Γράφει ο Υποστράτηγος ε.α. Χρήστος Παπαδογεωργόπουλος Αντιπρόεδρος ΣΑΑΙΤΘ
Η ηλεκτρική διασύνδεση Ισραήλ – Κύπρου – Ελλάδας: Ένα καλώδιο που διασχίζει τη θάλασσα, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της γεωπολιτικής ισχύος
Η Ανατολική Μεσόγειος εισέρχεται σε μια νέα περίοδο στρατηγικών ανακατατάξεων. Και αυτή τη φορά, στο επίκεντρο δεν βρίσκεται μόνο η εκμετάλλευση των ενεργειακών κοιτασμάτων, αλλά και ο έλεγχος των ενεργειακών διαδρομών.
Η σχεδιαζόμενη ηλεκτρική διασύνδεση Ισραήλ – Κύπρου – Ελλάδας, γνωστή ως Great Sea Interconnector (GSI), αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά και γεωστρατηγικά εγχειρήματα της περιοχής. Πρόκειται για ένα έργο που φιλοδοξεί να συνδέσει ηλεκτρικά την Ανατολική Μεσόγειο με την ευρωπαϊκή αγορά, δημιουργώντας έναν νέο ενεργειακό διάδρομο και περιορίζοντας την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου.
Πίσω, όμως, από τα τεχνικά χαρακτηριστικά, τα χιλιόμετρα των υποθαλάσσιων καλωδίων και τις επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ, βρίσκεται μια πολύ ευρύτερη πραγματικότητα: η αναδιαμόρφωση των γεωπολιτικών ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Πού βρισκόμαστε σήμερα;
Μέχρι τις 30 Οκτωβρίου 2026, το έργο βρίσκεται ακόμη αντιμέτωπο με σημαντικές τεχνικές, χρηματοδοτικές και γεωπολιτικές εκκρεμότητες. Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι δεν έχει ξεκινήσει η συνολική πόντιση του καλωδίου στο επίμαχο τμήμα Ελλάδας – Κύπρου. Το προηγούμενο κρίσιμο στάδιο είναι η ολοκλήρωση των ερευνών του θαλάσσιου βυθού και η εξασφάλιση των απαιτούμενων αδειοδοτήσεων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έγιναν γνωστά στην Κύπρο τον Οκτώβριο, έχουν ήδη κατασκευαστεί περίπου 510 από τα 900 χιλιόμετρα καλωδίου που απαιτούνται για τη διασύνδεση Κρήτης – Κύπρου. Παράλληλα, έχει ολοκληρωθεί περίπου το 60% των θαλάσσιων ερευνών, ενώ το υπόλοιπο 40% αφορά περιοχές στις οποίες προβάλλει αντιρρήσεις η Τουρκία.
Η ολοκλήρωση του έργου, η οποία αρχικά τοποθετούνταν νωρίτερα, έχει πλέον μετατεθεί για την 1η Ιανουαρίου 2031.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η εμπλοκή της γαλλικής εταιρείας Meridiam, η οποία έχει αποκτήσει πλειοψηφική συμμετοχή στην εταιρεία του έργου. Η γαλλική παρουσία προσθέτει μια σημαντική ευρωπαϊκή επενδυτική διάσταση σε ένα εγχείρημα που έχει πλέον ξεπεράσει τα στενά όρια μιας διμερούς ή τριμερούς ενεργειακής συνεργασίας.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πότε θα ολοκληρωθεί το καλώδιο, αλλά υπό ποιες γεωπολιτικές συνθήκες θα μπορέσει να κατασκευαστεί και να λειτουργήσει.
Η Τουρκία και η αμφισβήτηση των θαλάσσιων ζωνών
Η Άγκυρα αντιμετωπίζει το έργο με ιδιαίτερη επιφύλαξη, καθώς θεωρεί ότι ορισμένες δραστηριότητες ερευνών και εγκατάστασης του καλωδίου πραγματοποιούνται σε θαλάσσιες περιοχές τις οποίες η ίδια εντάσσει στις διεκδικήσεις της.
Η τουρκική επιχειρηματολογία στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019, το οποίο αμφισβητείται από την Ελλάδα και δεν γίνεται αποδεκτό από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως βάση που μπορεί να ακυρώσει τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Την 1η Οκτωβρίου 2026, το τουρκικό υπουργείο Άμυνας επανέλαβε ότι δεν πρόκειται να επιτρέψει, όπως υποστηρίζει, μη εξουσιοδοτημένες δραστηριότητες στην υφαλοκρηπίδα που διεκδικεί. Στις 16 Οκτωβρίου, η Τουρκία εξέδωσε νέες προειδοποιήσεις προς ναυτιλλομένους (NAVTEX), αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία της Κυπριακής Δημοκρατίας σε περιοχές προγραμματισμένων ερευνών.
Αυτές οι κινήσεις καταδεικνύουν ότι η Άγκυρα δεν αντιμετωπίζει το GSI ως ένα απλό ενεργειακό έργο. Το εντάσσει στο ευρύτερο πλαίσιο των διεκδικήσεών της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Για την τουρκική στρατηγική, η αποδοχή μιας τέτοιας διασύνδεσης χωρίς δική της συμμετοχή ή προηγούμενη συνεννόηση θα μπορούσε να εκληφθεί ως έμμεση αποδοχή ενός περιφερειακού συσχετισμού στον οποίο η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ αποκτούν αυξημένο ρόλο.
Ποιες αντιδράσεις μπορεί να εκδηλώσει η Άγκυρα;
Η τουρκική αντίδραση δεν είναι απαραίτητο να λάβει τη μορφή μιας άμεσης στρατιωτικής αντιπαράθεσης. Υπάρχει ένα ευρύ φάσμα μέσων πίεσης που μπορεί να αξιοποιήσει η Άγκυρα.
Πρώτον, η διπλωματική και νομική αμφισβήτηση. Η έκδοση NAVTEX, οι ανακοινώσεις του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών και Άμυνας και η προβολή των τουρκικών θέσεων σε διεθνή fora αποτελούν ήδη μέρος αυτής της τακτικής.
Δεύτερον, η παρουσία του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού στην ευρύτερη περιοχή των ερευνών. Η παρακολούθηση ερευνητικών και πλοίων υποστήριξης, οι συνοδείες πολεμικών μονάδων και η πραγματοποίηση ναυτικών ασκήσεων θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως μέσα αποτροπής και επίδειξης ισχύος.
Τρίτον, η δημιουργία τετελεσμένων μέσω παράλληλων ερευνητικών δραστηριοτήτων, αλλά και η αξιοποίηση του τουρκολιβυκού μνημονίου ως διπλωματικού και επιχειρησιακού εργαλείου.
Τέταρτον, η προσπάθεια να μεταφερθεί η διαφωνία σε ευρωπαϊκό και νατοϊκό επίπεδο, με την επίκληση της ανάγκης αποφυγής κρίσεων μεταξύ δύο κρατών-μελών του ΝΑΤΟ.
Δεν μπορεί, ασφαλώς, να αποκλειστεί ένα επεισόδιο παρεμπόδισης ή παρενόχλησης ερευνητικού πλοίου. Μια τέτοια εξέλιξη, όμως, θα μπορούσε να δημιουργήσει ευρύτερη κρίση, ιδιαίτερα εάν στην περιοχή βρίσκονται γαλλικά ή άλλα ευρωπαϊκά πλοία.
Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι η Τουρκία έχει τη δυνατότητα να ασκήσει πίεση χωρίς να επιδιώξει κατ’ ανάγκην μια γενικευμένη σύγκρουση. Η τακτική της ελεγχόμενης έντασης, της αμφισβήτησης και της δημιουργίας τετελεσμένων αποτελεί ένα πιθανό σενάριο που Αθήνα και Λευκωσία οφείλουν να συνυπολογίσουν.
Ο παράγοντας Γαλλία, Ευρωπαϊκή Ένωση και Ηνωμένες Πολιτείες
Η συμμετοχή της Γαλλίας αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Δεν πρόκειται απλώς για μια επενδυτική ή εργολαβική παρουσία. Η εμπλοκή γαλλικών εταιρειών και η πολιτική στήριξη του Παρισιού προσθέτουν ευρωπαϊκή διάσταση σε ένα έργο που βρίσκεται στο επίκεντρο ελληνοτουρκικών διαφωνιών.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει λόγους να υποστηρίζει την υλοποίηση του GSI, καθώς η ενεργειακή διασύνδεση ενισχύει την ασφάλεια εφοδιασμού, διαφοροποιεί τις πηγές και τις οδούς μεταφοράς ενέργειας και ενσωματώνει την Κύπρο περισσότερο στο ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επίσης εκφράσει υποστήριξη στην προώθηση του έργου. Η τοποθέτηση του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, τον Οκτώβριο, ανέδειξε το ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον για την ενεργειακή διαφοροποίηση και τη διπλωματική διαχείριση των εμποδίων.
Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή: η πολιτική υποστήριξη δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με εγγύηση στρατιωτικής προστασίας του καλωδίου.
Η Ελλάδα και η Κύπρος δεν πρέπει να θεωρήσουν ότι η συμμετοχή ευρωπαϊκών εταιρειών ή η αμερικανική υποστήριξη εξαλείφουν την ανάγκη δικής τους στρατηγικής προετοιμασίας.
Η διάσταση της εθνικής άμυνας
Για την Ελλάδα, η υπόθεση του GSI δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά από την πλευρά της ενεργειακής πολιτικής.
Ένα υποθαλάσσιο καλώδιο υψηλής στρατηγικής σημασίας αποτελεί κρίσιμη εθνική και ευρωπαϊκή υποδομή. Η προστασία του απαιτεί συνδυασμό ναυτικής επιτήρησης, πληροφοριών, διπλωματικής ετοιμότητας, τεχνικής ασφάλειας και διεθνούς συνεργασίας.
Η αποτροπή δεν σημαίνει απαραίτητα στρατιωτική κλιμάκωση. Σημαίνει, πρωτίστως, ότι κάθε ενδεχόμενη απόπειρα παρεμπόδισης θα συναντήσει συντονισμένη, νόμιμη και ανάλογη αντίδραση.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Πολεμικό Ναυτικό, η Πολεμική Αεροπορία, το Λιμενικό Σώμα και οι αρμόδιες υπηρεσίες πληροφοριών έχουν σημαντικό ρόλο, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους και των σχετικών διεθνών κανόνων.
Η προστασία δεν αφορά μόνο την περίοδο της κατασκευής. Αφορά και τη μελλοντική λειτουργία του έργου, καθώς τα υποθαλάσσια καλώδια αποτελούν ευάλωτες υποδομές που μπορούν να επηρεαστούν από ατυχήματα, δολιοφθορές ή άλλες εσκεμμένες ενέργειες.
Η εμπειρία των τελευταίων ετών από περιστατικά ζημιών σε υποθαλάσσια καλώδια και αγωγούς στην ευρύτερη ευρωπαϊκή περιοχή επιβάλλει τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου πλαισίου προστασίας.
Το Ισραήλ και η νέα ενεργειακή γεωγραφία
Η συμμετοχή του Ισραήλ προσδίδει στο έργο μια ακόμη ευρύτερη διάσταση.
Η ηλεκτρική διασύνδεση θα μπορούσε να ενισχύσει τη δυνατότητα ανταλλαγής ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ των τριών χωρών και να εντάξει την Ανατολική Μεσόγειο σε ένα περισσότερο διασυνδεδεμένο ενεργειακό περιβάλλον.
Παράλληλα, δημιουργεί ένα πεδίο κοινών συμφερόντων μεταξύ κρατών που έχουν αναπτύξει σημαντικές σχέσεις στον τομέα της άμυνας, της ασφάλειας και της ενέργειας.
Δεν πρέπει, ωστόσο, να συγχέουμε την ενεργειακή συνεργασία με μια αυτόματη στρατιωτική συμμαχία. Κάθε χώρα διατηρεί τις δικές της προτεραιότητες και τα δικά της εθνικά συμφέροντα.
Η πραγματική αξία του εγχειρήματος θα κριθεί από το κατά πόσο η συνεργασία αυτή θα αποκτήσει σταθερούς θεσμούς, μακροχρόνιο σχεδιασμό και ουσιαστική επιχειρησιακή συνέχεια.
Η μεγάλη πρόκληση για Αθήνα και Λευκωσία
Το κρίσιμο ζήτημα για Ελλάδα και Κύπρο είναι να μη μετατραπεί η υλοποίηση του έργου σε μια διαρκή διαπραγμάτευση υπό την πίεση των τουρκικών αντιδράσεων.
Η υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων και η προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας πρέπει να συνοδεύονται από συνεπή διπλωματική στρατηγική, τεχνική προετοιμασία και συντονισμό με τους ευρωπαϊκούς και διεθνείς εταίρους.
Ταυτόχρονα, πρέπει να αντιμετωπιστούν με διαφάνεια τα χρηματοδοτικά ζητήματα, το κόστος για τους καταναλωτές, οι καθυστερήσεις και η οικονομική βιωσιμότητα της επένδυσης. Ένα έργο στρατηγικής σημασίας δεν απαλλάσσεται από την ανάγκη οικονομικής λογοδοσίας.
Η επιτυχία του GSI δεν θα μετρηθεί μόνο με την πόντιση των καλωδίων, αλλά και με την ικανότητα των συμμετεχόντων κρατών να εξασφαλίσουν την απρόσκοπτη και ασφαλή λειτουργία του.
Αντί επιλόγου
Η ηλεκτρική διασύνδεση Ισραήλ – Κύπρου – Ελλάδας είναι κάτι περισσότερο από ένα ενεργειακό έργο. Είναι μια δοκιμασία για τη δυνατότητα της Ελλάδας και της Κύπρου να υπερασπίζονται τα νόμιμα συμφέροντά τους, να αναπτύσσουν στρατηγικές συνεργασίες και να συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση της νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου.
Η Τουρκία έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι δεν αντιμετωπίζει αδιάφορα αυτή την προοπτική. Οι NAVTEX, οι διπλωματικές διαμαρτυρίες και η αμφισβήτηση των θαλάσσιων δικαιοδοσιών αποτελούν ενδείξεις μιας αντιπαράθεσης που μπορεί να συνεχιστεί και στα επόμενα στάδια του έργου.
Η Ελλάδα οφείλει να κινηθεί με ψυχραιμία, αποφασιστικότητα και στρατηγικό βάθος. Ούτε υποχωρητικότητα ούτε αχρείαστη κλιμάκωση. Αλλά σταθερή προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο, ουσιαστική αποτρεπτική ικανότητα και αξιοποίηση των διεθνών συνεργασιών.
Γιατί στην Ανατολική Μεσόγειο, οι υποδομές δεν είναι ποτέ μόνο υποδομές. Είναι μέρος της γεωπολιτικής ισχύος, της εθνικής ασφάλειας και της στρατηγικής αυτονομίας.
Το καλώδιο που σχεδιάζεται να ενώσει το Ισραήλ, την Κύπρο και την Ελλάδα δεν θα μεταφέρει μόνο ηλεκτρική ενέργεια. Θα δοκιμάσει στην πράξη τις αντοχές των περιφερειακών συμμαχιών, τη βούληση των ευρωπαϊκών θεσμών και την ικανότητα της Ελλάδας να υπερασπίζεται τον ρόλο της σε μια περιοχή όπου η γεωγραφία εξακολουθεί να καθορίζει την πολιτική και η ισχύς να επηρεάζει τις εξελίξεις.
Η θάλασσα μπορεί να χωρίζει γεωγραφικά τις χώρες. Η στρατηγική συνεργασία, όμως, μπορεί να τις ενώσει.
