ΗΠΑ, Ισραήλ και οκτώ αραβικές χώρες χαράσσουν τη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής
Γράφει ο Υποστράτηγος ε.α. Χρήστος Παπαδογεωργόπουλος
Μία συνάντηση με ιδιαίτερη στρατηγική σημασία
Μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και, μέχρι πρόσφατα, άγνωστη στο ευρύ κοινό
συνάντηση ανωτάτων στρατιωτικών ηγετών πραγματοποιήθηκε την
περασμένη εβδομάδα στη Γερμανία.
Όπως αποκάλυψε το αμερικανικό Axios, ο Διοικητής της Αμερικανικής
Κεντρικής Διοίκησης (CENTCOM), Ναύαρχος Brad Cooper, συγκάλεσε
κλειστή συνάντηση στην οποία συμμετείχαν ο Αρχηγός των Ενόπλων
Δυνάμεων του Ισραήλ και οι ανώτατοι στρατιωτικοί διοικητές της Σαουδικής
Αραβίας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, του Μπαχρέιν, του
Κουβέιτ, του Κατάρ, της Ιορδανίας και της Αιγύπτου.
Πρόκειται για μία σύνθεση που από μόνη της έχει ιδιαίτερη σημασία.
Στο ίδιο τραπέζι βρέθηκαν οι στρατιωτικές ηγεσίες του Ισραήλ και επτά
αραβικών κρατών, αρκετά από τα οποία δεν έχουν διπλωματικές σχέσεις με
το Ισραήλ, υπό τον συντονισμό των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η CENTCOM επιβεβαίωσε τη συνάντηση, αναφέροντας ότι φιλοξένησε
ανώτατους στρατιωτικούς ηγέτες οκτώ χωρών σε προγραμματισμένη
διάσκεψη στη Γερμανία, με αντικείμενο «ευκαιρίες για ενίσχυση της
συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας στη Μέση Ανατολή».
Η αμερικανική πλευρά, ωστόσο, δεν δημοσιοποίησε αναλυτικά ούτε την
ημερήσια διάταξη ούτε τα επιμέρους συμπεράσματα.
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της συνάντησης.
Το Ιράν στο επίκεντρο
Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Axios, βασικό αντικείμενο των συζητήσεων
ήταν ο συνεχιζόμενος πόλεμος με το Ιράν και η ευρύτερη περιφερειακή
ασφάλεια.
Ο Ναύαρχος Cooper φέρεται να διαβεβαίωσε τους συμμετέχοντες ότι οι
Ηνωμένες Πολιτείες δεν προτίθενται να αποσύρουν τις στρατιωτικές
τους δυνάμεις από τη Μέση Ανατολή, παρά τις επιθέσεις του Ιράν εναντίον
αμερικανικών βάσεων.
Η διαβεβαίωση αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική.
Τα τελευταία χρόνια υπήρχε έντονη συζήτηση για το εάν οι ΗΠΑ θα μειώσουν
τη στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή και θα στρέψουν μεγαλύτερο
μέρος της στρατηγικής τους προσοχής προς την Κίνα και τον Ινδο-Ειρηνικό.
Η τοποθέτηση Cooper στέλνει, αντιθέτως, ένα σαφές μήνυμα προς τους
συμμάχους και εταίρους της Ουάσιγκτον:
Οι ΗΠΑ παραμένουν στρατιωτικά παρούσες στη Μέση Ανατολή και δεν
εγκαταλείπουν την περιοχή.
Το κρίσιμο ζήτημα των Στενών του Ορμούζ
Ιδιαίτερη θέση στις συζητήσεις κατείχε το Στενό του Ορμούζ.
Ο Ναύαρχος Cooper ενημέρωσε τους συμμετέχοντες για τα αμερικανικά
σχέδια σχετικά με την αύξηση της θαλάσσιας κυκλοφορίας μέσω του
Ορμούζ, ενός από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαύλους του
πλανήτη.
Το ζήτημα δεν είναι απλώς στρατιωτικό.
Είναι ταυτόχρονα:
ενεργειακό,
οικονομικό,
ναυτιλιακό,
γεωπολιτικό,
και ασφαλείας.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να αποκαταστήσει σταδιακά την ασφαλή διέλευση
εμπορικών πλοίων και δεξαμενόπλοιων.
Σύμφωνα με προηγούμενες πληροφορίες του Axios, οι ΗΠΑ επιδίωκαν να
διευρύνουν τον προστατευόμενο θαλάσσιο διάδρομο ώστε να αυξηθεί
σημαντικά ο αριθμός των πλοίων που μπορούν να διέρχονται καθημερινά.
Άρα, η συζήτηση στη Γερμανία δεν αφορούσε μόνο τον πόλεμο.
Αφορούσε ουσιαστικά το ποιος θα ελέγχει και θα εγγυάται την ελεύθερη
ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο και στην έξοδο προς τον Ινδικό
Ωκεανό.
Η ενημέρωση του Ισραήλ
Ιδιαίτερη σημασία είχε και η παρουσία του Αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων
του Ισραήλ, Αντιστράτηγου Eyal Zamir.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Axios, ο Ισραηλινός Αρχηγός ενημέρωσε
τους ομολόγους του για τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις στα διάφορα
μέτωπα.
Η παρουσίαση αυτή είχε προφανώς δύο διαστάσεις.
Πρώτον, ενημέρωση των περιφερειακών στρατιωτικών ηγεσιών για την
εξέλιξη των επιχειρήσεων.
Δεύτερον, και σημαντικότερο, συντονισμός της στρατιωτικής εικόνας
μεταξύ Ισραήλ, ΗΠΑ και αραβικών κρατών.
Αυτό αποτελεί μία εξέλιξη που πριν από μερικά χρόνια θα ήταν εξαιρετικά
δύσκολο να πραγματοποιηθεί.
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον: Ισραήλ και Σαουδική Αραβία
εναντίον των Χούθι
Ίσως η σημαντικότερη πληροφορία που προέκυψε από τη συνάντηση αφορά
τη Σαουδική Αραβία και τους Χούθι της Υεμένης.
Σύμφωνα με πηγή που επικαλείται το Axios, Ισραήλ και Σαουδική Αραβία,
με τη βοήθεια της CENTCOM, συζητούν τρόπους με τους οποίους το
Ισραήλ θα μπορούσε να βοηθήσει τη Σαουδική Αραβία στην
αντιμετώπιση της αυξανόμενης απειλής των Χούθι.
Η βοήθεια που εξετάζεται αφορά κυρίως τον τομέα της ISR:
Intelligence – Surveillance – Reconnaissance, δηλαδή πληροφορίες,
επιτήρηση και αναγνώριση.
Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό.
Το Ισραήλ διαθέτει προηγμένες δυνατότητες συλλογής πληροφοριών,
ηλεκτρονικής επιτήρησης, μη επανδρωμένων συστημάτων και έγκαιρης
προειδοποίησης.
Δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι ισραηλινές δυνάμεις θα συμμετάσχουν σε
επιθετικές επιχειρήσεις μέσα στην Υεμένη.
Αντιθέτως, οι πληροφορίες αναφέρουν ότι θεωρείται απίθανο το Ισραήλ να
αναλάβει επιθετικές επιχειρήσεις για λογαριασμό της Σαουδικής
Αραβίας.
Όμως η ανταλλαγή πληροφοριών και η υποστήριξη ISR μπορούν να
αλλάξουν σημαντικά τις επιχειρησιακές δυνατότητες του Ριάντ.
Οι Χούθι δημιουργούν δεύτερο στρατηγικό μέτωπο
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι άσχετη με τη γενικότερη κατάσταση.
Οι Χούθι, που υποστηρίζονται από το Ιράν, έχουν αυξήσει την πίεση εναντίον
της Σαουδικής Αραβίας, ενώ παράλληλα έχουν ενισχύσει τη θέση τους προς
την περιοχή του Bab el-Mandeb, του στρατηγικού περάσματος που συνδέει
την Ερυθρά Θάλασσα με τον Ινδικό Ωκεανό.
Έτσι δημιουργείται ένα εξαιρετικά επικίνδυνο γεωστρατηγικό τόξο:
Ιράν – Περσικός Κόλπος – Ορμούζ – Ερυθρά Θάλασσα – Bab el-Mandeb.
Όποιος μπορεί να απειλήσει τα δύο αυτά θαλάσσια περάσματα μπορεί να
επηρεάσει όχι μόνο την περιοχή αλλά και το παγκόσμιο εμπόριο και την
ενεργειακή ασφάλεια.
Το μεγάλο αμερικανικό σχέδιο: Ενιαίος περιφερειακός
αμυντικός μηχανισμός
Η συνάντηση στη Γερμανία πρέπει να εξεταστεί και μέσα σε μία ευρύτερη
στρατηγική της CENTCOM.
Ο Ναύαρχος Cooper έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην ολοκλήρωση των
συστημάτων αεράμυνας και αντιπυραυλικής άμυνας των χωρών της
περιοχής.
Η CENTCOM έχει αναπτύξει το λεγόμενο Middle East Air Defense –
Combined Defense Operations Cell (MEAD-CDOC), με κέντρο στο Κατάρ,
προκειμένου να συνδέονται επιχειρησιακά οι εθνικές δυνατότητες αεράμυνας
των περιφερειακών εταίρων.
Η λογική είναι απλή αλλά στρατηγικά πολύ σημαντική:
όχι εννέα ή δέκα ξεχωριστές αεράμυνες, αλλά ένα όσο το δυνατόν
περισσότερο διασυνδεδεμένο περιφερειακό δίκτυο.
Ραντάρ, αισθητήρες, συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, Patriot και άλλα
αντιαεροπορικά/αντιβαλλιστικά συστήματα μπορούν να ανταλλάσσουν
πληροφορίες και να λειτουργούν σε ένα περισσότερο ενοποιημένο
επιχειρησιακό περιβάλλον.
Η CENTCOM υποστηρίζει ότι αυτή η προσέγγιση έχει ήδη δοκιμαστεί σε
πραγματικές συνθήκες πολέμου.
Τι πραγματικά αποφασίστηκε;
Εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή.
Δεν έχει δημοσιοποιηθεί κάποιο επίσημο κοινό ανακοινωθέν που να
παρουσιάζει συγκεκριμένες αποφάσεις της συνάντησης.
Η CENTCOM περιορίστηκε να αναφέρει ότι οι ηγέτες συζήτησαν ευκαιρίες για
ενίσχυση της συνεργασίας ασφαλείας στη Μέση Ανατολή.
Επομένως δεν θα ήταν σωστό να παρουσιαστεί ως δεδομένο ότι
συμφωνήθηκε μία νέα στρατιωτική συμμαχία ή ότι ελήφθη συγκεκριμένη
απόφαση για κοινές επιχειρήσεις.
Ωστόσο, από τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί μπορούν να
εξαχθούν ορισμένα σαφή συμπεράσματα για την κατεύθυνση της
συνεργασίας:
- Οι ΗΠΑ παραμένουν στρατιωτικά στη Μέση Ανατολή.
- Η CENTCOM επιδιώκει μεγαλύτερη επιχειρησιακή
διασύνδεση των περιφερειακών συμμάχων. - Η αντιμετώπιση του Ιράν παραμένει βασικός στρατηγικός
άξονας. - Η ασφάλεια του Ορμούζ αποτελεί άμεση επιχειρησιακή
προτεραιότητα. - Το Ισραήλ ενσωματώνεται όλο και περισσότερο στην
περιφερειακή στρατιωτική αρχιτεκτονική υπό την CENTCOM. - Η συνεργασία Ισραήλ–αραβικών κρατών στον τομέα των
πληροφοριών φαίνεται να βαθαίνει. - Η απειλή των Χούθι αντιμετωπίζεται πλέον ως μέρος της ίδιας
ευρύτερης στρατηγικής απειλής που συνδέεται με το Ιράν.
Γιατί η συνάντηση είναι ιστορικής σημασίας
Η πραγματική σημασία της συνάντησης δεν βρίσκεται μόνο σε αυτά που
ειπώθηκαν.
Βρίσκεται κυρίως στο ποιοι κάθισαν γύρω από το ίδιο τραπέζι.
Ισραήλ, Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Μπαχρέιν, Κατάρ,
Κουβέιτ, Ιορδανία και Αίγυπτος.
Μία τέτοια στρατιωτική συνάντηση αποτυπώνει την αργή αλλά βαθιά αλλαγή
της γεωπολιτικής πραγματικότητας της Μέσης Ανατολής.
Οι παλαιές αντιθέσεις δεν εξαφανίστηκαν.
Όμως απέναντι στην απειλή που αντιλαμβάνονται από το Ιράν, την αστάθεια
στην Υεμένη, την τρομοκρατία, τις επιθέσεις με drones και πυραύλους και την
ανάγκη προστασίας των θαλασσίων οδών, τα κράτη αυτά έχουν όλο και
περισσότερους λόγους να συνεργάζονται.
Η Συμφωνία του Αβραάμ του 2020 μεταξύ Ισραήλ, ΗΑΕ και Μπαχρέιν
αποτέλεσε σημαντικό βήμα. Η μεταφορά του Ισραήλ από την περιοχή
ευθύνης της EUCOM στην CENTCOM διευκόλυνε περαιτέρω τη στρατιωτική
συνεργασία Ισραήλ και αραβικών κρατών υπό την αμερικανική ομπρέλα.
Η συνάντηση στη Γερμανία δείχνει ότι αυτή η διαδικασία έχει πλέον αποκτήσει
πολύ ευρύτερη στρατιωτική διάσταση.
Και η Ελλάδα;
Η εξέλιξη αυτή έχει άμεσο ελληνικό ενδιαφέρον, έστω και αν η Ελλάδα δεν
συμμετείχε στη συγκεκριμένη συνάντηση.
Η Ελλάδα βρίσκεται γεωγραφικά στο δυτικό άκρο αυτού του τεράστιου
στρατηγικού τόξου.
Ανατολική Μεσόγειος – Κύπρος – Ισραήλ – Αίγυπτος – Ερυθρά
Θάλασσα – Bab el-Mandeb – Ινδικός Ωκεανός – Περσικός Κόλπος.
Η χώρα μας έχει ήδη αναπτύξει σημαντικές σχέσεις με το Ισραήλ, την
Αίγυπτο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και άλλες αραβικές χώρες.
Παράλληλα, η Ελλάδα διαθέτει ένα σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα:
τη γεωγραφική της θέση.
Οι ελληνικές βάσεις, τα λιμάνια, η Σούδα, η Κρήτη, η Κάρπαθος, η Ρόδος και
συνολικά ο θαλάσσιος χώρος της Ανατολικής Μεσογείου μπορούν να
αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερη αξία σε ένα περιβάλλον όπου η ασφάλεια των
θαλασσίων γραμμών επικοινωνίας αποτελεί κρίσιμο στρατηγικό ζήτημα.
Το μήνυμα προς την Αθήνα
Η Ελλάδα δεν πρέπει να παρακολουθεί απλώς τις εξελίξεις.
Πρέπει να αντιληφθεί ότι διαμορφώνεται μία νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική
ασφαλείας.
Η ελληνική στρατηγική θα πρέπει να επιδιώκει:
Πρώτον, ακόμη στενότερη στρατιωτική συνεργασία με τις ΗΠΑ.
Δεύτερον, περαιτέρω εμβάθυνση της στρατηγικής σχέσης με το Ισραήλ.
Τρίτον, ενίσχυση των τριμερών και πολυμερών σχημάτων
Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ και Ελλάδας–Κύπρου–Αιγύπτου.
Τέταρτον, ανάπτυξη ακόμη στενότερων σχέσεων με τα Ηνωμένα Αραβικά
Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία.
Πέμπτον, ενεργότερη ελληνική συμμετοχή στην ασφάλεια της Ανατολικής
Μεσογείου και των θαλασσίων οδών που συνδέουν την Ευρώπη με τη Μέση
Ανατολή.
Η μεγάλη εικόνα
Η μυστική συνάντηση της Γερμανίας δεν πρέπει να αντιμετωπισθεί ως μία
ακόμη διάσκεψη στρατιωτικών αξιωματούχων.
Αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο:
Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να μετατρέψουν τις διμερείς
στρατιωτικές σχέσεις τους στη Μέση Ανατολή σε ένα περισσότερο
ολοκληρωμένο περιφερειακό σύστημα ασφαλείας.
Το Ισραήλ αποτελεί πλέον βασικό στρατιωτικό παράγοντα αυτού του
συστήματος.
Τα αραβικά κράτη, παρά τις μεταξύ τους διαφορές και τις διαφορετικές
σχέσεις τους με το Ισραήλ και το Ιράν, έχουν αυξανόμενο ενδιαφέρον για
κοινή αντιμετώπιση των απειλών από πυραύλους, drones, τρομοκρατικές
οργανώσεις και επιθέσεις κατά των θαλασσίων μεταφορών.
Και η CENTCOM επιχειρεί να λειτουργήσει ως ο στρατηγικός συνδετικός
κρίκος.
Το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι αυτή η συνεργασία δεν περιορίζεται
πλέον στην αντιμετώπιση ενός συγκεκριμένου πολέμου.
Αρχίζει να παίρνει τη μορφή μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής
ασφαλείας.
Και εάν αυτή η διαδικασία συνεχιστεί, η Μέση Ανατολή μπορεί να εισέρχεται
σε μία νέα εποχή, όπου η ισχύς δεν θα στηρίζεται μόνο στις εθνικές Ένοπλες
Δυνάμεις κάθε κράτους, αλλά στην ικανότητα διασύνδεσης αισθητήρων,
πληροφοριών, αεράμυνας, ναυτικών δυνάμεων και κοινών
επιχειρησιακών δυνατοτήτων.
Για την Ελλάδα το μήνυμα είναι σαφές:
Η Ανατολική Μεσόγειος δεν αποτελεί πλέον περιφερειακό περιθώριο.
Αποτελεί έναν από τους κρίσιμους κόμβους της νέας αρχιτεκτονικής
ασφαλείας που διαμορφώνεται από τη Μέση Ανατολή έως την Ευρώπη.
Και η Αθήνα οφείλει να βρίσκεται μέσα σε αυτή τη νέα αρχιτεκτονική — όχι ως
απλός παρατηρητής, αλλά ως χώρα που αξιοποιεί τη γεωγραφική, στρατηγική
και συμμαχική της θέση.
