Η «περίοδος των ήρεμων νερών» δοκιμάζεται – Τι επιδιώκει πραγματικά η Τουρκία

Γράφει ο Υποστράτηγος ε.α. Χρήστος  Παπαδογεωργόπουλος

Για περισσότερο από δύο χρόνια, μετά τη Διακήρυξη των Αθηνών του Δεκεμβρίου 2023, Ελλάδα και Τουρκία διατήρησαν ένα κλίμα σχετικής αποκλιμάκωσης, το οποίο επικράτησε να χαρακτηρίζεται ως περίοδος «ήρεμων νερών».

Η περίοδος αυτή, όμως, φαίνεται πλέον να δοκιμάζεται σοβαρά.

Οι πρόσφατες τουρκικές ενέργειες δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά. Η αύξηση των παραβιάσεων του ελληνικού εναερίου χώρου, η ανακοίνωση τουρκικών θαλάσσιων πάρκων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, οι τουρκικές αντιδράσεις στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδος–Κύπρου και οι συνεχείς αμφισβητήσεις ελληνικών δικαιωμάτων στη θάλασσα συνθέτουν μία εικόνα που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.

Το ερώτημα, επομένως, είναι απλό αλλά κρίσιμο:

Γιατί τώρα η Άγκυρα επαναφέρει με μεγαλύτερη ένταση τις αμφισβητήσεις της;

1. Η Τουρκία δεν εγκατέλειψε ποτέ τις βασικές διεκδικήσεις της

Πρώτα απ’ όλα πρέπει να γίνει μία βασική διαπίστωση.

Η Διακήρυξη των Αθηνών δεν έλυσε τις ελληνοτουρκικές διαφορές. Δημιούργησε ένα πλαίσιο πολιτικού διαλόγου και αποφυγής εντάσεων, χωρίς να σημαίνει ότι η Τουρκία εγκατέλειψε τις πάγιες θέσεις της.

Η Άγκυρα εξακολουθεί να προβάλλει τη δική της αντίληψη για τις θαλάσσιες ζώνες στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο και να αμφισβητεί στην πράξη την πλήρη επήρεια των ελληνικών νησιών.

Η λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα» παραμένει βασικό στοιχείο της τουρκικής στρατηγικής.

Επομένως, τα «ήρεμα νερά» δεν πρέπει να συγχέονται με στρατηγική αλλαγή της τουρκικής πολιτικής.

Ήταν περισσότερο μία τακτική ανακωχής παρά μία οριστική εγκατάλειψη των τουρκικών επιδιώξεων.

2. Η Άγκυρα θεωρεί ότι η περίοδος της ηρεμίας λειτούργησε υπέρ της Ελλάδας

Αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για την κατανόηση της σημερινής τουρκικής συμπεριφοράς.

Κατά την περίοδο μετά το 2023, η Ελλάδα αξιοποίησε το ευνοϊκότερο κλίμα για να προχωρήσει σε εξοπλιστικά προγράμματα, να ενισχύσει τις Ένοπλες Δυνάμεις, να αναπτύξει νέες διεθνείς συνεργασίες και να προωθήσει ενεργειακά και γεωπολιτικά σχέδια στην Ανατολική Μεσόγειο.

Την ίδια στιγμή, η Τουρκία, σύμφωνα με αναλύσεις που δημοσιεύθηκαν μετά τις τελευταίες εξελίξεις, εμφανίζεται να θεωρεί ότι η παρατεταμένη ηρεμία επέτρεψε στην Αθήνα να ενισχύσει τη θέση της.

Η Άγκυρα, συνεπώς, μπορεί να εκτιμά ότι ήρθε η στιγμή να επαναφέρει την πίεση, πριν παγιωθούν νέα δεδομένα υπέρ της Ελλάδας.

3. Τα θαλάσσια πάρκα δεν είναι απλώς περιβαλλοντική πολιτική

Η ανακοίνωση της Τουρκίας για δύο μεγάλα θαλάσσια πάρκα τον Αύγουστο του 2026 είναι χαρακτηριστική.

Οι περιοχές που ανακοινώθηκαν περιλαμβάνουν θαλάσσιες ζώνες τις οποίες η Ελλάδα θεωρεί ότι εμπίπτουν στα δικά της κυριαρχικά δικαιώματα ή δικαιώματα που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο. Η ελληνική κυβέρνηση χαρακτήρισε τις τουρκικές κινήσεις παράνομες.

Εδώ βρίσκεται και η ουσία.

Η Τουρκία χρησιμοποιεί ένα περιβαλλοντικό εργαλείο για να προβάλλει ταυτόχρονα μία γεωπολιτική θέση.

Η επιλογή θαλάσσιων πάρκων είναι ιδιαίτερα έξυπνη από πλευράς τουρκικής τακτικής, διότι παρουσιάζεται διεθνώς ως πρωτοβουλία προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος και όχι ως στρατιωτική ή επιθετική ενέργεια.

Ωστόσο, όταν οι περιοχές που επιλέγονται συμπίπτουν με περιοχές στις οποίες υπάρχουν ελληνοτουρκικές διαφορές για τις θαλάσσιες ζώνες, αποκτούν αναμφισβήτητα και γεωπολιτική διάσταση.

4. Η Άγκυρα επιχειρεί να δημιουργήσει «τετελεσμένα»

Αυτό είναι το σημείο που πρέπει να μας προβληματίσει περισσότερο.

Η Τουρκία γνωρίζει ότι μία μεμονωμένη ενέργεια δεν δημιουργεί από μόνη της κυριαρχικό δικαίωμα.

Επιδιώκει όμως κάτι διαφορετικό:

να δημιουργεί συνεχώς πραγματικές καταστάσεις και να συνηθίζει τη διεθνή κοινότητα στην τουρκική παρουσία και στις τουρκικές διεκδικήσεις.

Σήμερα ένα θαλάσσιο πάρκο.

Αύριο μία NAVTEX.

Μεθαύριο μία έρευνα.

Παράλληλα παραβιάσεις στον εναέριο χώρο.

Και αργότερα μία νομοθετική ρύθμιση που θα ενσωματώνει τις τουρκικές αντιλήψεις στο εσωτερικό της δίκαιο.

Η συσσώρευση τέτοιων ενεργειών είναι που δημιουργεί τον πραγματικό κίνδυνο.

5. Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδος–Κύπρου έχει ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία

Ιδιαίτερη σημασία έχει και το σχέδιο του Great Sea Interconnector, της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδος–Κύπρου και, σε επόμενο στάδιο, Ισραήλ.

Το έργο δεν είναι απλώς ένα ενεργειακό ή οικονομικό σχέδιο. Δημιουργεί έναν νέο στρατηγικό άξονα Ελλάδος–Κύπρου–Ισραήλ και συνδέει την Κύπρο με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό δίκτυο.

Ακριβώς γι’ αυτό η Τουρκία το αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη καχυποψία.

Η πόντιση του καλωδίου απαιτεί έρευνες και εργασίες σε θαλάσσιες περιοχές όπου η Άγκυρα αμφισβητεί τα ελληνικά δικαιώματα.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το 2024 τουρκικά πολεμικά πλοία είχαν παρεμποδίσει ερευνητικές εργασίες του πλοίου Ievoli Relume στην περιοχή της Κάσου.

Επομένως, η τουρκική αντίδραση στο καλώδιο δεν είναι μόνο οικονομική.

Είναι κυρίως γεωπολιτική.

6. Η Άγκυρα θέλει να αποτρέψει την ενεργειακή και γεωπολιτική σύνδεση Ελλάδος–Κύπρου–Ισραήλ

Η Τουρκία επιδιώκει να διατηρήσει κεντρικό ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ένας ισχυρός άξονας Ελλάδος–Κύπρου–Ισραήλ, με ευρωπαϊκή συμμετοχή, περιορίζει την τουρκική δυνατότητα να εμφανίζεται ως ο απαραίτητος γεωπολιτικός «ενδιάμεσος» της περιοχής.

Αυτό εξηγεί γιατί το ενεργειακό ζήτημα έχει αποκτήσει τόσο μεγάλη σημασία.

Η Τουρκία δεν θέλει απλώς να προστατεύσει κάποιες θαλάσσιες περιοχές.

Θέλει να διατηρήσει την ελευθερία κινήσεων που θεωρεί ότι χρειάζεται για να προωθήσει τη δική της περιφερειακή στρατηγική.

7. Η αύξηση των παραβιάσεων του εναερίου χώρου δεν είναι άσχετη

Το γεγονός ότι παράλληλα αυξάνονται οι παραβιάσεις του ελληνικού εναερίου χώρου δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο.

Σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα που επικαλούνται στοιχεία του ελληνικού Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, οι παραβιάσεις αυξήθηκαν από μηδενικές το 2024 σε 225 το 2025 και είχαν φθάσει ήδη τις 433 από τις αρχές του 2026.

Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η Τουρκία περνά σταδιακά από την πολιτική της αποκλιμάκωσης σε πολιτική ελεγχόμενης πίεσης.

Δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι επιδιώκει άμεση στρατιωτική σύγκρουση.

Σημαίνει όμως ότι θέλει να υπενθυμίσει στην Ελλάδα πως οι τουρκικές διεκδικήσεις παραμένουν ενεργές.

8. Υπάρχει και η εσωτερική τουρκική πολιτική διάσταση

Δεν πρέπει να παραβλέπουμε και έναν ακόμη παράγοντα: την εσωτερική πολιτική.

Τα ζητήματα του Αιγαίου, της Κύπρου και της «Γαλάζιας Πατρίδας» έχουν μεγάλη απήχηση στο τουρκικό εθνικιστικό ακροατήριο.

Μία κυβέρνηση που θέλει να διατηρεί ισχυρή εθνικιστική εικόνα δύσκολα μπορεί να εμφανίζεται ότι υποχωρεί από τις πάγιες τουρκικές θέσεις.

Έτσι, η επαναφορά της έντασης με την Ελλάδα μπορεί να εξυπηρετεί και εσωτερικές πολιτικές ανάγκες.

9. Η Τουρκία εκμεταλλεύεται και τη διεθνή συγκυρία

Η διεθνής κατάσταση είναι σήμερα ιδιαίτερα ρευστή.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, η ανάγκη της Ευρώπης για ισχυρότερες αμυντικές δυνατότητες και ο ρόλος της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ αυξάνουν τη γεωπολιτική αξία της Άγκυρας.

Η Τουρκία γνωρίζει ότι οι δυτικοί εταίροι της χρειάζονται.

Αυτό της δίνει μεγαλύτερο περιθώριο να ασκεί πίεση στην Ελλάδα, εκτιμώντας ότι οι αντιδράσεις των συμμάχων δεν θα φθάσουν εύκολα στο σημείο της πραγματικής ρήξης με την Άγκυρα.

10. Πρέπει λοιπόν η Ελλάδα να εγκαταλείψει την πολιτική των «ήρεμων νερών»;

Όχι. Αλλά πρέπει να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο την εφαρμόζει.

Η Ελλάδα δεν έχει κανένα συμφέρον να οδηγηθεί σε μία ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.

Ταυτόχρονα, όμως, η ηρεμία δεν μπορεί να σημαίνει ανοχή.

Η χώρα μας πρέπει να συνεχίσει τον διάλογο, αλλά παράλληλα:

Πρώτον, να απαντά άμεσα και τεκμηριωμένα σε κάθε τουρκική αμφισβήτηση.

Δεύτερον, να μην αφήνει καμία τουρκική ενέργεια αναπάντητη ώστε να δημιουργείται η εντύπωση αποδοχής.

Τρίτον, να διεθνοποιεί συστηματικά τις τουρκικές παραβιάσεις, ιδιαίτερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ.

Τέταρτον, να συνεχίσει την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων.

Πέμπτον, να επιταχύνει τις στρατηγικές συνεργασίες με την Κύπρο, τη Γαλλία, το Ισραήλ, την Αίγυπτο και άλλες χώρες της περιοχής.

Έκτον, να προχωρήσει στα ενεργειακά έργα που εξυπηρετούν τα ελληνικά και ευρωπαϊκά συμφέροντα, χωρίς όμως επιπόλαιες κινήσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ανεξέλεγκτη κρίση.

Συμπέρασμα

Η σημερινή τουρκική συμπεριφορά δεν πρέπει ούτε να υποτιμηθεί ούτε να υπερτιμηθεί.

Δεν έχουμε μπροστά μας, τουλάχιστον σήμερα, μία Τουρκία που επιδιώκει αναγκαστικά στρατιωτική σύγκρουση.

Έχουμε όμως μία Τουρκία που φαίνεται να θεωρεί ότι η περίοδος της σχετικής ελληνoτουρκικής ηρεμίας πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την επαναφορά και εμπέδωση των δικών της στρατηγικών διεκδικήσεων.

Τα θαλάσσια πάρκα, οι παραβιάσεις του εναερίου χώρου, οι αντιδράσεις στο καλώδιο Ελλάδος–Κύπρου και η γενικότερη προσπάθεια προβολής του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» αποτελούν διαφορετικές εκφάνσεις μιας κοινής στρατηγικής.

Και αυτή η στρατηγική έχει έναν βασικό στόχο:

Να μην επιτρέψει στην Ελλάδα να μετατρέψει την περίοδο των «ήρεμων νερών» σε περίοδο δημιουργίας νέων τετελεσμένων και ενίσχυσης της ελληνικής θέσης στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Η απάντηση της Ελλάδος δεν μπορεί να είναι ούτε ο πανικός ούτε η αδράνεια.

Χρειάζεται ψυχραιμία, αποφασιστικότητα, συνεχής διπλωματική εγρήγορση, ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις και κυρίως μία σταθερή εθνική στρατηγική.

Γιατί η ειρήνη είναι πολύτιμη.

Αλλά η ειρήνη διατηρείται όταν συνοδεύεται από ισχύ, αποτροπή και σαφή γνώση των εθνικών μας δικαιωμάτων.

Post Visitors:148