Στις 3 Ιουνίου, στο Μέγαρο του Πειραϊκού Συνδέσμου, ο ομώνυμος σύνδεσμος, ο «Σύνδεσμος Εφέδρων Αξιωματικών Πειραιά» και η «Φιλολογική Στέγη Πειραιά», διοργάνωσαν εκδήλωση με θέμα «Η αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας και οι σύγχρονες γεωπολιτικές εξελίξεις» .

Εισηγητές στην εκδήλωση ήταν,

  • το μέλος του ΣΑΑΙΤΘ, Εφ. Υπλχος κ. Χρήστος Βρούστης Δικηγόρος Πειραιά (Χρήστος Βρούστης (@h.vroustis),
  • ο κ. Άγγελος Συρίγος τέως Υπουργός, νυν βουλευτής Α΄ Αθηνών και καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου (https://www.syrigos.gr/) και
  • ο κ. Δημήτρης Σταθακόπουλος, Διδάκτωρ, επίσης του Παντείου Πανεπιστημίου, Οθωμανολόγος – Τουρκολόγος (https://etem.unipi.gr/stathakopoulos-dimitrios/).
  • Την εκδήλωση συντόνισε και παρουσίασε ο δημοσιογράφος Λάμπρος Καλαρρύτης (https://www.youtube.com/@LAMBROSKALARRYTIS).

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσίασε η προσέγγιση στο θέμα, του κ Χρήστου Βρούστη, ο οποίος υποστήριξε παραστατικά, ότι η αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας ξεκινάει το 1923, αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, και όχι από το 1974.

Το μέλος του ΣΑΑΙΤΘ, Εφ. Υπλχος κ. Χρήστος Βρούστης Δικηγόρος Πειραιά

Η ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Χρήστου Δ. Βρούστη, Δικηγόρου, Έφεδρου Υπίλαρχου

Η αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας είναι διαρκής και εκδηλώνεται ήδη από το 1923, δηλ. αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης. Απλά εκδηλώνεται κάθε φορά με διαφορετική μορφή, καθώς προσαρμόζεται στις εκάστοτε επικρατούσες γεωπολιτικές συνθήκες και στην αντίληψη που έχει η Τουρκία για τον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ αυτής και εκείνων που θεωρεί αντιπάλους της για την υλοποίηση των αναθεωρητικών – επεκτατικών της σχεδίων.

Επιγραμματικά, η αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας, υπαγορεύεται από τον «όρκο του τουρκικού έθνους»misakimilli»), που αποτελεί την τουρκική, εθνική «Μεγάλη Ιδέα», την πραγμάτωση της οποίας επιδιώκουν όλες οι πολιτικές δυνάμεις της Τουρκίας που έχουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.

Αυτή η αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας, που τα τελευταία ιδίως χρόνια εκδηλώνεται με καθαρά επεκτατική μορφή και επιθετική προβολή ισχύος για την επίτευξη των στόχων της, τείνει να δημιουργήσει ένα νέο Ανατολικό ζήτημα, ανάστροφο του παλαιού Ανατολικού Ζητήματος, του οποίου επιδιώκει να δοθεί λύση συμβατή με την υλοποίηση της τουρκικής εθνικής μεγάλης ιδέας.

Όπως είναι γνωστό, τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ου, δημιουργήθηκε το λεγόμενο «ανατολικό ζήτημα» που συνίστατο στην  εξασθένηση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, την εθνική χειραφέτηση των λαών που ήταν υποτελείς της και τον ανταγωνισμό των τότε Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες επιδίωκαν να θέσουν υπό την κυριαρχία ή την επιρροή τους τις περιοχές που ήταν υπό την κυριαρχία της. Το ζήτημα αυτό λύθηκε με την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, η οποία έθεσε το τέλος της οθωμανικής αυτοκρατορίας αλλά και την αρχή του τουρκικού κράτους, του οποίου καθόρισε και τα εδαφικά όρια. Όμως, το τουρκικό εθνικό κράτος που αναγκάστηκε το 1923 να αποδεχτεί τη συνθήκη της Λωζάννης, στην πραγματικότητα δεν έπαυσε ποτέ να επιδιώκει την επίτευξη των στόχων που ορίζονται στον «όρκο του τουρκικού έθνους»misakimilli»),ο οποίος αποτελείται από 6 αποφάσεις που ελήφθησαν στις συνελεύσεις των Τούρκων εθνικιστών στο Ερζερούμ και τη Σεβάστεια υπό την ηγεσία του Κεμάλ Αττατούρκ και ψηφίστηκαν από την οθωμανική εθνοσυνέλευση, κατά την τελευταία σύγκλησή της στις αρχές του 1920. Την ουσιαστική έννοια του «Εθνικού Όρκου» των Τούρκων, που αποτελεί την τουρκική εθνική Μεγάλη Ιδέα, αποδίδει η φράση του Κεμάλ: «Κάθε έδαφος όπου ζουν Τούρκοι περιλαμβάνεται στο Misak-ı Millî. Με τη βοήθεια του Αλλάχ, θα πάρω πίσω τη Μοσούλη, το Κιρκούκ και τα νησιά, καθώς επίσης θα ενσωματώσω εντός των συνόρων της Τουρκίας τη Θεσσαλονίκη και τη Θράκη».

Κατά τονΚεμάλ, οι στόχοι που έπρεπε να επιτευχθούν για την υλοποίηση του εθνικού όρκου – δηλ. της τουρκικής εθνικής Μεγάλης Ιδέας – ήταν: α) Η ενίσχυση και ισχυροποίηση των Ενόπλων Δυνάμεων, οι οποίες θα αποτελούσαν το θεμέλιο του τουρκικού κράτους και το μέσο για την επίτευξη των στόχων του, β) Η εθνική ομοιογένεια με την εξάλειψη των μειονοτήτων και γενικά των πληθυσμιακών ομάδων που ζούσαν εντός των ορίων του τουρκικού κράτους και δεν είχαν τουρκική εθνική συνείδηση και γ) Ο εκσυγχρονισμός του τουρκικού κράτους και η απόκτηση ισχυρής οικονομίας, ελεγχόμενης από Τούρκους καθώς και επιστήμης και τεχνολογίας, ώστε να περιορίσει και ει δυνατόν να εξαλείψει την εξάρτησή του από τους ξένους. Όταν θα επιτυγχάνονταν οι στόχοι αυτοί, θα είχε φθάσει και η στιγμή για την υλοποίηση του «εθνικού όρκου» – της τουρκικής Μεγάλης Ιδέας. Φυσικά, εμπόδιο για την επίτευξη των τουρκικών στόχων είναι η Ελλάδα και γι’ αυτό η πολιτική της Τουρκίας είναι διαχρονικά εχθρική προς την Ελλάδα, ακόμη και όταν, προσχηματικά, διακήρυττε το αντίθετο.

Από τη δημιουργία λοιπόν του τουρκικού εθνικού κράτους, η πολιτική του είναι πάντοτε, άλλοτε καλυμμένα και άλλοτε απροκάλυπτα, αναθεωρητική – επεκτατική. Αντίθετα με την πολιτική της Τουρκίας, η πολιτική της Ελλάδας, μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης και ιδίως, μετά το Σύμφωνο ελληνοτουρκικής φιλίας της Άγκυρας του 1930, καθορίστηκε από την φαινάκη της Ελληνοτουρκικής φιλίας και την ψευδαίσθηση της εξάλειψης των ελληνοτουρκικών διαφορών, είτε με την υπογραφή συμφώνων και διακηρύξεων είτε με την από κοινού συμμετοχή τους σε διεθνείς Οργανισμούς (κοινή ένταξη Ελλάδας -Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, ψευδαίσθηση ότι εάν ενταχθεί η Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα εγκαταλείψει τις εθνικιστικές, μεγαλοϊδεατικές –  επεκτατικές της βλέψεις, κ.λπ.). Η αντίληψη αυτή έχει διαψευσθεί πλήρως, καθώς η ιστορική εξέλιξη των ελληνοτουρκικών σχέσεων δείχνει ότι η Τουρκία πάντοτε, εκμεταλλευόμενη τις εκάστοτε συνθήκες επιδιώκει την υλοποίηση των εθνικών της στόχων, όπως αυτοί εκφράζονται στο «misakimilli»όρκο του τουρκικού έθνους»), την τουρκική Μεγάλη Ιδέα.

Συνοπτικά μπορούμε να πούμε, ότι η ήττα του ελληνικού στρατού στη Μ. Ασία το 1922, είχε ως συνέπεια τον θάνατο της ελληνικής Μεγάλης Ιδέας και την γέννηση της βασιζόμενης στον «όρκο του τουρκικού έθνους»misakimilli») τουρκικής Μεγάλης Ιδέας, η οποία, κατά τους εκφραστές της, επιβάλλει στην Τουρκία να δημιουργήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις που θα την καταστήσουν ικανή να αμφισβητήσει και εμπράκτως τη Συνθήκη της Λωζάνης και να επιτύχει «επικαιροποίησή»  της (κατά την ορολογία που χρησιμοποιεί ο Πρόεδρός της Ερντογάν και οι συνεργάτες του), που σημαίνει την αναθεώρησή της.

Τώρα, τον 21ο αιώνα, τόσο η πολιτική ηγεσία (όλων των πολιτικών κομμάτων της Τουρκίας που έχουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση), όσο και η στρατιωτική ηγεσία της, πιστεύει ότι έχουν δημιουργηθεί αυτοί οι όροι, καθώς θεωρεί ότι έχουν, κατά το μείζον τουλάχιστον μέρος, επιτευχθεί οι στόχοι του εκσυγχρονισμού (οικονομικού, επιστημονικού, τεχνολογικού)  του τουρκικού κράτους, έχουν δραματικά συρρικνωθεί οι διαβιούσες στο έδαφός της μειονότητες (πλην της κουρδικής), έχει αναπτυχθεί η πολεμική της βιομηχανία, έχουν ενισχυθεί οι ένοπλες δυνάμεις της και ασκεί σημαντική επιρροή σε άλλες χώρες (Συρία, Λιβύη, Αλβανία, Αζερμπαϊτζάν), ενώ η πληθυσμιακή αύξηση της Τουρκίας, σε συνδυασμό με τον καλλιεργούμενο στον τουρκικό λαό εθνικοθρησκευτικό φανατισμό – που στην ουσία είναι προετοιμασία του για πόλεμο – της επιτρέπουν να προχωρήσει στην εφαρμογή και στην πράξη των αναθεωρητικών – επεκτατικών στόχων του «εθνικού όρκου» – της τουρκικής Μεγάλης Ιδέας.

Η πολιτική αυτή της Τουρκίας αποσκοπεί στη δημιουργία ενός νέου ανατολικού ζητήματος, που είναι ανάστροφο του ανατολικού ζητήματος που λύθηκε με τη Συνθήκη της Λωζάνης. Το νέο ανατολικό ζήτημα δημιουργείται από την ισχυροποίηση του τουρκικού κράτους, το οποίο έχει de facto καταργήσει τη Συνθήκη της Λωζάνης, καθώς παραβίασε και παραβιάζει τις διατάξεις της για την ελληνική μειονότητα της Κων/πολης, της Ίμβρου, της Τενέδου και το καθεστώς των νησιών αυτών, για την Κύπρο, επί της οποίας δεν είχε κανένα δικαίωμα, για τα νησιά του Αιγαίου, που σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάνης δεν ανήκουν στην Τουρκία όσα είναι πέραν των 3 μιλίων από τις ακτές της, κλπ.) και επιδιώκει να το πετύχει και delege με την αναθεώρηση/ κατάργηση της Συνθήκης της Λωζάννης, με μια νέα Συνθήκη, της οποίας οι διατάξεις της θα εναρμονίζονται με τις υπαγορευόμενες από την τουρκική Μεγάλη Ιδέα επιδιώξεις της. Στο πλαίσιο των επιδιώξεών της αυτών, αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, αρχικά σε θεωρητικό επίπεδο με την προβολή παντελώς αβάσιμων κατά το διεθνές δίκαιο ισχυρισμών, όπως ότι τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα, ότι αποτελούν επέκταση του εδάφους της ανατολίας, φθάνοντας στο σημείο να κατασκευάζει δόγματα που προσομοιάζουν με τη ναζιστική θεωρία περί «ζωτικού χώρου», όπως είναι το δόγμα της «γαλάζιας πατρίδας» και στη συνέχεια και στην πράξη, ήτοι στο πεδίο, με παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου, με έκδοση παράνομων ΝΑVTEX, με παρεμπόδιση νόμιμων δραστηριοτήτων της Ελλάδας σε θαλάσσιες περιοχές που θεωρεί αμφισβητούμενες, κ.λπ.

Το τελικό συμπέρασμα από τη μελέτη της διαχρονικής εξέλιξης των ελληνοτουρκικών σχέσεων και γενικά της πολιτικής της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και της νοτιοανατολικής Μεσογείου, είναι ότι η Τουρκία δεν θα σταματήσει να επιδιώκει την υλοποίηση της εθνικής Μεγάλης Ιδέας της, ιδίως την περίοδο αυτή, που θεωρεί ότι οι παρούσες γεωπολιτικές συνθήκες και η αύξηση της ισχύος της διαμορφώνουν θετικές προοπτικές για την επίτευξη των στόχων της. Ανάσχεση στα σχέδιά της μπορεί να αποτελέσει μόνο η ενίσχυση και ισχυροποίηση των Ενόπλων Δυνάμεων της Πατρίδας μας, διότι μόνον όταν η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να κάμψει την αμυντική – αποτρεπτική ικανότητα της χώρας μας, δεν προχωρά σε εκδήλωση θερμών επιθετικών ενεργειών στο πεδίο.

Όπως προαναφέρθηκε, η εξέλιξη των ελληνοτουρκικών σχέσεων από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης μέχρι σήμερα, καταδεικνύει ότι όσες φορές η Ελλάδα πίστεψε σε ειλικρινείς προθέσεις της Τουρκίας για φιλία και συνεργασία και ειρηνική επίλυση των διαφορών, διαψεύστηκε πλήρως, καθώς η παγίως ακολουθούμενη από την Τουρκία πολιτική, είναι αναθεωρητική και αποσκοπεί στην πραγμάτωση της «εθνικής – Μεγάλης Ιδέας» της. Όπως όμως διδάσκει η Ιστορία, όλες οι «Μεγάλες Ιδέες» επικρατούν ή συντρίβονται στο πεδίο της μάχης (π.χ. η γερμανική μετά από δύο παγκόσμιους πολέμους, η ιαπωνική μετά τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, η δε ελληνική – αν και εντελώς διαφορετική, γιατί δεν ήταν ιμπεριαλιστική, καθώς ο στόχος της ήταν η απελευθέρωση των ελληνικών πληθυσμών και η διάσωσή τους από τους διωγμούς και την εθνοκάθαρση που είχαν ξεκινήσει ήδη από το 1914 οι Νεότουρκοι – με την ήττα στη Μ. Ασία το 1922.

Το ελληνικό κράτος και ο ελληνισμός γενικότερα, αν θέλει να επιβιώσει και να μην απωλέσει αυτά που κέρδισαν με τον αγώνα, το αίμα και τις θυσίες τους οι πρόγονοί μας, πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι η ενδυνάμωση του πατριωτικού φρονήματος και η διαρκής ισχυροποίηση των Ενόπλων Δυνάμεών του, είναι οι αποτελεσματικότεροι παράγοντες που μπορούν να αποτρέψουν την Τουρκία από την πιθανή προσπάθεια υλοποίησης της Μεγάλης Ιδέας της με στρατιωτικά μέσα. Το διδασκόμενο στη διπλωματία «μάθημα του Μονάχου» (που αφορά στην υπογραφείσα στο Μόναχο το 1938 συνθήκη μεταξύ Μ. Βρεττανίας και Γαλλίας αφενός και Γερμανίας – Ιταλίας αφετέρου, που επέτρεψε στον Χίτλερ να προσαρτήσει τη Σουδητία για να αποτραπεί ο πόλεμος, ο οποίος όμως δεν απετράπη) δείχνει ότι οι πολιτικές κατευνασμού όχι μόνο δεν αποτρέπουν, αλλά αποθρασύνουν τον αναθεωρητικό αντίπαλο – ο οποίος εκμεταλλεύεται την περίοδο του κατευνασμού για την προώθηση των σχεδίων του και την ισχυροποίησή του και τελικά καταλήγουν σε πολεμική αναμέτρηση με ισχυροποιημένο αντίπαλο και πολύ μεγαλύτερο κόστος σε ανθρώπινο δυναμικό και υλικές υποδομές.

Ας θυμηθούμε την τραγική επαλήθευση των Ολυνθιακών λόγων του Δημοσθένη, στους οποίους προειδοποιούσε τους Αθηναίους ότι η επεκτατική δράση του Φιλίππου στη Μακεδονία, που εκδηλωνόταν και με την πολιορκία της συμμάχου των Αθηναίων Ολύνθου, αν δεν αντιμετωπιζόταν άμεσα και δεν ανακοπτόταν, δεν θα περιοριζόταν στις γειτονικές του περιοχές, αλλά θα ενδυναμωνόταν και θα απειλούσε και την ίδια την Αθήνα, και τότε θα ήταν αργά για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά.

Άλλωστε, η ρήση του Λατίνου συγγραφέα Publius Flavius Vegetius Renatus, στο έργο του «Epitoma de re militari» ‘‘Si vis pacem, para bellum’’ είναι πάντα επίκαιρη.

Post Visitors:157