Επιμέλεια ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΕΡΝΙΩΤΗΣ
Το Μ59 ήταν αμερικανικής κατασκευής ερπυστριοφόρο αμφίβιο τεθωρακισμένο όχημα μεταφοράς προσωπικού, το οποίο εισήχθη σε υπηρεσία στον Αμερικανικό Στρατό το 1954 , σε αντικατάσταση του προκατόχου του ανάλογου οχήματος Μ75. Παρέμεινε σε παραγωγή απο την FMC μέχρι το 1960, όταν άρχισε η διάθεση της σειράς τύπων Μ113, τα οποία τα αντικατέστησαν .


Το σκάφος τους κατασκευάζονταν απο συγκολλημένα χαλύβδινα ελάσματα πάχους απο 9,5 έως 25 mm. Είχε βάρος 19,300 kg, μήκος 5.61 m, πλάτος 3.26 m και ύψος 2.77 m. Το πληρωμά του ήταν διμελές ( αρχηγός πληρώματος και οδηγός ) , ενώ μπορούσε να μεταφέρει στο εσωτερικό του έως 10 εξοπλισμένους στρατιώτες με τον εξοπλισμό τους , ή ανάλογο φορτίο. Ηταν εφοδιασμένο με δύο βενζινοκινητήρες GMC Model 302 (εγκατεστημένους στα πλευρά του οχήματος πάνω απο τις ερπύστριες ) με ιπποδύναμη 146 hp ο κάθε ένας , οι οποίοι απέδιδαν στο Μ59 μεγίστη ταχύτητα 51 km/h. Τον οπλισμό κάθε οχήματος αποτελούσε ένα πολυβόλο Browning των 0,50 in.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’50, χορηγήθηκαν απο τους Αμερικανούς στον Ελληνικό Στρατό 200 τεθωρακισμένα οχήματα Μ59. Χωρίς να υπάρχουν διαθέσιμα ακριβή στοιχεία , υπολογίζεται ότι τα οχήματα αυτά κατανεμήθηκαν σε μονάδες Τεθωρακισμένων των μεραρχιών του Ε.Σ στην Βόρεια Ελλάδα, ενώ αργότερα ένας αριθμός τους επίσης , εντάχθηκε στις Δυνάμεις Πεζοναυτών. Τα Μ59 παρέμειναν σε υπηρεσία μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60, οπότε αντικαταστάθηκαν απο τα αντίστοιχα οχήματα Μ113 και άρχισε ο παροπλισμός τους .
Ο γράφων θυμάται, ότι όταν υπηρετούσε στο Κέντρο Εκπαίδευσης Τεθωρακισμένων στο Γουδή το 1973, υπήρχαν ακόμα εκεί ένα ή δύο πρώην εκπαιδευτικά Μ59 . Σήμερα έχουν διασωθεί σε ‘πτωχή’ στατική κατάσταση μερικά Μ59 σε μουσειακούς χώρους ( όπως στο Μουσείο Τεθωρακισμένων του ΚΕΤΘ Αυλώνας, στο Μουσείο της ΑΣΔΙΣ στο Γουδή , στο παράρτημα του Πολεμικού Μουσείου στην Θεσσαλονίκη και πιθανά και αλλού ).















