Στην Αγία Λαύρα οι συσκεπτόμενοι προεστοί και αρχιερείς προσπαθούσαν να βρουν κάποια διέξοδο και, εν ανάγκη, τόπο καταφυγής. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός συνοψίζει τις αποφάσεις που λήφθηκαν στην Αγία Λαύρα: «απεφάσισαν να μη δώσωσι αιτίαν τινά αλλά να μένωσι, έως ού να ίδωσι τα πράγματα». Είναι διστακτικοί και «πεφοβισμένοι», περισσότερο ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και ο Ανδρέας Ζαΐμης, όμως ο Ασημάκης Φωτήλας «πνέων την ελευθερίαν της πατρίδος» και με την υποστήριξη του Σωτήρη Χαραλάμπη πρότεινε την άμεση έναρξη της Επανάστασης. Κάποια λόγια του μας μεταφέρει ο Φωτάκος: «Ό,τι εδυνήθημεν εκάναμε μέχρι τούδε και αρκετά εμακρύναμεν τον καιρόν, αλλ’ εις το εξής οι Τούρκοι δεν μας πιστεύουν, όσον και αν προσπαθήσωμεν να τους γελάσωμεν[…] Αλλ’ η γνώμη μου είναι να πιάσωμε τα όπλα και ο Θεός ας μας βοηθήση, και ό,τι γίνη ας γίνη”. Αυτή ήταν η τελευταία απόφασή τους και οι περισσότεροι ασπάστηκαν τη σκέψη για έναρξη του πολέμου.

Η παραμονή των Αχαιών στο μοναστήρι δεν παρατάθηκε πέρα από τις 14 Μαρτίου. Ύστερα όλοι αυτοί σκόρπισαν σε διάφορα ασφαλή μέρη αναμένοντας την εξέλιξη των πραγμάτων.

Στην Αγία Λαύρα είχε ληφθεί απόφαση και για στρατολογία. είχαν συγκεντρωθεί ένοπλα σώματα που τις επόμενες ημέρες πολιόρκησαν τους Τούρκους στους πύργους της πόλης. Στο μοναστήρι αυτό είχαν προσέλθει και οι Πετιμεζαίοι με 40 άνδρες.

Ακριβώς την 14η Μαρτίου αρχίζουν να σημειώνονται διάφορα επαναστατικά επεισόδια με πρώτο αυτό του Νικολάου Σολιώτη στο Αγρίδι της Νωνάκριδας. Ακολουθούν και άλλα επεισόδια σε διάφορα μέρη της επαρχίας Καλαβρύτων με επιθέσεις κατά τουρκικών αποσπασμάτων. Το σημαντικότερο από όλα ήταν η -με εντολή του Ασημ. Ζαΐμη- ενέδρα των Χοντρογιανναίων στη Χελωνοσπηλιά της Λυκούριας, όπου επιτέθηκαν και λεηλάτησαν τη συνοδεία του τραπεζίτη (=τοκογλύφου) Νικολάου Ταμπακόπουλου, ο οποίος συνοδευόταν για την ασφάλεια του από τον Λαλιώτη Σεϊντή. Σκοπός των επιτεθέντων ήταν η αφαίρεση ομολόγων τα οποία είχε υπογράψει ο Ασημάκης Ζαΐμης για την εξυπηρέτηση φορολογικών αναγκών της επαρχίας Καλαβρύτων. Ο Ταμπακόπουλος με τον Σεϊντή κατάφεραν να ξεφύγουν από την ενέδρα και να φτάσουν ο μεν πρώτος στην πατρίδα του Βυτίνα και ο συνοδός του στην Τριπολιτσά. Το επεισόδιο αυτό υπαγορεύτηκε από απόκρυφες σκέψεις του Ασημάκη Ζαΐμη, όμως από τους Τούρκους εξελήφθη ως καθαρά επαναστατικό.

Τα επεισόδια των Καλαβρύτων ο Ιωάννης Φιλήμων χαρακτηρίζει ως ληστρικά κινήματα και ο Αμβρόσιος Φραντζής ως «όχι δημοσίως γεγονότα αποστατικά». Ως μη επαναστατικά τα χαρακτηρίζει και Σπυρίδων Τρικούπης, ο οποίος, ωστόσο, αναγνωρίζει ότι αύξησαν «τας δίκαιας υποψίας των Οθωμανών». Ο Ιωάννης Φιλήμων αποδίδει τις επιθέσεις αυτές στους Καλαβρυτινούς προεστούς και τους αναγνωρίζει «την τιμήν του πρωταθλητού». Τέλος, ο αείμνηστος καθηγητής Απόστολος Δασκαλάκης χαρακτηρίζει τα επεισόδια ως «προανάκρουσμα της εν συνεχεία ραγδαίας εξελίξεως των καθαυτό επαναστατικών γεγονότων».

Ύστερα από αυτά η εξέγερση γενικεύεται. Συγκροτείται το Αχαϊκό Διευθυντήριο στην Πάτρα, η Μεσσηνιακή Γερουσία στην Καλαμάτα και, γενικά, άναψε πραγματικά η φωτιά του πολέμου σε όλες τις πελοποννησιακές επαρχίες.

Υπάρχει προσπάθεια να μειωθεί ο ρόλος των προϊσταμένων στην έκρηξη της Επανάστασης και σαν μέσο χρησιμοποιείται ο θρύλος της Αγίας Λαύρας. Δεν θα ασχοληθούμε με το θέμα της υψώσεως του λαβάρου από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, αν και υπάρχουν μαρτυρίες επ’ αυτού. Χρειάζονται πολλοί τόνοι γεγονότων για να δημιουργηθεί ένας θρύλος, ο οποίος ριζώνει στην ψυχή και το πνεύμα του λαού. Οι αρνητές της Αγίας Λαύρας έχουν ποικίλα κίνητρα: πολιτικά (αφού δεν συμμετείχε ο απλός λαός), τοπικιστικά και συμμόρφωσης στα κελεύσματα που απορρέουν από ποικίλες ψευδο-επιστημονικές θεωρήσεις και τις επιδιώξεις μιας Νέας Τάξης πραγμάτων που υπεισέρχεται σε θέματα ιστορίας, παιδείας και πολιτισμού. Επιπλέον επιδιώκεται να σμικρυνθεί ή και να απαλειφθεί ο ρόλος του κλήρου στις δύσκολες και κρίσιμες στιγμές που προηγήθηκαν της Επανάστασης.

Εν κατακλείδι θα αναρωτηθούμε αν οι προεστοί συνέβαλαν ουσιωδώς στην προετοιμασία και έκρηξη της επανάστασης, γιατί και σήμερα ακόμα, παρά την πρόοδο της επιστημονικής έρευνας, υποστηρίζεται ότι όχι μόνο δεν συνέβαλαν αλλά και κράτησαν αντιδραστική θέση. Επικρατούν σε όχι μικρή κλίμακα ακραίες απόψεις, προερχόμενες κυρίως από τον χώρο των στρατευμένων ιστορικών, οι οποίες επηρεάζουν τους μη δυνάμενους να καταφύγουν στις ιστορικές πηγές, που είναι οι μόνοι αψευδείς μάρτυρες των γεγονότων.

Η μαρτυρία του Εμμανουήλ Ξάνθου, του εκ των ιδρυτών της Φιλικής Εταιρείας, είναι χαρακτηριστική και σημαντικότατη: «Η επανάστασις εις την Πελοπόννησον ενεψυχώθη και ενεθαρρύνθη παρά των προεστώτων και άλλων τινών κτηματιών και εμπόρων, και πρώτοι τούτων εσήκωσαν εις τα όπλα και ενεθάρρυναν τον λαόν, καθώς και όλοι σχεδόν οι εκ του ιερατικού τάγματος, άνευ των οποίων, ποτέ ο λαός δεν ήθελε κινηθή ή ηδύνατο να ευδοκιμήση». Αναπόφευκτα, θα τεθεί εν τέλει και το ερώτημα: ο απλός λαός πώς κινήθηκε κατά την έκρηξη της Επανάστασης; Στο ερώτημα αυτό απήντησε ο Παπαφλέσσας, ο οποίος δεν είχε ταχθεί με το μέρος των προεστών ήδη από τη στιγμή που πάτησε το πόδι του στην Πελοπόννησο: «Εγώ δεν εφανταζόμην και εκήρυξα ότι οι Πελοποννήσιοι με τα ξύλα θε να διώξουν τους Τούρκους, αλλ’ ευρέθην ηπατημένος». «Ηπατημένοι» ευρέθησαν και αυτοί που υποστήριζαν ότι για να οδηγηθούμε στην επανάσταση έπρεπε πρώτα να διαφωτιστεί ο λαός με την πρόοδο της παιδείας και τη διάδοση των ευρωπαϊκών ιδεών και αξιών στον ελληνικό χώρο. Όμως η ιστορία έχει δικούς της νόμους. Και, τότε, ένα ορμητικό ποτάμι συμπαρέσυρε τους προεστούς, τον λαό και γενικότερα όλους τους ορθόδοξους Έλληνες στον αγώνα για την απόκτηση της χιλιάκριβης λευτεριάς τους.

Πηγή: Διαδικτυακό Περιοδικό “ΕΞΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ”

Post Visitors:276