Γράφει ο Υποστράτηγος ε.α. Χρήστος Παπαδογεωργόπουλος
Η πρόσφατη επίσκεψη του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στο
Καστελλόριζο δεν ήταν απλώς μία επίσκεψη σε ένα ακριτικό ελληνικό νησί.
Ήταν μία πολιτική και γεωπολιτική πράξη υψηλού συμβολισμού.
Και αυτό ακριβώς φαίνεται ότι ενόχλησε την Άγκυρα. Οι αντιδράσεις των
τουρκικών μέσων ήταν έντονες, με χαρακτηρισμούς που αποδεικνύουν ότι η
παρουσία του Έλληνα Πρωθυπουργού στο Καστελλόριζο αντιμετωπίστηκε ως
μήνυμα προς την Τουρκία.
Όμως η πραγματική αιτία της τουρκικής ενόχλησης βρίσκεται πολύ βαθύτερα.
Η Τουρκία βλέπει τα τελευταία χρόνια να διαμορφώνεται μία διαφορετική
Ελλάδα: με ισχυρότερες Ένοπλες Δυνάμεις, αναβαθμισμένες αμυντικές
συνεργασίες, στενότερους δεσμούς με Γαλλία, ΗΠΑ, Ισραήλ, Κύπρο και
Αίγυπτο, ενεργειακές πρωτοβουλίες και, κυρίως, με σαφή δήλωση ότι τα
ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα θα ασκούνται σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο
και το Δίκαιο της Θάλασσας. Η πρόσφατη τριμερής
Ελλάδας–Κύπρου–Αιγύπτου επιβεβαίωσε μάλιστα τη σημασία του Διεθνούς
Δικαίου στις θαλάσσιες δικαιοδοσίες της Ανατολικής Μεσογείου.
Τι μπορούμε να περιμένουμε από την Τουρκία
Κατά την εκτίμησή μου, η Άγκυρα δεν θα περιοριστεί σε δηλώσεις.
Πιθανότερο είναι να επιχειρήσει:
Αύξηση της διπλωματικής πίεσης για το Καστελλόριζο και τη
μειωμένη, κατά την τουρκική αντίληψη, επήρεια των ελληνικών νησιών.
Εντονότερη παρουσία τουρκικών ερευνητικών ή πολεμικών
πλοίων στην Ανατολική Μεσόγειο, ιδιαίτερα σε περιοχές που η
Τουρκία θεωρεί ότι εμπίπτουν στις δικές της διεκδικήσεις.
Νέες NAVTEX και ρητορικές προκλήσεις, ώστε να δοκιμάζει
συνεχώς τις ελληνικές «κόκκινες γραμμές».
Πίεση μέσω ενεργειακών σχεδίων, καθώς η Άγκυρα αντιλαμβάνεται
ότι η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ μπορούν να δημιουργήσουν
έναν ισχυρό ενεργειακό και γεωπολιτικό άξονα στην Ανατολική
Μεσόγειο.
Διεθνή εκστρατεία προπαγάνδας, με στόχο να παρουσιάσει τις
ελληνικές κινήσεις ως «προκλητικές» και να αμφισβητήσει την ελληνική
κυριαρχία και τα δικαιώματα των νησιών.
Δεν πρέπει όμως να θεωρούμε δεδομένο ότι η Τουρκία επιδιώκει άμεσα
στρατιωτική σύγκρουση. Η πιθανότερη στρατηγική της είναι αυτή της
σταδιακής πίεσης, των τετελεσμένων και της δοκιμής των ελληνικών
αντιδράσεων.
Τι πρέπει να κάνει η Ελλάδα
Η απάντηση της Αθήνας πρέπει να είναι ψύχραιμη, σταθερή και
πολυεπίπεδη.
Πρώτον, να συνεχίσει την αμυντική ενίσχυση χωρίς υπερβολές αλλά με
σαφή προτεραιότητα στην αποτροπή.
Δεύτερον, να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τις διεθνείς συμμαχίες και
περιφερειακές συνεργασίες. Η Ελλάδα δεν πρέπει να εμφανίζεται μόνη
απέναντι στην Τουρκία.
Τρίτον, να συνεχίσει τα ενεργειακά και διασυνδετικά έργα της Ανατολικής
Μεσογείου. Τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν κατοχυρώνονται μόνο με
δηλώσεις· κατοχυρώνονται και με παρουσία, έργα και πραγματική
αξιοποίηση.
Τέταρτον, να διεθνοποιεί με συνέπεια τις ελληνικές θέσεις και να επιμένει ότι η
διαφορά που μπορεί να συζητηθεί με την Τουρκία είναι η οριοθέτηση ΑΟΖ
και υφαλοκρηπίδας σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, όπως έχει
επανειλημμένα δηλώσει και η ελληνική διπλωματική ηγεσία.
Και, τέλος, να καταστήσει απολύτως σαφές ότι διάλογος δεν σημαίνει
υποχώρηση και ειρήνη δεν σημαίνει αποδοχή τετελεσμένων.
Το Καστελλόριζο ως σύμβολο
Το σημαντικότερο μήνυμα της επίσκεψης του Πρωθυπουργού είναι ίσως
αυτό:
Το Καστελλόριζο δεν είναι η αδυναμία της Ελλάδας επειδή βρίσκεται
μακριά από την ηπειρωτική χώρα. Είναι η ανατολική πύλη της Ελλάδας
και ένα ζωντανό σύμβολο της ελληνικής παρουσίας στην Ανατολική
Μεσόγειο.
Η Τουρκία μπορεί να ενοχλείται από την ελληνική παρουσία. Η Ελλάδα,
όμως, δεν έχει κανέναν λόγο να απολογείται για την παρουσία της στα δικά
της εδάφη.
Η καλύτερη απάντηση στην Άγκυρα δεν είναι η ένταση. Είναι η ισχύς, η
ψυχραιμία, οι συμμαχίες, η συνεχής παρουσία και η απαρέγκλιτη
προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο.
Το μήνυμα από το Καστελλόριζο, επομένως, πρέπει να είναι καθαρό:
Η Ελλάδα επιθυμεί ειρήνη και διάλογο. Αλλά η ειρήνη δεν μπορεί να
οικοδομηθεί πάνω στην αμφισβήτηση της κυριαρχίας και των
κυριαρχικών της δικαιωμάτων.
